Friday, June 19, 2009

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ , 'Ητοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ , 'Ητοι Λόγος περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Δι' ού άποδεικνύεται, πόσον είναι καλλιωτέρα ή Νομαρχική Διοίκησις άπό τάς λοιπάς, ότι είς αύτήν μόνον φυλάττεται ή 'Ελευθερία τού άνθρώπου, τί έστί 'Ελευθερία, όπόσων μεγάλων κατορθωμάτων είναι πρόξενος, ότι τάχιστα ή 'Ελλάς πρέπει νά συντρίψη τάς άλύσους της, ποίαι έστάθησαν αί αίτίαι όπού μέχρι τής σήμερον τήν έφύλαξαν δούλην, καί όποίαι είναι έκείναι, όπού μέλλει νά τήν έλευθερώσωσι.Συντεθείς τε καί τύποις έκδοθείς ίδίοις άναλώμασι πρός ώφέλειαν τών 'Ελλήνων ΠΑΡΑ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ 'Εν 'Ιταλία. 1806.

ΣΤΟΧΑΣΟΥ, ΚΑΙ ΑΡΚΕΙ 'Ω 'Αναγνώστα !

'Επειδή ό λόγος μου δέν είναι άλλο, παρά μία διεξοδική 'Επιστολή πρός τούς 'Ελληνας' έπειδή τάς άντιρρήσεις έκείνων όπού κατά συνήθειαν, καί χωρίς αίτίαν κάμνουσι, ώς ούδέν κρίνω' έπειδή οί λεξολάτραι, καί όσοι μέ τό συντακτικόν τού Γαζή είς τό χέρι ήθελαν κατακρίνει τούτο τό έγχειρίδιον, είς ούδέν μέ βλάπτουσι' έπειδή νομίζω άχρηστον νά άποκριθώ είς όσους ήθελαν έρωτήσει, διατί κράζομαι άνώνυμος' καί έπειδή τέλος πάντων προσμένω μέ πόθον νά λάβω καμμίαν όρθήν έρμηνείαν, καί διόρθωσιν είς κανένα σφάλμα μου άκούσιον: διά τούτο, είς άλλο τι δέν χρησιμεύει ή παρούσα μου ξεχωριστή 'Επιστολή, είμή μόνον διά νά σέ είδοποιήσω, ότι, άνίσως όμοιάζεις έκείνους όπού προφέρουσι τό όνομα τής 'Ελλάδος χωρίς νά άναστενάζωσι, νά μήν χάσης τόν καιρόν σου ματαίως είς τό νά άναγνώσης τό πονημάτιόν μου τούτο.'Ερρωσο.Εις τόν Τύμβον , τού μεγάλου καί άειμνήτου 'Ελληνος Ρήγα , τού ύπέρ τής σωτηρίας τής 'Ελλάδος έσφαγιασθέντος,χάριν εύγνωμοσύνης ό συγγραφεύς τό πονημάτιον τόδε ώς δώρον άνατίθησι. Είς ποίον άλλον έπρεπε νά άναθέσω έγώ τό παρόν μου πονημάτιον, ώ άξιάγαστε 'Ηρως, παρά είς έσέ όπού έστάθης ό πρόδρομος μιάς ταχέας έλευθερώσεως τής κοινής πατρίδος μας 'Ελλάδος, καί έθυσίασες τήν ζωήν σου δι' άγάπην της; Δέξαι τό λοιπόν μέ τό συνηθισμένον σου έλληνικόν, ίλαρόν καί καταδεκτικόν βλέμμα, καί δέξαι το πρός τούτοις ώς άρραβώνα έκδικήσεως τού λαμπρού αίματός σου κατά τών τυράννων τής 'Ελλάδος. 'Η δέ 'Ελλάς άπασα θέλει δοξάσει διά παντός τό άθάνατον όνομά σου, συναριθμούσα αύτό είς τόν κατάλογον τών 'Επαμεινώντων, Λεωνίδων, Θεμιστοκλέων, καί Θρασυβούλων. 'Εσείς, ώ άθάνατοι ψυχαί τών έλευθέρων προγόνων μου! ένδυναμώσατε τώρα τόν ζήλον μου μέ τά ήρωΐκά σας έντάλματα, διά νά έκφράσω, καθώς πρέπει, τά τής έλευθερίας κάλλη είς τούς άπογόνους σας. Καί σύ, ίερά Πατρίς, έγκαρδίωσον καί στερέωσον τήν πρός σέ άγάπην μου, μέ τήν ένθύμησιν τών παλαιών τερατουργημάτων σου, διά νά παραστήσω μέ σαφήνειαν είς τά τέκνα σου τάς φοβεράς χρείας σου, καί νά ένθουσιάσω τάς έλληνικάς των καρδίας μέ τόν θείον σου έρωτα. Ναί, φιλτάτοι μου 'Ελληνες, τό έπιχείρημα είναι δύσκολον δι' έμέ, άλλ' ή Πατρίς τό ζητεί, τό χρέος μου μέ βιάζει, καί μόνον ή άλήθεια τών λόγων μου μού προμηνύει καλήν έκβασιν. 'Αντί ρητορικών φράσεων, θέλει καλλωπίσει τόν λόγον μου ή διήγησις τών θαυμαστών έργων τών πάλαι 'Ηρώων, ή μεγαλειότης δέ τού θέματος καί τό κοινόν όφελος μού τάζουσι τήν παρ' έμού ποθουμένην άνταμοιβήν, λέγω τήν κατάπεισιν τών όμογενών μου 'Ελλήνων.'Αμποτες, λοιπόν, νά άξιωθώ νά άποδείξω έμπράκτως τά όσα, κατά τό παρόν, διά λόγου άπεφάσισα νά σάς κοινοποιήσω, τό όποίον έπεύχομαι είς όλους τούς άγαπητούς μου 'Ελληνας καί όλους τούς άληθείς φιλοπάτριδας.
'Αναγκαίον πράγμα είναι είς όποιον άποφασίσει νά έξετάση τήν άλήθειαν τών πραγμάτων, συχνάκις νά δυσπιστή είς τόν ίδιον έαυτόν του, καί χωρίς νά είναι εύκολόπιστος είς τούς άλλους, νά καταπείθεται μόνον είς τήν άναμφιβολίαν. 'Ωσάν όπού πολλάκις άμελώντας τινάς μίαν παραμικράν έρευναν, καί δίδοντας πίστιν είς όσα άκροάζεται άπό άλλους, εύκόλως ήμπορεί νά άπατηθή, καί τότε λαμβάνει μίαν περίληψιν άκατάστατον είς τήν ύπόθεσιν όπού ζητεί, καί έξακολούθως ούτε αύτός ήμπορεί νά εύρη τήν άλήθειαν, ούτε άλλοι παρ' αύτού νά τήν έννοήσωσι.'Οταν όμως έξετάζη τήν ύπόθεσιν μέ προσοχήν, συγκρίνει άδιαφόρως τούς περί αύτής όμιλήσαντας, έρευνώντας πρός τούτοις τάς αίτίας, όπού τόν καθένα έπαρακίνησαν νά όμιλήση' όταν, λέγω, έκλέγει τό πιθανόν άπό τό άδύνατον καί τό δύσκολον άπό τό άμφίβολον, τότε προχωρεί βαθμηδόν, καί φθάνει τέλος πάντων είς τήν άλήθειαν, καί εύρίσκει τήν άνταμοιβήν είς τούς κόπους του μέ τήν άκριβήν της άπόκτησιν. Τότε, λέγω, πρέπει καθείς νά καταπείθεται, καί άνοητότατος ήθελεν είναι ό άκατάπειστος.Πολλοί, μέχρι τής σήμερον, έστάθησαν οί πολυπράγμονες τής άνθρωπίνης εύδαιμονίας, πολλά όλίγοι όμως διετήρησαν τούς προλεχθέντας κανόνας, καί όλιγότατοι έπέτυχον τού σκοπού των' καί διά τούτο άλλος μέν ήλπισε νά τήν εύρη είς τά πλούτη, άλλος είς τήν μάθησιν, άλλος είς τήν πτωχείαν, άλλος είς τήν φιλαυτίαν' μερικοί πάλιν, έξετάζοντες τά άνθρώπινα περιστατικά, καί άπαντούντες πανταχόθεν έμπόδια καί δυσκολίας, είπον ότι ό άνθρωπος δέν ήμπορεί νά είναι εύτυχής κατ' ούδένα τρόπον' άλλοι δέ, όπού δέν έλαβον έπιμέλειαν νά έρευνήσωσι όσον έχρειάζετο τήν ύπόθεσιν, άπεφάσισαν εύθύς εύθύς, ότι όλοι οί άνθρωποι είναι εύτυχείς.'Ανάμεσα, λοιπόν, είς τοιούτον λαβύρινθον τοσούτων στοχασμών, άλλο, βέβαια, δέν ήμπορεί τινάς νά καταλάβη, είμή μόνον ότι ή εύτυχία τού άνθρώπου στέκεται είς τό νά είναι εύχαριστημένος, καί έξακολούθως, μήν ήμπορώντας νά είναι κατά πάντα εύχαριστημένος, ούτε κατά πάντα εύτυχής ήμπορεί νά όνομασθή. 'Οθεν, διά νά εύτυχήση ό άνθρωπος όσον περισσότερον είναι δυνατόν, πρέπει πρότερον νά έξαλείψη όσας αίτίας τής δυσαρεσκείας του ήμπορέση, δηλ. νά ύπακούη είς τήν θέλησίν του. 'Αλλ' έπειδή οί άνθρωποι δέν έχουσιν όλοι τάς αύτάς θελήσεις, είναι άναγκαίον οί όλιγότεροι νά ύπακούουν είς τήν θέλησιν τών περισσοτέρων καί μήν όντας δυνατόν νά είναι όλοι εύτυχείς, κάν νά είναι οί περισσότεροι.'Η εύτυχία μας λοιπόν κρέμαται άπό τήν διοίκησιν, ή όποία ήμπορεί νά μάς καταστήση εύτυχείς μόνον τότε, όταν άρέσκη τών πεοισσοτέρων. Διά τούτο άναγκαίον είναι νά έξετάσητε μαζί μου, άνάμεσα είς τάς τόσας διοικήσεις, όπού τήν σήμερον έχουσιν οί άνθρωποι, ποία είναι ή καλλιοτέρα, τό όποίον δέν θέλει σάς φανή δύσκολον, έπειδή ήξεύρετε τόν τρόπον, όπού σάς προείπον, τής δοκιμής της. 'Αφού δέ εύρομεν τήν καλλιοτέραν διοίκησιν, τότε θέλομεν καταλάβει καί τί έστί έλευθερία, περί ής ό λόγος, καί πόσων άξίων κατορθωμάτων καί άρετών είναι πρόξενος, καί τέλος πάντων είς τί συνίσταται ή όμοιότης καί ή όμόνοια' όπού βεβαιωθέντες είς αύτά, νά προσπαθήσωμεν νά τά ξαναποκτήσωμεν, καί νά άναλαμπρύνωμεν τό Γένος μας, τό όποίον ή τυραννία τόσον ήμαύρωσεν. 'Ο άνθρωπος είναι πεπροικισμένος άπό τήν φύσιν μέ τό λογικόν, διά μέσου τού όποίου συγκρίνει τά πράγματα άναμεταξύ των, καί προκρίνει άπό αύτά όποιον τόν ώφελεί περισσότερον, έχει δέ μίαν κλίσιν πρός τό βελτίον, όπού πάντοτε τόν παρακινεί, είς όποιανδήποτε κατάστασιν ήθελεν είναι, νά ζητή μίαν καλλιοτέραν' ό πρώτος του λοιπόν καί άναγκαιότερος στοχασμός είναι τό νά διαφυλάξη τήν ζωήν του καί νά τήν διαυθεντεύση όσον ήμπορεί άπό κάθε έναντίον. 'Εως όπού ό άνθρωπος ήμπόρεσε νά τραφή καί νά διαυθεντευθή μόνος του, έως τότε έσώθη ή φυσική ζωή, καί βέβαια ή εύτυχεστέρα διά ήμάς τούς θνητούς.
'Αφού όμως ό ένας έκραξεν πρός βοήθειάν του τόν άλλον, τό φυσικόν σύστημα έτελείωσεν, καί εύθύς ήρχισεν, διά νά είπώ έτζι, τό έλεεινόν θέατρον τών άνθρωπίνων περιστάσεων.'Ισως τινάς ήθελεν έρωτήσει, πόθεν προήλθεν ή άνάγκη, όπού έβίασεν τόν άνθρωπον νά ζητήση βοήθειαν παρ' άλλου' άλλά ήθελεν είναι τό ίδιον νά έρωτούσε τινάς, διά ποίον τέλος καί διά τί τό ύπέρτατον Ον έκτισε τήν οίκουμένην. 'Η μεγαλειτέρα άμάθεια είναι, άδελφοί μου, τό νά θέλη τινάς νά μάθη έκείνα όπού δέν ήμπορεί νά καταλάβη. 'Οθεν, όποιος γνωρίζει τά όσα δέν δύναται νά έννοήση καί τά παραιτεί, είναι ό σοφώτερος τών άνθρώπων.'Αφού λοιπόν έπαυσεν, ώς είπον, τό πρώτον σύστημα τών άνθρώπων, είς τό όποίον ή φύσις ήτον άντί τών νόμων, ή γή όλη άντί τών πολιτειών, καί ή θέλησις καθενός άντί τών ήθών, άφού, λέγω, ό άνθρωπος δέν ήθέλησεν νά εύχαριστηθή μέ τήν σημερινήν τροφήν, άλλ' έζήτησε νά προητοιμάση καί διά τήν αύριον, καί άφού τέλος πάντων άπεφάσισε νά ζήση μαζί μέ άλλους, έχασε τήν άληθή εύτυχίαν, καί έγινε δούλος όχι μόνον τού έαυτού του, καί άλλων, άλλά καί τών ίδίων άψύχων πραγμάτων.Πρώτη λοιπόν έστάθη, ή άναρχία νά φανερωθή άνάμεσα είς τούς άνθρώπους. Εύθύς ό δυνατότερος άρχισε νά δώση νόμον τού άδυνάτου, καί οί περισσότεροι νά άρπάζωσι τό δίκαιον άπό τούς όλιγοτέρους: έκεί φόνοι, έκεί άδικίαι, έκεί τέλος πάντων μύρια άναγκαία πλημμελήματα έως τότε άγνώριστα. Είδεν ή άνθρωπότης τό καλόν όπού έχασεν, άλλά δέν τής ήτον πλέον δυνατόν νά τό ξαναποκτήση, καί άναγκαίως έχρειάσθη νά βασανισθή όχι όλίγον καιρόν, έως όπού ή σκιά τού θρόνου ήρχισε νά άπομωράνη τάς ψυχάς τών άνθρώπων, καί ίδού ή μοναρχία έμφανίσθη, ή όποία ώς πρόξενος καί γεννήτρια τής πολιτικής άνομοιότητος τών άνθρώπων, μετ' ού πολλού μεταβληθείσα είς τυραννίαν, έφερεν είς τήν γήν όλα τά κακά όπού ήμπορούσεν νά δοκιμάση τό άνθρώπινον γένος.'Ιδού ό τύραννος, ώς ήμίθεος, νά δίδη τόν θάνατον είς τούς άλλους, καί νά χαρίζη τήν ζωήν όσων δέν θανατώνει. 'Ιδού τά έλαττώματα, όχι πλέον μισητά, άλλά έπαινετά, καί έπιθυμητά. 'Ιδού ή άδικία μέ τό ξίφος είς τήν δεξιάν, νά καταπατή τήν άρετήν, καί νά διώκη τήν δικαιοσύνην. 'Ιδού...
'Αλλά, τέλος πάντων, αύτά τά ίδια κακά, καί άνυπόφοροι δυστυχίαι έδίδαξαν τήν άνθρωπότητα νά εύρη μίαν διοίκησιν, είς τήν όποίαν νά έπιτύχη τήν άνάπαυσίν της καί τήν εύτυχίαν της' αύτή είναι λοιπόν έκείνη ή διοίκησις, όπού έγώ θέλω νά τήν όνομάσω Νομαρχίαν, ή όποία, όσον περισσότερον οί άνθρωποι άγαπώσι τήν εύτυχίαν των, τόσον αύτή στερεούται καί φυλάττεται άμετάτρεπτος, ούσα ή ύστερινή μεταμόρφωσις, διά νά είπώ ούτως, τών διαφόρων διοικήσεων, καί ή μόνη πρόξενος τής άρετής, τής όμοιότητος, καί τής έλευθερίας.Πολλάκις βλέπομεν, νά μήν άκολουθούν τόν είρημένον κανόνα είς τάς μεταβολάς των αί διοικήσεις, αύτό όμως προέρχεται άπό διαφόρους αίτίας, όπού τό παρόν θέμα δέν συγχωρεί τήν έκτεταμένην των διήγησιν. Φθάνει μόνο νά ήξεύρη καθείς, ότι όποιαδήποτε διοίκησις πρέπει νά είναι μία άπό τάς είρημένας τέσσαρας, τάς όποίας ώς γενικάς κρίνω, καί ότι ή ύστερινή είναι ή καλλιοτέρα καί άρμοδιωτέρα πρός τό ήμέτερον εύ ζήν. Αύτήν λοιπόν άς έξετάσωμεν όσον δυνηθώμεν άκριβέστερα' καί βέβαια είς αύτήν θέλομεν εύρει τήν έλευθερίαν διασωσμένην, καί έξακολούθως, τήν είσοδον είς τήν άνθρωπίνην εύδαιμονίαν. 'Η νομαρχία, άδελφοί μου, εύρίσκεται τόσον είς τήν δημοκρατίαν, καθώς καί είς τήν άριστοκρατίαν, αί όποίαι είς άλλο δέν διαφέρουσι, είμή μόνον, ότι ή μέν δημοκρατία κλίνει είς τήν άναρχίαν, ή δέ άριστοκρατία είς τήν όλιγαρχίαν, ή όποία πολλάκις είναι χειροτέρα καί άπό τήν ίδίαν τυραννίαν.
'Επειδή όμως καί είς τάς δύο αύτάς διοικήσεις σώζεται ή 'Ελευθερία, άδιάφορος είναι ή έκλογή. 'Οθεν, κατά τό πλήθος τού λαού, καί κατά τό κλίμα, ποτέ μέν προτιμάται ή μία, ποτέ δέ ή άλλη.'Αλλά τί έστί έλευθερία;
Είς τήν άναρχίαν, ώ 'Ελληνες, έλεύθεροι είναι μόνον οί ίσχυρότεροι, είς μέν είς τήν μοναρχίαν, ούδείς δέ είς τήν τυραννίαν, καί όλοι είς τήν νομαρχίαν. 'Οθεν, κατά μέν τούς πρώτους ή έλευθερία άλλο δέν είναι, είμή ή έκτέλεσις τής θελήσεως τού καθενός, έπειδή, εύρισκόμενοι χωρίς νόμους, καί χωρίς κριτάς, ό μέν άρπαξ όνομάζει τάς άρπαγάς του άποτέλεσμα τής έλευθερίας του, όμοίως δέ καί ό άσωτος τάς άσωτίας του, καί ό κακός τάς κακίας του. Κατά δέ τούς δευτέρους, ώσάν όπού έπώλησαν τήν έλευθερίαν τους ένός, άλλο δέν έννοούσι μέ αύτήν τήν λέξιν, είμή τάς προσταγάς τού κυρίου των, καί είναι μόνον έλεύθεροι διά νά τόν ύπακούωσι. 'Ο τύραννος δέ καί οί δούλοι του άγνοούσι παντάπασιν τοιαύτην λέξιν, έπειδή ποτέ δέν τήν έδοκίμασαν, διά νά έχουν ίδέαν περί αύτής.'Υπό τής νομαρχίας, τέλος πάντων, ή έλευθερία εύρίσκεται είς όλους, ώσάν όπού όλοι κοινώς τήν άφιέρωσαν είς τούς νόμους, τούς όποίους διέταξαν αύτοί οί ίδιοι, καί ύπακούοντάς τους καθείς ύπακούει είς τήν θέλησίν του, καί είναι έλεύθερος. 'Ιδού λοιπόν, όπού κατ' αύτούς ή έλευθερία είναι ή ύπακοή είς τούς νόμους, καί έν ένί λόγω, άλλο δέν είναι ή έλευθερία παρά ή αύτή νομαρχία. Αύτή είναι, άγαπητοί μου, έκείνη ή έλευθερία, όπού άλλοι μέν άστοχάστως ένόμιζον τήν άπώλειαν, άλλοι δέ παραφρόνως τήν άπείθειαν, καί άλλοι άλλως, ώς ή άπαιδευσία έδίδασκε τόν καθένα, άφευκτα άποτελέσματα τής δουλείας, ή όποία έβαρβάρωσεν τούς άνθρώπους, κατέφθειρεν τά ήθη, καί έξ αίτίας της ήμείς διαφέρομεν τόσον άπό τούς προγόνους μας, όπού είς μερικούς φαινόμεθα άλλοτρίου γένους.Φεύ! πού είσαι, έλευθερία ίερά! πού νόμοι! πού νομοδόται! 'Οσον γνωρίζομεν τήν άληθή σημασίαν σου, τόσον αύξάνει ό πόθος μας είς τό νά σέ άπολαύσωμεν. 'Εσύ είσαι ή μήτηρ τών μεγάλων άνδρών, σύ ό στύλος τής δικαιοσύνης, σύ ή πηγή τής εύτυχίας. 'Ε, πόσον καλόν λείπει έκείνων, όπού σέ ύστερούνται! Πόσον θέλουν κλαύσει όσοι μέχρι τούδε δέν σέ έγνώριζον! 'Ημείς δέ, ναί ίερά 'Ελευθερία, μέ τούς όδόντας μας θέλομεν συντρίψει τάς άλύσους μας, διά νά τρέξωμεν πρός άπάντησίν σου. Είναι άδύνατον αί έλληνικαί ψυχαί νά κοιμηθούν πλέον είς τήν ληθαργίαν τής τυραννίας! 'Ο λαμπρός ήχος τών άρμάτων των πάλιν θέλει άκουσθή πρός κατατρόπωσιν τών τυράννων των, καί ταχέως.'Αλλά πρίν είσέλθω είς τήν έπαρίθμησιν τών καλών τής αύτής νομαρχίας, κρίνω άναγκαίον νά σάς φανερώσω τι προλαβόντως περί τής όμοιότητος τών άνθρώπων, καί τούτο διά νά μήν άπατηθώσιν όσοι ήθελαν νομίσει νά εύρωσιν είς αύτήν τήν διοίκησιν μίαν άπόλυτον όμοιότητα.
Τρείς είναι λοιπόν αί αίτίαι τής άνομοιότητος τών άνθρώπων, άδελφοί μου, άγκαλά καί αύτοί νά διαφέρωσι κατά πολλούς τρόπους. 'Η πρώτη άπό αύτάς είναι ή ίδία φύσις, ή όποία άλλους μέν έκαμεν δυνατής κράσεως, καί άλλους άδυνάτου, έχάρισε μερικών περισσότερον πνεύμα, καί άλλων τινών όλιγότερον, καί ούτως οί άνθρωποι διαφέρουσιν έν πρώτοις άναμεταξύ των κατά φυσικόν τρόπον.'Η δέ δευτέρα είναι ή άνατροφή, διά τής όποίας ό άνθρωπος άποκτά τάς άρετάς καί τήν σοφίαν, ήτοι τά καλά ήθη. 'Οθεν, οί άνθρωποι διαφέρουσιν άκόμη καί κατά τά ήθη. 'Η τρίτη, τέλος πάντων, είναι ή τύχη, καί ούτως ό πτωχός διαφέρει άπό τόν πλούσιον. 'Η άναρχία, λοιπόν, κατέστησε κατ' άρχάς τήν άπλήν φυσικήν άνομοιότητα άνυπόφορον, καί έξακολούθως ή μοναρχία, καί μετ' αύτής ή τυραννία, ήθέλησαν νά μετριάσουν όπωσούν τήν φυσικήν άνομοιότητα, καί αίφνιδίως έπροξένησαν είς τήν άνθρωπότητα τήν άκατάστατον καί φοβεράν άνομοιότητα τών ήθών τε καί τής τύχης, όπού θεωρώντας τήν σήμερον τινάς τούς άνθρώπους, πρέπει νά άνατριχιάζη άπό τοιούτον έλεεινόν θέαμα, εύρίσκοντας πολλά μεγαλειτέραν διαφοράν άπό ένα άνθρωπον είς άλλον, παρά άπό τόν άνθρωπον είς ένα ζώον.


(1)'Αλλο μέσον δέν ήτον λοιπόν νά παρηγορήση τήν άνθρωπότητα, είς τόσον κακήν κατάστασιν εύρισκομένην, παρά μία καλή διοίκησις, καί διά τούτο ή νομαρχία, χωρίς νά θελήση ματαίως νά κάμη όλους δυνατούς, όλους πεπαιδευμένους, όλους πλουσίους, ή τούναντίον, έμετρίασε μόνον μέ τούς νόμους τήν φυσικήν άνομοιότητα, καί τόσον καλώς έξίσωσε τάς λοιπάς, ώστε όπού έκαμε νά χαίρωνται οί άνθρωποι μίαν έντελή όμοιότητα, άγκαλά καί κατά φύσιν άνόμοιοι. Αύτή έδωσεν εύθύς τόπον τών δυνατών, νά διαυθεντεύσουν τήν πατρίδα των, έπαρηγόρησεν τούς άδυνάτους, μέ τό σκήπτρον τής δικαιοσύνης, έδίδαξε τούς άτάκτους νά εύρωσι τήν εύτυχίαν των είς τήν χρηστοήθειαν, έβράβευσεν τούς καλοηθείς, καί τέλος πάντων, χωρίς νά έμποδίση τό άκατάστατον τού συμβεβηκότος, έτίμησε μόνον τήν άξιότητα τού ύποκειμένου, καί ούτως μή καταφρονούσα Ας θεωρήση, διά μίαν στιγμήν, ό άναγνώστης ένα τεχνίτην μέ έξ τέκνα, καί τόν τύραννον τής Κωνσταντινουπόλεως, καί έπειτα άς μήν καταπεισθή, άν ήμπορέση. τόν πτωχόν, άπεδίωξε άπό τόν πλούσιον τήν λύσσαν τών χρημάτων. Καί ίδού, πάραυθα, ό στρατιώτης νά γίνηται ήρως, ό πολίτης νά κερδίζη τήν ζωοτροφίαν του, χωρίς νά ζημιώση τόν άδελφόν του, ό πτωχός νά μήν βλέπη τήν πτωχείαν του ώς άτιμίαν, καί ό πλούσιος νά μήν στοχάζεται πλέον τά πλούτη του ώς άρετοδοχείον, άλλ' άπαξάπαντες νά εύρίσκωσι τήν εύχαρίστησίν των χωρίς τόν παραμικρόν κόπον, καί νά εύτυχώσι. Διότι, είναι φανερόν, όπού όταν ό άδύνατος δέν βλάπτεται άπό τόν δυνατόν, δέν τόν θλίβει ή άδυναμία του, ό πτωχός δέ, βλέποντας τήν άδιαφορίαν τών λοιπών είς τά τυχηρά άποκτήματα, δέν τόν λυπεί ή ύστέρησίς των, καί ούτως όλοι εύρίσκονται εύχαριστημένοι, συνζώσι όμοιοι, καί έλεύθεροι, ώς άδελφοί τινες είς τόν πατρικόν των οίκον, καί καθώς τούτοι διαυθεντεύουσι τούς γονείς των καί τούς άγαπώσι, ούτως καί έκείνοι χύουσι τό αίμα των διά τήν άγάπην τής πατρίδος των καί διά τήν φύλαξιν τών νόμων των.Οί νόμοι, διά μέσου τών όποίων είς τήν νομαρχίαν χαίρονται οί άνθρωποι μίαν άπόλυτον πολιτικήν όμοιότητα, άγαπητοί μου, είναι είς τήν διοίκησιν, ώς ή ψυχή είς τό σώμα' αύτοί δίδουσιν τήν κίνησιν είς τά πολιτικά σώματα, καί ό καλός νομοδότης είναι ό άξιώτερος καί τιμιώτερος τών άνθρώπων. Διά τών καλών νόμων άποκαταστώνται χρηστά τά ήθη τών πολίτων, καί όσον περισσότερον είναι καλοηθής ό λαός, τόσον εύκολοτέρως ύπακούονται οί νόμοι. Αύτοί ένώνοσι μέ θαυμασίαν τέχνην, τήν μερικήν μέ τήν κοινήν ώφέλειαν, καί προετοιμάζουσι τούς πολίτας είς τήν άρετήν καί είς τήν δόξαν, άπό τήν πλέον τρυφεράν ήλικίαν των, διά μέσου μιάς άνατροφής, άληθούς καί γλυκείας.
'Η άνατροφή τών νέων είναι ό κυριώτερος στοχασμός τών νομοδότων. 'Ο θαυμασιώτερος καί νουνεχέστερος νομοδότης, όπού μέχρι τής σήμερον έφάνη είς τόν κόσμον κατά πάντα τρόπον, έστάθη βέβαια ό μέγας Λυκούργος, ό όποίος δέν ήπατήθη νά στοχασθή τούς άνθρώπους, καθώς έπρεπε νά ήτον, άλλά γνωρίζοντάς τους όποίας λογής είναι, τούς άπεκατέστησε, όσον ήτον τό δυνατόν, καλλιοτέρους. 'Η άνατροφή, διά νά είπώ ούτως, είναι μία δευτέρα φύσις είς τόν άνθρωπον, καί, διά τούτο, πρέπει νά άρχίση μαζί μέ τήν ζωήν του. 'Η 'Ελλάς μάς παρασταίνει μύρια παραδείγματα τής καλής άνατροφής τών προγόνων μας. Τά γυμναστήρια ήτον άνοικτά είς όλους, κοινώς καί άδιαφόρως, πρός φωτισμόν τών όλων. 'Αλλά πώς, ίσως τινάς ήθελεν έρωτήσει, ήμπορεί ένας πτωχός πατήρ νά δώση τών τέκνων του μίαν τοιαύτην άνατροφήν; 'Ε! τοιαύτη έρώτησις ήξεύρω άπό ποίους θέλει άρχίσει. Βέβαια, οί τοιούτοι είναι ύπό τυραννίας.Ας μάθουν λοιπόν όλοι οί πτωχοί πατέρες, ότι ύπό τής νομαρχίας καθείς ήμπορεί νά ζήση καλά, καί χωρίς νά είναι πλούσιος.


Οί νόμοι προβλέπουν είς τούς μή έχοντας. Τά τέκνα όλων είναι τής πατρίδος τέκνα, καί αύτή τά άνατρέφει, τά γυμνάζει, καί τά προκόπτει, διά τούτο καί αύτά τήν άγαπώσι διά εύγνωμοσύνην, καί διά τούτο, τέλος πάντων, προτιμάται αύτή ή διοίκησις, ή όποία όχι μόνον δέν έχει τά κακά, όπού φυλάττουσιν αί άλλαι, άλλά καί πλημμερεί άπό καλά, καλά έπιθυμητά, ώφέλιμα, καί άναγκαία. Ποίος δέν καταλαμβάνει τώρα, άδελφοί μου, ότι είς τήν νομαρχίαν μόνον εύρίσκεται ή εύτυχία μας, καί ότι ή έλευθερία καί ή όμοιότης είναι τά πρώτα καί κύρια μέσα τής άνθρωπίνης εύδαιμονίας; Βέβαια, ούδείς.
Πολλοί όμως, άν καί καταλαμβάνουσι, ότι καλόν πράγμα είναι ή έλευθερία, δέν ήμπορούσι νά καταλάβωσι, μέ τήν ίδίαν εύκολίαν, πόσον άναγκαία είναι είς τόν άνθρωπον.
Καί διά τούτο, σάς παρακαλώ νά μέ άκροασθήτε.

'Ο Ζεύς, λέγει ό φιλόσοφος ποιητής 'Ομηρος, ύστερεί τό ήμισυ τού λογικού άπό ένα λαόν ύποδουλωμένον, είς τρόπον όπού φαίνεται φανερώς, ότι ένόμιζεν τούς δούλους νά είναι μιάς διαφορετικής φύσεως, καί πολλά κατωτέρας ίκανότητος άπό τούς έλευθέρους. Τόσον δέ άναγκαίαν τήν έλευθερίαν έκρινε είς τόν άνθρωπον, όπού χωρίς αύτήν δέν μπορούσε νά όνομασθή άνθρωπος. 'Η έλευθερία λοιπόν, ώ 'Ελληνες, είς ήμάς είναι, ώς ή όρασις είς τούς όφθαλμούς. Αν ό άνθρωπος δέν είναι έλεύθερος, δέν είναι δυνατόν νά γνωρίση τήν διαφοράν του άπό τόν δούλον, καί έξακολούθως είναι άναγκαίον πράγμα είς τόν δούλον νά γνωρίση τήν έλευθερίαν, διά νά μισήση τήν δουλείαν, καί νά τήν άποστραφή. Ας μήν σάς φανή λοιπόν παράξενον, άν ό σκλάβος δέν γνωρίζει παραχρήμα τήν ήδύτητα τής έλευθέρας ζωής. Αύτός, ήμπορεί νά παρομοιασθή είς ένα άρρωστον, ό όποίος άποστρέφεται κάθε νόστιμον φαγητόν,ώσάν νά μήν ήτο πλέον συνθεμένον άπό τά ίδια πράγματα, όπού πρότερον τού ήρεσκον. 'Αναγκαία λοιπόν τού είναι ή ύγιεία. 'Η έλευθερία είναι περισσότερον άναγκαία είς τόν δούλον, όπού άσθενεί κατά τήν ψυχήν, καί μήν γνωρίζοντας είς τί συνίσταται αύτή ή πρόσκαιρος ζωή, ζή διά νά τρώγη, καί είναι ώσάν νά μήν είναι. Στοχασθήτε, άγαπητοί μου, ότι, όποίας καταστάσεως καί άν είναι ό δούλος, πρέπει έξ άνάγκης νά είναι δυστυχής. Εί μέν πλούσιος, φοβείται νά μήν πτωχύνη, εί δέ πτωχός, λυπείται, ότι νά μήν είναι πλούσιος. 'Ο ένάρετος ύπό τής δουλείας χλευάζεται, ό φιλαλήθης δέν είσακούεται, έκεί ή τιμή συνοδεύει μέ τήν πτωχείαν, ή άρετή μέ τήν άδιαφορίαν' ή δυσπιστία, ό φθόνος καί τό μίσος είναι άφευκτα γεννήματα τής δουλείας, καί άποκαταστώσι είς τόν νούν τών δούλων τήν έμπιστοσύνην, τήν φιλίαν, καί αύτήν τήν φιλανθρωπότητα, πάντως άνωφελή, καί πολλάκις έπιζήμια.
Πώς λοιπόν, είναι δυνατόν ό ταλαίπωρος δούλος, ό όποίος, άφ' ού έγεννήθη μέχρι τέλους τής ζωής του, άλλο δέν έμαθε, παρά νά ύποτάσσηται είς έναν άλλον, πώς, λέγω, ήμπορεί νά καταλάβη, ότι ή φύσις μάς έκαμεν όλους όμοίους, καί ότι οί νόμοι πρέπει νά βλέπωσιν άδιαφόρως όλους τούς πολίτας; Πώς είναι δυνατόν έκείνος ό σκληροτράχηλος τύραννος νά στοχασθή ποτέ, καί νά καταπεισθή, ότι όποιος νομίζει νά άνέβη είς τόν θρόνον, διά νά γίνη μεγαλείτερος τών άλλων, άποκαταστείται ύποδεέστερος;Πώς, τέλος πάντων, είναι δυνατόν, άγαπητοί μου, - έ! ταλαίπωρος άνθρωπότης! - πώς είναι δυνατόν, λέγω, έκείνος ό σκλάβος, όπού πάντοτε τύπτεται, καί γυμνός, πεινασμένος, καί άδικημένος, ύπακούει, ώς οί βόες τώ γεωργώ, κατά χρέος καί κατά συνήθειαν, συχνάκις δέ ό κύριος είναι ποταπότερος τού δούλου, πώς, λέγω, είναι δυνατόν νά γνωρίση αύτός, ότι αύτός ό ίδιος πρέπει νά είναι έν μέρος τού όλου, καί ότι ή ζωή του χρησιμεύει είς όλους, καί ότι ό θάνατός του;... πώς, έν ένί λόγω, νά άγαπήση τήν έλευθερίαν, όντας δούλος, καί νά γνωρίση τήν άνάγκην τής άποκτήσεώς της; Φεύ! αύτός βέβαια, νομίζει, καί άφεύκτως νομίζει, ότι έγεννήθη σκλάβος, καί ούτε τολμεί κάν νά κακο- τυχήση τήν γένναν του. 'Ω, πώς ήθελε μείνει έκστατικός ό τοιούτος, άν ένας έλεύθερος ήθελε τού είπεί: τυφλέ καί άνόητε άνθρωπε, μάθε ότι ή φύσις είναι μία, καί ότι δέν διαφέρει είς ούδέν ό τύραννός σου άπό έσένα. Τά περιστατικά καί ή κακή διοίκησις μόνον σέ κατέστησαν τόσον διαφορετικόν, όπού σχεδόν, όσον διαφέρει ό χαλκός άπό τόν άργυρον, τόσον καί σύ διαφέρεις άπό τόν κύριόν σου' άνοιξον τούς όφθαλμούς τού νοός σου, δύστυχε θνητέ, ίδε ότι ό ούρανός βρέχει διά όλους, ή γή βλαστάνει διά όλους, τά φυσικά χαρίσματα είναι κοινά, καί σύ, ταλαίπωρε, νά νομίζης έναν άλλον όμοιόν σου ώς ένα θεόν, νά τρέμης έμπροσθέν του, καί νά τού πωλήσης τό άξιώτερον δώρον τής φύσεως, τήν έλευθερίαν σου! Πώς ήμπορείς.... καί άλλα τοιαύτα. Τί στοχάζεσθε νά ήθελε τού άποκριθή ό σκλάβος, ώ άγαπητοί; Βέβαια, ή ήθελε τόν νομίσει τρελλόν, ή δέν ήθελε καταλάβει τίποτες' καί πώς ήμπορούσεν, άν διά μίαν στιγμήν ήθελε γνωρίσει τήν άλήθειαν, νά ύποφέρη τάς άλύσους του; Πώς ήτον δυνατόν νά ίδή ό φυλακωμένος άνοικτήν τήν θύρα τής φυλακής του, καί νά μήν φύγη; 'Αδύνατον, βέβαια, ήθελεν είναι ένα παρόμοιον.
'Ιδού λοιπόν, πόσον άναγκαία είναι ή έλευθερία είς τόν άνθρωπον, διά νά γνωρίση τό είναι του. 'Ο δούλος, άδελφοί μου, δέν γίνεται ποτέ έλεύθερος, άν δέν γνωρίση τί έστί έλευθερία, καί όστις άγνοεί τήν έλευθερίαν, άγνοεί τό είναι του. 'Ο δούλος, πιστεύσατέ μοι το άδελφοί, ποτέ δέν στοχάζεται, ότι είναι όμοιος μέ τόν κύριόν του, άλλά είναι σχεδόν βέβαιος, ότι αύτός πρέπει νά είναι δούλος, καί έκείνος κύριος. Βαβαί! Πώς φλογίζεται όμως ή καρδία έκείνων, όπού γνωρίζουσι τήν έλευθερίαν, καί δέν τήν έχουσι. 'Εκείνοι άληθώς τυραννούνται, καί έξακολούθως έκείνοι μόνον γνωρίζουσιν έντελώς τήν άνάγκην τοιούτου καλού. Είς αύτούς πρέπει νά έλπίζωσιν οί ύπόδουλοι λαοί, έπειδή αύτοί τρόπον τινά μετριάζουν τήν άσχημότητά των, ώς μερικά κτίρια μίαν καταδαφισμένην πόλιν στολίζουσι. Αύτοί λοιπόν, άς διδάξουσι τήν άλήθειαν, καί άς καταπείσωσι μίαν φοράν τούς άγαπητούς μου 'Ελληνας νά γνωρίσωσιν, ότι μόνη ή δουλεία είναι πρόξενος τών όσων κακών αύτοί πάσχουσι, καί άς καταλάβουν πόσον τούς είναι άναγκαία ή έλευθερία, διά νά ζήσωσι όσον τό δυνατόν εύτυχείς, έπειδή χωρίς αύτήν δέν ήμπορούν νά έχουσι ούτε δικαιοσύνην, ούτε όμοιότητα, ούτε άγάπην, καί έν ένί λόγω ούδεμίαν άρετήν. Τούναντίον δέ, είς τήν έλευθέραν ζωήν ή άξιότης τιμάται, έκαστος συμπολίτης εύρίσκει τό καλόν του είς τό καλόν τών άλλων. 'Εκεί, καθείς είναι μέρος τού όλου, έκεί ή άρετή δοξασμένη, έκεί ή άνδρεία γνωρισμένη, έκεί ή άγαθότης ένεργημένη, έκεί ή φιλία φυλαττομένη, έκεί ή τιμή άξιοτίμητος, ό κριτής άπροσωπόληπτος, ό κρινόμενος μόνος, νόμοι οί διαυθεντευταί, νόμοι οί δικασταί, ή άθωότης άπτόητος, ή τιμωρία δικαία, ή άντίμειψις κοινή, καί μύρια άλλα χρηστά κατορθώματα, όπού χάριν συντομίας δέν άναφέρω.Καί ποίος δέν βλέπει πόσον είναι άναγκαία ή έλευθερία; 'Ο ένάρετος θέλει γνωρίσει τήν άνάγκην καί θέλει προκρίνει τήν έλευθέραν ζωήν, όπού βλέπει νά είναι ή άρετή τιμημένη καί δοξασμένοι οί ένάρετοι. 'Ο γενναίος τή ψυχή, καί αύτός δέν θέλει εύρει δισταγμόν, βλέποντας τούς έλευθέρους λαούς νά αίωνιάζωσι τά όνόματα τών γενναίων άνδρών, καί τών ήρώων. Ποίος, όποίασδήποτε καταστάσεως, τέλος πάντων, δέν θέλει γνωρίσει τό μέγα όφελος τής έλευθέρας ζωής; Είς αύτήν ό πραγματευτής εύρίσκει άσφάλειαν είς τό έχειν του' ό τεχνίτης έπαινον είς τά έργα του καί ποιήματά του' ό ύπανδρευμένος βεβαιότητα είς τήν τιμήν του' ό νέος εύρύχωρον όδόν είς τό νά διευθύνη τήν φυσικήν κλίσιν του, καί νά δείξη τήν άγχίνοιάν του' ό στρατιώτης έχει άναμφίβολον τήν εύεργεσίαν είς τάς ήρωΐκάς πράξεις του' ό πτωχός δέν φοβείται άτιμίαν, άλλ' εύρίσκει συμπάθειαν καί βοήθειαν είς τάς δυστυχίας του, καί ούχί ύβρεις καί άνυποληψίαν' τέλος πάντων, κάθε καλός άνθρωπος βλέπει φανερά τήν άνάγκην τής έλευθέρας ζωής, καί μόνον ό κακός θέλει προκρίνει τήν ύπόδουλον' αύτό είναι φανερόν, άδελφοί μου, καί έσείς πολλά καλά πρέπει νά τό καταλάβητε.'Οντας φανερόν λοιπόν, ότι μόνον ή έλευθερία άποκαταστεί τούς άνθρώπους έναρέτους, καί έμφυτεύει είς τάς καρδίας όλων τών πολίτων τήν άμιλλαν πρός τό εύπράττειν, διά τούτο είς μόνον τάς έλευθέρας πολιτείας γεννώνται τά μεγάλα ύποκείμενα, καί ίδού τό πώς ή έλευθερία είναι πρόξενος τών μεγάλων κατορθωμάτων. Καί καθώς έν άνθος εύώδες, όταν γεννάται άνάμεσα είς τά δάση, όπου κανείς δέν τό βλέπει, ή καταβιβρώσκεται άπό τά θηρία, ή κατασήπεται άπό τόν καιρόν, τοιούτης λογής άκολουθεί καί είς τάς ύποδουλωμένας πόλεις, είς τάς όποίας, όταν εύρίσκεται κανένα άξιον ύποκείμενον, μήν έχοντας τόν τρόπον νά έμφανισθή, άποθνήσκει, χωρίς τινάς νά γνωρίση τήν άξιότητά του. Διά τούτο καί ή ίστορία παντελώς σχεδόν, ή πολλά σπανίως μάς άναμνήει ύποκείμενα άξια, ύπό τής δουλείας, τούναντίον δέ πλουσιοπαρόχως έξιστορεί μύρια όνόματα μεγάλων άνδρών έλευθέρων πολιτειών, ώσάν όπού μία έλευθέρα πολιτεία είναι πρός τά άξια ύποκείμενά της, ώς έν καλλιεργημένον περιβόλεον πρός τά άνθη του, τά όποία καί γνωρίζονται, καί χρησιμεύουσι, καί έπαινώνται 'Αλλά, πόσας φοράς πρέπει νά έκφωνήσω, ότι ή έλευθερία είναι άναγκαιοτέρα καί άπό τήν ίδίαν ύπαρξιν είς τόν άνθρωπον! Αύτή γάρ άποκαταστεί γλυκείαν τήν ζωήν, αύτή γεννά διαυθεντευτάς τής πατρίδος, αύτή νομοδότας, αύτή έναρέτους, αύτή σοφούς, αύτή τεχνίτας, καί αύτή μόνον, τέλος πάντων, τιμά τήν άνθρωπότητα. Πόσοι, άραγε, άνδρες άξιοι γεννώνται είς τήν 'Ελλάδα, άλλά καθώς γεννώνται, ούτως καί άποθνήσκουν, μήν έχοντες τά άναγκαία μέσα είς τό νά κατορθώσουν μεγάλα πράγματα. (1)'Ω 'Ελληνες! οί έλεύθεροι λαοί τιμούσι τούς άξίους άνθρώπους, καί ζώντας καί μετά θάνατον, ζώντας μέν, μέ τό κοινόν σέβας, μέ τούς άληθείς έπαίνους, μέ γενναία βραβεία, μέ ένδόξους στεφάνους, όπού προσφέρουσιν είς αύτούς, θανόντας δέ, μέ τήν αίώνιον μνήμην.Αν ένας νέος μεγάλου πνεύματος παρ. χάριν, γεννάται ύπό δουλείας υίός ένός χαλκέως, τί άλλο ήμπορεί νά γίνη, παρά ένας χαλκεύς; σΑν όμως ό αύτός υίός εύρίσκεται είς έλευθέραν πολιτείαν, τότε είς τά κοινά φροντιστήρια ήθελε φανή μεγαλείτερος άπό τό είναι του, καί έξακολούθως ήθελεν άποκατασταθή όσον ήμπορούσε άξιώτερος, καί ή πατρίς δέν ήθελε χάσει είς αύτόν ένα διαφθεντευτήν, καί αύτός ήθελεν άπεθάνει μεγάλος άνθρωπος.Είς τούς ναούς, είς πυραμίδας, είς στύλους, εύρίσκεται έγκεχαραγμένον τό όνομά των, καί καθείς βλέπει πάντοτε τόν θανόντα ήρωα, ή ζωγραφισμένον, ή είς άγαλμα, καί βλέποντάς τον, εύκόλως παρακινείται είς τό νά δουλεύση πιστώς τήν πατρίδα του, καί μετά πάσης χαράς νά θυσιάση τήν ζωήν του διά τήν σωτηρίαν της. Κάθε συμπολίτης θεωρώντας τήν μορφήν τού θανόντος ήρωος, λέγει είς τόν έαυτόν του: έ! άμποτες νά άποκατασταθώ καί έγώ άξιος τοιαύτης δόξης, καί νά άθανατίσω τό όνομά μου. 'Αλλ' είς τήν νομαρχίαν φθάνει μόνον ό πόθος πρός τό εύ πράττειν, καί μύρια είναι τά μέσα τής έπιδόσεως, καί άναμφίβολα. Πού νά εύρη τινάς τοιαύτην άμιλλαν ύπό δουλείας; Πώς νά άποκτήση δόξαν ό ένάρετος, έκεί όπού ή άρετή καταφρονείται καί άτιμάζεται; Πρός άπόδειξιν δέ τούτων καί πρός κατάπεισιν, παρακαλώ τούς άναγνώστας νά λάβωσιν μόνον είς τάς χείρας των τήν ίστορίαν τών προγόνων μας. Αύτή είναι ένας καθρέπτης άψευδής τών άνθρωπίνων πραγμάτων. Δι' αύτής φωτίζεται ό άμαθής, καί ό στοχαστικός δι' αύτής προβλέπει σχεδόν τά μέλλοντα, έπειδή οί άνθρωποι όταν εύρίσκωνται είς τάς ίδίας περιστάσεις, πάντοτε όλοι κάμνουσι τά ίδια πράγματα.



Ας λάβη έπί χείρας λοιπόν ό δύσπιστος τόν άξιάγαστον Πλούταρχον, καί Ξενοφώντα τόν ήδύτατον, διά νά μάθη πόσα ό άνθρώπινος νούς ήμπορεί νά πράξη είς έλευθέραν πολιτείαν, καί νά ίδή έν ταύτώ, ότι όσα φαίνονται άδύνατα είς τούς δούλους, μόλις είναι δύσκολα είς τούς έλευθέρους καί μεγαλοψύχους άνδρας.'Η ίστορία, άδελφοί μου, πάλιν σάς τό ξαναλέγω, είναι τό εύκολώτερον μέσον είς τό νά καταλάβητε πόσων μεγάλων κατορθωμάτων είναι πρόξενος ή έλευθερία. Αύτή, τέλος πάντων, ή ίστορία είναι ό πλέον σοφός διδάσκαλος είς τούς άνθρώπους, όπού άγαπώσι νά μάθωσι τήν άλήθειαν, καί μάλιστα οί νύν 'Ελληνες, όπού τοσαύτην έχουσι χρείαν. 'Ανάμεσα είς πολλά άλλα άποτελέσματα τής έλευθερίας, όπού θέλουσι σάς προξενήσει θαυμασμόν, ώ άδελφοί μου, όταν άναγνώσετε τάς νίκας τών προγόνων μας, καί συγκρίνετε τήν ποσότητά των μέ τήν ποσότητα τών έχθρών των, βέβαια θέλετε μείνει έκθαμβοι, καί ίσως ίσως τινές θέλει άμφιβάλλουσι. 'Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος τά όσα άλλα, όπού θέλει σάς φανούσι παράξενα, άγαπώ μόνον νά σάς είπώ τι προλαβόντως περί τού πολέμου, άγκαλά καί νά μήν είναι ό τόπος τοιαύτης όμιλίας είς τόν παρόντα λόγον, ούτε έγώ ίκανός όσον χρειάζεται είς τό νά τήν έκφράσω, μ' όλον τούτο έλπίζω νά μή σάς δυσαρέση.'Ο πόλεμος ποτέ μέν είναι δίκαιος, ποτέ δέ άδικος, καί αύτό κρίνεται άπό τάς αίτίας, όπού τόν προξενούν. Είναι δίκαιος, παραδείγματος χάριν, όταν κινείται πρός διαυθέντευσιν τής ίδίας ζωής καί έλευθερίας, άδικος δέ, όταν ένας φθονερός καί άρπαξ, συναθροίζοντας μαζί του, ή διά χρημάτων, ή διά τινων άλλων ούτιδανών μέσων, τινάς κακοτρόπους καί κακοήθεις άνδρας, όρμεί έναντίον τών ίδίων του συμπατριώτων, κλέπτει, άρπάζει, λεηλατεύει καί άσπλάγχνως καταφθείρει τό πάν, διά νά χορτάση τήν λύσσαν τής φιλαργυρίας του, ή τής κενοδοξίας του. Αν θελήσωμεν νά άνέβωμεν είς τήν παλαιότητα τών άπελθόντων αίώνων, καί νά έξετάσωμεν μέ άκρίβειαν τά συμβεβηκότα τών άνθρώπων, θέλομεν εύρει βέβαια τόν πόλεμον τόσον παλαιόν, όσον τήν αύτήν άνθρωπότητα, καί θέλομεν ίδεί, ότι διά πολλούς αίώνας έχρησίμευσεν διά νόμος, έπειδή ό καθείς έκδικείτο μόνος του, καί ούτως, άπό τόν πόλεμον άδικον, τού όρμήσαντος, έγεννήθη ό πόλεμος δίκαιος, τής διαυθεντεύσεως. Είναι όμως άναντίρρητον, ότι, ύποθέτοντας τρείς άνδρας τής αύτής δυνάμεως, καί είς τόν αύτόν τόπον, οί δύο έξ άνάγκης πρέπει νά νικήσουν τόν ένα. Αύτή ή άνάγκη λοιπόν έδίδαξε είς τούς όλιγοτέρους μυρίους τρόπους καί τέχνας πρός διαυθέντευσίν των έναντίον τών περισσοτέρων.'Αλλ' έπειδή ή ζωή τών τεχνών, διά νά είπώ ούτως, είναι μεγάλη καταπολλά, διά τούτο καί ή νηπιότης αύτών είναι μακρά' όθεν έχρειάσθησαν πολλοί αίώνες, έως τόν καιρόν τών Αίγυπτίων, Περσών, καί τέλος πάντων τών άξίων προγόνων μας 'Ελλήνων, είς τόν όποίον ή τέχνη τής διαυθεντεύσεως σμικρύνουσα τόν φόβον είς τούς όλιγοτέρους, καί αύξάνουσα τάς δυσκολίας είς τούς περισσοτέρους, έσύστησεν, τρόπον τινά άφ' έαυτού της, τήν θαυμασίαν έπιστήμην ή τέχνην τής τακτικής. Διά μέσον δέ τών κανόνων αύτής καί ένασχολήσεως μερικών άξιολόγων ύποκειμένων άπεκατεστάθη τόσον έντελής είς τούς 'Ελληνας, όπού διά πολλούς αίώνας ένίκησαν έχθρούς δεκαπλασίως μεγαλειτέρας ποσότητος κατά τόν άριθμόν, καί έξακολούθως έτρόμασαν σχεδόν όλην τήν οίκουμένην. Αί νίκαι τών όλιγοτέρων έναντίον τών περισσοτέρων, ήμπορούν νά παρομοιασθώσι είς τά πειράματα τής μηχανικής, είς τά όποία έκείνος ό θεατής, όπού άγνοεί τάς αίτίας, μένει έκθαμβος. Ποίος άπό αύτούς θέλει πιστεύσει τόν μηχανικόν, όπού λέγει ότι μέ έν βάρος έως δέκα, σηκώνει έν άλλο άς δέκα χιλιάδες;


'Αναγκαίον, λοιπόν, είναι νά τούς καταπείση μέ παραδείγματα καί άποδείξεις' ούτως καί είς τήν τακτικήν, λέγοντας ένας άρχιστράτηγος, ότι οί δέκα πολλάκις νικούσι τούς έκατόν, δυσκόλως θέλουν πιστεύσει οί άγνοούντες τήν αύτήν τέχνην' πλήν φέροντας αύτών χίλια παραδείγματα τόσον τών παλαιών, καθώς καί τών νέων, άναμφιβόλως πρέπει νά καταπεισθώσι. 'Εγώ όμως παραιτώ τά περισσότερα χάριν συντομίας, μάλιστα όπού παρεμπρός θέλει παρησιασθώσι διάφοροι αίτίαι είς τό νά άποδείξω τήν διαφοράν τών έλευθέρων στρατευμάτων άπό τών ύποδουλωμένων, καί μόνον τό παράδειγμα τού Λεωνίδα θέλω άναφέρει, τό όποίον άρκετώς άποδεικνύει τήν γενναιότητα καί μεγάλοψυχίαν, όπού ή έλευθέρα ζωή έμφυτεύει είς τάς καρδίας τών άνθρώπων, ούσαι αύταί αί δύο άρεταί ή πρώτη καί άναγκαιοτέρα βάσις τής πολεμικής έπιστήμης. Αύτός, λοιπόν, ό μέγας Λεωνίδας, εύρισκόμενος μέ δύο χιλιάδας είς τό στενόν τών Θερμοπύλων, καί βλέποντας τό πλήθος τών έχθρών του Περσών νά πλησιάση, εύθύς άπεφάσισε νά θυσιασθή ύπέρ τής σωτηρίας τής 'Ελλάδος πατρίδος του, καί ούτως έκλέξας μόνον τριακοσίους Σπαρτιάτας, άνέπεμψεν τούς λοιπούς είς τά όπίσω, έπειτα έστρεψεν πρός τούς τριακοσίους καί τούς είπεν: «Δεύτε, άδελφοί μου! ή έλευθερία τής πατρίδος μας κρέμαται σήμερον άπό τήν άνδρείαν μας. Ας μήν δει Τό παράδειγμα τού ζυγίου είναι άρκετόν νά καταπείση καθένα.
'Ο πόλεμος τής Σαλαμίνης, τού Μαραθώνος καί τής Πλατείας είναι άρκεταί άποδείξεις, διά νά καταπείσουν κάθε νούν έχοντα άνθρωπον.Δειλιάση τινάς έμπροσθεν τόσων έχθρών' αύτοί, άν είναι πολλοί, είναι όμως άνανδροι καί θηλυμανείς. Οί βάρβαροι θέλουν τρομάξει, άφού ίδούν τούς 'Ελληνας νά όρμήσουν έναντίον των. σΑς ύπάγωμεν λοιπόν. 'Η δόξα τοιαύτης έπιχειρήσεως δέν είναι καθημερινή, άλλά σπανίως συμβαίνει' άς μήν χάσωμεν τοιαύτην τιμήν, άς αίωνιάσωμεν τά όνόματά μας, καί άς εύφημίσωμεν τήν πατρίδα μας. 'Εγώ έχω χρέος νά θυσιασθώ δι' αύτήν, καί έσείς είσθε συμπατριώται μου, ούτε άλλέως ήμπορείτε νά στοχασθήτε, ούτε διαφορετικώς άπό έμένα.'Η ζωή τού άληθούς πολίτου πρέπει νά τελειώνη ή διά τήν έλευθερίαν του, ή μέ τήν έλευθερίαν του». 'Αλλά πώς νά έκφράσω τόν ένθουσιασμόν έκείνου τού ήρωος, καί τόν ένθερμον ζήλον τών έπακολούθων αύτού; Τά τοιαύτα, ώ 'Ελληνες, δέν γράφονται, ούτε διηγούνται, άλλά μόνον αίσθάνονται. 'Οθεν, μόλις οί λοιποί τόν άφησαν νά τελειώση τόν λόγον του, καί λαμβάνοντας καθείς τά ίδια άρματα, όμοθυμαδόν καί μέ άνήκουστον άνδρείαν, ώρμησαν κατά τών έχθρών των. Ούτε άλλο έβλεπον παρά τήν δόξαν τής νίκης, τήν χαράν τών συμπατριώτων των, τήν άνανδρίαν τών έχθρών των, καί τήν άθανασίαν τού όνόματός των. Καί έν ροπή όφθαλμού άπέκτεινον πλήθος βαρβάρων, καί φονευθέντες μέ τά άρματα είς τάς χείρας έως είς τόν ύστερον, ήτοίμασαν είς τούς συμπατριώτας των τήν έντελή νίκην κατά τών έχθρών των, οίτινες
φοβηθέντες άπό τά άποτελέσματα τόσων όλίγων 'Ελλήνων, μόλις έτόλμησαν νά δοκιμάσουν τήν άνδρείαν τών λοιπών. Ούτως δέ ή γενναία άπόφασις τού άειμνήτου Λεωνίδα έγινεν πρόξενος τής καθολικής έλευθερίας τής 'Ελλάδος καί άνυποφόρου έντροπής τών βαρβάρων. 'Ω τής μεγαλοψυχίας σου, θαυμάσιε Λεωνίδα, ώ τής λαμπράς σου τύχης, πανολβία 'Ελλάς! Ιδού ό καρπός τών καθημερινών άγώνων τών τέκνων σου. 'Ιδού τά θαυμαστά άποτελέσματα τών φοβερών νόμων τού μεγάλου Λυκούργου. 'Ιδού, τέλος πάντων, ό σκοπός τών γυμνάσεων, διά μέσου τών όποίων οί πολίται διά παντός εύρίσκοντο είς ένα πόλεμον, ό όποίος, άγκαλά καί πλαστός, έδίδασκε όμως μέ μεγάλην εύκολίαν τά άναγκαιότερα μαθήματα τής στρατιωτικής τέχνης, ή όποία ένωμένη μέ τήν μεγαλοψυχίαν έφερεν είς τέλος καί έπίτευξιν τά πλέον δύσκολα έπιχειρήματα.

'Η τακτική είς τό στράτευμα, ώ άδελφοί μου, είναι ώς ή ψυχή είς τό σώμα, καί είναι βεβαιωμένον άπ' όλους τούς μεγάλους πολεμάρχους, ότι δέκα χιλιάδες στρατιώται καλώς γυμνασμένοι καί όδηγούμενοι άπό άρχιστράτηγον άξιον, ήμπορούν νά νικήσουν είκοσι χιλιάδας έχθρούς, καί περισσοτέρους τής ίδίας άνδρείας, πλήν άμοίρους τής τακτικής.
'Η έπιστήμη τών άρμάτων δέν είναι, βέβαια, τόσον εύκολος, όσον τινές ίσως νομίζουσι, άλλά μάλιστα μία άπό τάς πλέον δυσκολωτέρας. 'Ω, πόσον οί προπάτορές μας ήγωνίζοντο, έκ νεαράς των ήλικίας, διά νά μάθωσιν τήν πολεμικήν τέχνην! Διά μέσου λοιπόν αύτής οί όλιγότεροι νικώσι τούς περισσοτέρους, ή σπανιότης όμως τών μεγάλων άρχιστρατήγων άρκετώς άποδεικνύει τήν δυσκολίαν είς τό νά άποκτήση τινάς άξίως τοιούτον όνομα, καί άκούσατε τήν αίτίαν. 'Ο άληθής άρχιστράτηγος πρέπει νά ένώση είς πολλά φυσικά χαρίσματα πολλάς άρετάς καί μαθήσεις. Πρέπει, λέγω, έν πρώτοις νά έχη τήν καρδίαν σταθεράν καί άφοβον, διά νά μή δειλιάση είς όποιονδήποτε κίνδυνον ήθελεν εύρεθή, καί νά μήν άφήση είς τήν τύχην, όσα ήμπορεί νά έκτελέση ό ίδιος' νά είναι άγχίνους, διά νά προβλέπη έν καιρώ τώ δέοντι τά έπιτηδεύματα καί βουλάς τού έχθρού' νά είναι άοκνος, διά νά προλαμβάνη κάθε εύκαιρίαν, καί έως τήν παραμικράν, αί όποίαι είς τόν πόλεμον συχνάκις συμβαίνουν, καί αί παραμικραί άμέλειαι, πολλάκις, προξενούν μεγάλας καταστροφάς. Νά είναι δίκαιος καί φιλαλήθης, διά νά άπολαύση τό θάρρος καί άγάπην τών στρατιώτων του. Πρέπει νά τιμά καί νά βραβεύη τήν άξιότητα, είς όποιον ύποκείμενον ήθελεν τήν έπιτύχει, διά νά παρακινήση τοιουτοτρόπως είς τήν όδόν τής δόξης καί τούς παραμικροτέρους. Νά παιδεύη κατά τούς νόμους, καί άνευ προσωποληψίας τινός τόν πταίστην, όποιος καί άν είναι, διά νά άποδιώξη τόν πρός τό κακόν στοχασμόν άπό αύτούς. Νά άκροάζεται τάς γνώμας όλων, καί νά διορθώνη τά ίδια σφάλματα, διά νά λατρεύεται, νά είπώ ούτως, άπό τούς πιστούς του στρατιώτας
καί τέλος πάντων νά γνωρίζη τόν τόπον τού πολεμικού θεάτρου, ώς τό ίδιόν του όσπίτιον, διά νά άποφεύγη κάθε ένεδραν τού έχθρού, καί νά άπατά τούς στοχασμούς του. 'Ο έντελής άρχιστράτηγος πρέπει άκόμη νά γνωρίζη τήν γλώσσαν τών έχθρών του, καί τάς φυσικάς κλίσεις των, νά γνωρίζη κατά μέρος τόν άρχιστράτηγον αύτών, καί τήν άξιότητά του, έν ένί λόγω όλας τάς στρατιωτικάς γυμνάσεις, τής τε ίππικής καί τού
'Αναγκαίον είναι πρός τούτοις, νά είναι γεωμέτρης καί γεωγράφος, νά γνωρίζη τήν μηχανικήν, τήν φυσικήν καί τήν ρητορικήν, διά τής όποίας πολλάκις άρπάζει τινάς τήν νίκην σχεδόν άπό τάς χείρας τού έχθρού. Πεζού στρατεύματος, καί τούτο διά νά προστάζη όρθώς, καί νά ύπακούεται εύθύς. 'Ωσάν όπού όποιος άρχιστράτηγος ή όποιουδήποτε άλλου μεγάλου έπαγγέλματος άνθρωπος, δέν ύπακούεται, τάς περισσοτέρας φοράς τό σφάλμα είναι έδικόν του, έπειδή όποιος ήξεύρει νά προστάζη, άναμφιβόλως καί ύπακούεται τοιαύται γυμνάσεις καί μαθήσεις, μέ πολλάς άλλας, όπού χάριν συντομίας δέν άναφέρω, ένεργούντο μέ πάσαν προσοχήν καί τελειότητα παρά τών προγόνων μας, καί αύταί έσύνθετον τήν τέχνην τού πολέμου, ήτοι τήν τακτικήν. Περί δέ τών στρατιωτών είναι άναγκαίον νά γνωρίζουν, διά τής πράξεως, έντελώς, τήν γύμνασιν τών άρμάτων, καί νά βαδίζουν τακτικώς, νά ύπακούουν εύθύς είς τάς προσταγάς τών άρχηγών, αί όποίαι πρέπει νά είναι όσον τό δυνατόν βραχύλογοι. Τέλος πάντων, πρέπει νά είναι συνηθισμένοι είς τό νά ύποφέρουν κάθε κόπον, άλλά τά τοιαύτα διά μέσον τής καλής διοικήσεως μόνον άποκτώνται, καί μόνη ή έλευθερία είναι πρόξενος καί πρώτη αίτία τών μεγάλων κατορθωμάτων.



Οί προπάτορές μας άνάμεσα είς τά τόσα άλλα μαθήματα, όπού ήναγκάζοντο νά άποκτήσωσι, ή μουσική, καί ό χορός, συναριθμούντο έκ τών άναγκαιοτέρων' ώσάν όπου ό άρχιστράτηγος διά μέν τής μουσικής, ή όποία έχει τοιαύτην συνέχειαν μέ τά ψυχικά πάθη, όπού ποτέ μέν συγχύζει, ποτέ δέ καταπραύνει, θέλει έρεθίζει κατά τήν χρείαν καί έξυπνά τό θάρρος καί ένθουσιασμόν τών στρατιώτων, διά δέ τού χορού, διά τού όποίου μανθάνει ό άνθρωπος νά προσαρμόζη τά βήματα, έν καιρώ, μέ τό μουσικόν λάλημα, ή διά νά είπώ καλλίτερα, νά μετρά μέ τούς πόδας τόν καιρόν τού λαλήματος, είς τρόπον όπού τόσον δέκα, όσον καί χίλιοι, κινούνται καί περιπατούσιν όλοι μαζί, καί είς τόν αύτόν καιρόν ό πρώτος καθώς καί ό ύστερος, διά μέσον του, λέγω, θέλει βιάζει ή βραδύνει τό περιπάτημα τών στρατιώτων του.'Η τακτική όμως δέν συνίσταται μόνον είς τό νά ήξεύρη τινάς πώς νά πολεμήση είς άνοικτήν πεδιάδα, έπειδή ήθελεν άποκατασταθή καθ' όλου άνωφελής, όταν ό έχθρός ήθελεν εύρεθή περισφαλισμένος είς ένα κάστρον, ή περιφυλαγμένος μέσα είς δύσβατα όρη καί δάση. 'Οθεν, ή τακτική περιέχει τά τού πολέμου άπαντα, καί μάλλον τά περί τής διαυθεντεύσεως, είς τήν όποίαν χρεία είναι ή τέχνη μόνη νά άναπληρώση τήν έλλειψιν τής δυνάμεως, ή καί νά τήν ύπερέβη.'Η διαυθέντευσις είναι, λοιπόν, τό δυσκολώτερον μάθημα τής τακτικής, καί διά μέσου τής καλής διαυθεντεύσεως, συχνάκις οί έκατόν δέν νικώνται άπό τούς χιλίους. 'Η νίκη στέκεται, ώς καθείς τό έννοεί, είς τό νά θέση τινάς άπέναντι τού δυνατού τό δυνατότερον, άλλ' ή τέχνη μόνη διδάσκει τόν άρχιστράτηγον νά τά γνωρίση. Δι' ό τών άρμάτων ή έπιστήμη είναι διεξοδικωτάτη, καί χρειάζεται έν πόνημα όχι μικρόν περί αύτής, διά τό όποίον οί νύν 'Ελληνες μεγάλην χρείαν έχουσι καί άμποτες κανένας φιλογενής νά τό κατορθώση, διά νά μάθωσιν όλοι, πόσον ή τέχνη τού πολέμου είναι μεγάλη, καί νά κλαύσουν πικρώς, βλέποντες τούς έτεροφύλους, οίτινες έδανείσθησαν τάς τέχνας καί έπιστήμας άπό τούς προγόνους μας, νά μάς καταφρονώσι τόσον καί άψηφίζωσι. 'Αλλά δι' όλίγον θέλουσι χαρή είς τήν άγνωμοσύνην των, έλπίζω.
'Η διαυθέντευσις τών Σουλιώτων κατά τού τής 'Ηπείρου τυράννου, άρκετώς θέλει τούς άποδείξει, ότι ή 'Ελλάς γεννά άκόμη Λεωνίδας καί Θεμιστοκλείς. 'Ω, πόσον θέλουν μείνει έκθαμβοι, όταν άναγνώσουν τά θαυμαστά κατορθώματα τού μεγάλου Φώτου, έκείνου, λέγω, τού ήρωος τού Σούλιου καί όλων τών Σουλιώτων, τών όποίων ή άνδρεία, ή μεγαλοψυχία, καί ό ζήλος περί τής έλευθερίας τής πατρίδος των, άθανάτισαν τό όνομά των, καί έφερον είς άπελπισμόν χίλιας φοράς τόν έχθρόν τους τύραννον, τόν άχρειέστατον λέγω 'Αλή!'Η 'Ελλάς, ούχί! ούχί! δέν είναι πάντως ύστερημένη άπό μεγάλους άνθρώπους' ή διαυθέντευσίς των διά δεκαπέντε χρόνους, περιέχει τοσαύτας καί τοιαύτας ήρωΐκάς πράξεις, ώστε παράδοξον ήθελε φανή καί είς ήμάς τούς ίδίους, άν δέν είμεθα μάρτυρες αύτόπται τών κατορθωμάτων των. Αύτοί ήτον μόνον χίλιοι καί διά τόσους χρόνους καθημερινώς σχεδόν συνεκρότουν πολέμους μετά τού τυράννου έχθρού των, ό όποίος, διά πολλάς φοράς, έκινήθη έναντίον των μέ έως δεκαπέντε χιλιάδας στρατεύματα, καί πάντοτε ένικήθη. 'Επρεπε, βέβαια, νά έζη ό Θουκυδίδης ή ό Ξενοφών, διά νά γράψη τήν ίστορίαν αύτών τών πολέμων καί τάς κακίας αύτού τού αίμοβόρου τέρατος, όπού, έως άπό τούς 1787 μέχρι τής σήμερον, δέν έπαυσεν άπό τού νά τυραννή τούς ταλαιπώρους 'Ηπειρώτας καί Θετταλούς, σκληρώς καί άσπλάνχνως. Αύτός, άφού ήρπασε μέ διάφορα πονηρά μέσα τό άνεξάρτητον κράτος τής 'Ηπείρου καί Θετταλίας, καί γνωρίζοντας κατά πράξιν τά πρός τήν τυραννίαν δέοντα, έσκεπάσθη κατ' άρχάς μέ τό ένδυμα τής ύποκρίσεως, καί ούτως, πλανώντας μέ ψευδείς έπαίνους καί πλουσιοπάροχα ταξίματα τούς άρχοντας καί προεστούς, ήπάτησεν σχεδόν όλους, καί καθείς ένόμισε διά όλίγον καιρόν, νά εύρήκεν είς αύτόν ή εύκαρπος γή τής 'Ηπείρου καί Θετταλίας καί οί κάτοικοι αύτών ένα διαυθεντευτήν καί ένα πατέρα. 'Αλλ' άφού ό άσπλαγχνος καί σκληρός τύραννος έστερέωσε τήν δυναστείαν του, έρριψεν εύθύς τήν σκέπην
τής προσποιήσεως, καί παραχρήμα έξατμήθη όλη ή δυσωδία τής τυραννίας του. Τότε οί 'Ηπειρώται άνοιξαν τούς όφθαλμούς των, άλλά, φεύ! δέν είδον άλλο, είμή τόν φοβερόν θρόνον τού τυράννου έπάνω είς τάς κεφαλάς των. Κεχαυνωμένοι ούν άπό τήν τυραννικήν μέθην, δέν άπεφάσισαν έν καιρώ νά συντρίψουν τοσούτον ζυγόν' όθεν καί ηύξησεν βαθμηδόν καί έστερεώθη τόσον, ώστε όπού ό ίδιος τύραννος θαυμάζει διά τή άναισθησίαν τών δούλων του. Ούτε είς τήν γενικήν ίστορίαν εύρίσκεται παρόμοιός του. 'Ω, τής ταλαιπωρίας σου άνθρωπότης! Ω, άνυπόφορος έντροπή! Ω, θέαμα έλεεινόν. 'Ανάμεσα όμως είς τάς τυραννικάς του ψευδείς δόξας ίσως ένόμιζεν ό ώμότατος τύραννος νά είναι άνίκητος, ούτε νά έσώζετο πλέον είς τήν γήν τής δυναστείας του τινάς, όπού νά ήθελεν τού έναντιωθή. 'Αλλ' ίδού, τής έλευθερίας τό ξίφος, είς τήν ίδίαν αύτήν γήν, τού άποδεικνύει τήν φυσικήν μικρότητα τής τυραννίας, καί τόν άποκαταστεί ποταπότερον τού ίδίου του τυραννικού όνόματος. Δέν τού χρησιμεύουν πλέον, αί συνηθισμέναι του άπάται, ούτε χρήματα, ούτε δόλοι, διά μέσου τών όποίων διά παντός ένίκησεν καί κατέφθειρε τούς άνάνδρους καί άνοήτους έχθρούς του. Εν μικρόν χωρίον, τό προειρημένον λέγω θαυμαστόν Σούλι, έφερεν είς φώς τήν άλήθειαν, όπού οί ύπό τής δουλείας άγνοούσι, ήτοι τήν μεγαλειότητα τών κατορθωμάτων τής έλευθερίας. Οί Σουλιώτες, άνδρες. Αύτός έχει όλα τά έλαττώματα όλων τών τυράννων: χωρίς θρησκείαν, χωρίς συνείδησιν, άρπαξ, φονεύς, θηλυμανής, άρσενοκοίτης, άσπλαγχνος, σκληρός τή καρδία, κλέπτης φοβερός, αίμοβόρος, άδικος τέλος πάντων, καί άναιδέστατος ώς ούδείς άλλος. 'Η πονηρία του δέ καί άδιαντροπία του παρακινούσι τούς άπανθρωποτάτους κόλακάς του, νά τόν νομίζωσι πνευματώδη καί άξιον. συνηθισμένοι είς τόν θεληματικόν κόπον μιάς ήσύχου ζωής, άνυπόδουλοι, έξ άρχής τής κατοικήσεώς των είς έκείνα τά ύψηλά βουνά, έζουν εύτυχείς μακρά άπό τήν πολυτέλειαν καί κακοήθειαν τών διεφθαρμένων πολιτειών, άνδρείοι ώς έλεύθεροι, φιλόξενοι ώς 'Ελληνες, καί στρατιώται ώς διαυθεντευταί τής πατρίδος των. Αύτοί, λέγω, οί ήρωες, ή τιμή τής ύποδουλωμένης 'Ελλάδος, καί βεβαία άρχή τε καί πρόξενος τής πλησίον έλευθερώσεώς της, παρακινούμενοι άπό τόν θείον έρωτα τής έλευθερίας καί πατρίδος των, έταπείνωσαν τήν αύθάδειαν τού τυράννου, πολεμούντες τον άδιακόπως καί νικούντες τον, καί ούτως έδιαυθέντευσαν διά δεκαπέντε χρόνους τήν πατρίδα των, μέ άνήκουστον θάρρος καί μεγαλοψυχίαν. Τίς άλλη, παρακαλώ, ήμπορούσε νά ήτον ή αίτία, είμή ό έρως τής έλευθέρας ζωής; Μήπως δέν ήτον καί άλλα χωρία είς τήν 'Ηπειρον, άξια νά έναντιωθώσι τού τυράννου; Διατί τάχατες όλα κλίνουν τόν αύχένα; Δέν ήτον, ίσως καί μεγαλείτερα, καί είς ίδίαν καλήν τοποθεσίαν, καθώς τό Σούλι; 'Ε! φανερά είναι, άδελφοί μου, ή αίτία: όσα ύποδουλώθησαν παρ' αύτού, ήτον καί πρότερον ύποδουλωμένα, καί μόνον άλλαξαν τύραννον. Τό Σούλι όμως, μόνον τό Σούλι, δέν ύποτάσσεται, άλλ' άψηφεί τόν τύραννον' όσον άγαπά τήν έλευθερίαν του, τόν πολεμεί, τόν νικά, καί τόν καταπατεί μέ τούς πόδας του. Είς αύτό λοιπόν, άς στρέψουν τούς όφθαλμούς των οί δούλοι, διά νά καταπεισθούν είς τά τερατουργήματα τής έλευθερίας. Είς αύτό θέλουν ίδεί ένθουσιασμένους άπό τόν θείον έρωτα τής πατρίδος, ού μόνον τούς άνδρας καί νέους, άλλά καί τούς γέροντας, καί τά παιδία καί αύτάς τάς ίδίας γυναίκας. Θέλουν άκούσει τήν φοβεράν φωνήν τής θαυμαστής Μόσχως, ή όποία, άνάμεσα είς τόν πολεμικόν θόρυβον, πολεμούσα καί τρέχουσα, βλέπει έμπροσθέν της φονευμένον τόν υίόν της, καί έγκαλιάζουσα μέ ένθερμον άγάπην τό νεκρόν σώμα του: «καλότυχε, λέγει, σύ, ώ υίέ μου, όπού τόσον τιμίως άπέθανες. Τό όνομά σου έγράφη είς τόν κατάλογον τής άθανασίας». 'Ασπάζουσα δέ τό αίματωμένον ήρωΐκόν του πρόσωπον, χαίρεται διά τοιούτον διαυθεντευτήν τής πατρίδος, όπού έγέννησε, καί λαβούσα τό ίδιόν του σπαθί, όρμεί κατά τών δειλών καί μισθωτών δούλων τού τυράννου, καί έκδικεί τόν θάνατόν του μόνη της.
Ας ίδούν τόν άλλον ήρωα, όπού διά τήν σωτηρίαν τής πατρίδος του παραδίδεται έκουσίως είς τόν τύραννον διά ένέχυρον τών συνθήκων των μετ' αύτού, καί ύστερον άπ' όλίγον καιρόν, θέλοντας ό άπιστος τύραννος νά τόν ξαρματώση, αύτός φονεύεται μόνος του. Καί, τέλος πάντων, βλέποντες έν τόσον μικρόν χωρίον, άπό μόνον χιλίους διαυθεντευτάς, χωρίς τινα μάθησιν, ούτε προητοιμασίαν, νά φυλάττεται σώον διά τόσους χρόνους, έναντίον ένός τυράννου τόσον μεγάλου, άς συλλογισθούν προσεκτικώς, όποίων μεγάλων κατορθωμάτων είναι πρόξενος ή έλευθερία, καί άς βεβαιωθώσι πλέον, ότι μόνον τό όνομα τής έλευθερίας φθάνει, διά να δειλιάση τάς άνάνδρους καρδίας όλων τών μιαρών τυράννων τής γής. 'Ε! πόσον ήθελε τό άποδείξει έμπράκτως, ό άείμνητος 'Ελλην, ό 'Ηρως, ό μέγας, λέγω, καί θαυμαστός Ρήγας, άν μία άνέλπιστος προδοσία δέν ήθελε τόν θανατώσει! Αύτός ό άξιάγαστος άνήρ ήτον έστολισμένος άπό τήν φύσιν μέ όλας τάς χάριτας τών μεγάλων ύποκειμένων, εύφυής, άγχίνους, καί άοκνος, ώραίος τώ σώματι, καί ώραιότερος τώ πνεύματι, δίκαιος, καί έξακολούθως, άληθής φιλέλλην καί φιλόπατρις. 'Εξ άρχής ούν έπιχειρίσθη τό έμπορικόν έπάγγελμα είς άλλοτρίαν γήν, άλλ' ό θείος έρως τής πατρίδος του 'Ελλάδος, τήν όποίαν έβλεπεν ύπό δουλείας, τοσούτον άδίκως βασανιζομένην, μήν συγχωρώντας, είς τοιούτον άνδρα τοιαύτας μικράς άσχολίας, άνεβίβαζε τάς έλπίδας του είς άκρον, καί έως άπό τήν νεαράν ήλικίαν του προεμελέτει κατορθώματα ήρωΐκά, καί μόνον άνέμενε τήν ποθουμένην εύκαιρίαν, διά νά τά βάλη είς έργον. 'Οθεν, γνωρίζοντας τήν χρείαν τής μαθήσεως, δέν έπαυσεν άπό τό νά άγωνισθή, ώς ούδείς άλλος, είς τάς έπιστήμας, καί είς όλίγον καιρόν έμαθεν έντελώς τάς χρησιμωτέρας. Τότε λοιπόν, ήρχισε νά βάλλη θεμέλιον είς τό μεγάλον κτίριον, όπού ήτοίμαζε. Καί κατ' άρχάς έσύνθεσε είς τήν ήμετέραν διάλεκτον, μέ άκροτάτην σαφήνειαν, τούς δώδεκα Γεωγραφικούς Πίνακας τής 'Ελλάδος, καί διάφορα άλλα έπωφελή πονήματα έδωσεν είς φώς, ίδίοις άναλώμασι, πρός φωτισμόν τών συναδελφών του 'Ελλήνων. 'Επειτα δέ, συλλέγοντας τό έχειν του όλον, καί συνδρομητάς έπιτυχών καί συνεργούς, ήτοίμασε, κηδεμόνως καί μετά πάσης τής καλής τάξεως, όλα τά άναγκαία, καί είς άκμήν έφερεν βεβαίας έπιδόσεως. 'Αλλά, φεύ, τής βασκάνου καί φθονεράς τύχης τών 'Ελλήνων! 'Οτε ό τής 'Ελλάδος έλευθερωτής ήτον έτοιμος διά νά μισεύση πρός κατατρόπωσιν τών τυράννων αύτής, καί νά συνθλάση τάς άλύσους, όπού τήν φυλάττουσιν ύπό τής δουλείας, μέ μίαν γενικήν έπανάστασιν καί έπανόρθωσιν τών ταλαιπώρων συμπατριώτων του, όταν λέγω ό άξιος Ρήγας βλέποντας τά πάντα έτοιμα, ώς έβούλετο, έκαλοτύχιζε τόν έαυτόν του, διά μίαν τόσον τιμίαν καί μεγάλη έπιχείρησιν, καί έπρόσμενε νά ίδή όγλήγορα έλευθέραν τήν 'Ελλάδα άπασαν, έξαλειμμένον δέ τό όθωμανικόν κράτος' όταν, τέλος πάντων, σχεδόν βέβαιος διά τό καλόν τέλος τού έργου του, έστοχάζετο είς τήν μέλλουσαν εύτυχίαν τής πατρίδος του, καί εύφραίνετο, τότε ένας προδότης, ό ούτιδανώτερος τών άνθρώπων, ό πλέον μιαρός σκλάβος τής γής, άναιτίως καί παραλόγως, τόν παραδίδει είς χείρας τών τυράννων, καί ή 'Ελλάς χάνει είς αύτόν ένα άντιλήπτορα καί σωτήρα της. 'Αλλ' άν ή φθονερά τύχη έκλεψεν τήν έλευθερίαν τής 'Ελλάδος μέ τήν ζωήν τοιούτου 'Ηρωος, δέν ήμπόρεσεν όμως νά έμποδίση τόν άναγκαίον καί φοβερόν κρότον, όπού ή φήμη τοιαύτης έπιχειρήσεως άνέπεμψεν είς τάς άκοάς τών 'Ελλήνων, ούτε ήμπόρεσε, λέγω, νά έκλείψη είς τήν όρασίν των τήν λαμπρότητα τοιούτου έργου. Τό άθώον αίμα τού Ρήγα προετοίμασε τήν ταχείαν έξάλειψιν τών βαρβάρων τυράννων, καί όγλήγορα θέλουσιν έμφανισθή, βέβαια, οί όπαδοί του.
Τότε δέ θέλομεν άποδείξει έμπράκτως τήν πρός αύτόν εύγνωμοσύνην μας, ύψώνοντες είς τό κέντρον τής έλευθέρας 'Ελλάδος στεφάνους δόξης καί θριάμβους είς μνημόσυνον αύτού τού μεγάλου άνδρός, ώς άρχηγού καί πρώτου συνεργού είς τήν τής 'Ελλάδος έλευθέρωσιν.'Ισως, τινές τών 'Ελλήνων, μήν στοχαζόμενοι είς βάθος τά άνθρώπινα πράγματα, νομίζουσιν, είς τόν έαυτόν των, ώς μάταιον τόν σκοπόν αύτού τού μεγάλου άνδρός. 'Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος όλους έκείνους τούς δισχυρογνώμονας, οίτινες δέν καταπείθονται, είμή είς τούς ίδίους των στοχασμούς, καί, έξακολούθως, μήν έξετάζοντας τάς έτέρων γνώμας, μένουν πάντοτε σταθεροί είς τήν άμάθειάν των, παρακαλώ, όσους τήν άλήθειαν άγαπώσι νά μάθωσι, καί νά κρίνωσι δικαίως, νά συλλογισθούν ότι ή τύχη είς τοιαύτας έπιχειρήσεις έχει άκραν δύναμιν, ώσάν όπού τό παραμικρόν συμβάν είς τάς μεγάλας ύποθέσεις δύναται πολλάκις νά άνατρέψη τό πάν, καί κανένα άλλο παράδειγμα δέν μάς τό βεβαιοί περισσότερον, όσον τό θλι-
βερόν συμβεβηκός τού Ρήγα. Αύτός ό άξιάγαστος άνήρ, γνωρίζοντας άρκετώς τήν ποταπότητα καί δειλίαν τού μιαρού συντρόφου του, τού άχρειεστάτου, λέγω, προδότου Οίκονόμου, μέ τοσαύτην έπιμέλειαν έκρυψεν είς αύτόν τά προμελετήματά του, όπού καθόλου ό χυδαιότατος δέν ύπωψίαζεν.'Αλλά, φεύ, τής άτυχίας! 'Ολίγας ήμέρας ύστερον άπό τόν μισευμόν τού Ρήγα, έφθασεν μία γραφή του, καί έπεσεν είς χείρας αύτού τού προδότου του, ό όποίος, άνοίγοντάς την, άνέγνωσεν είς αύτήν σχεδόν τά πάντα, καί παραχρήμα τρέχει καί τόν προδίδει. 'Ιδού λοιπόν, όπού ή τύχη, ήγουν μερικά άναγκαία συμβεβηκότα, όπού ό άνθρώπινος νούς δέν δύναται νά προΐδή, άνέτρεψε καί ήφάνισε όλα τά προμελετήματα καί κατορθώματα τού μεγάλου Ρήγα, καί έξακολούθως είναι βέβαιον, ότι όσον άξιος καί άν είναι ό άνθρωπος, δέν ήμπορεί ποτέ νά προΐδή τά πάντα, μάλιστα δέ είς τοιαύτας έπιχειρήσεις ή τύχη έχει μεγάλον μέρος, ώς προείπον, καθώς ό έσφαγιασμός τού μεγάλου Ρήγα μάς τό βεβαιοί.'Επειδή, άγκαλά καί ή φρόνησίς του νά έστάθη μεγάλη, ή καταδρομή τής τύχης μόνον έφθασε, νά άφανίση τόν σκοπόν του, καί νά άφήση τήν 'Ελλάδα μέχρι τής σήμερον ύπό τής δουλείας. Ταχέως όμως, ή σάλπιγξ τής έλευθερίας θέλει άντιβοήσει είς τήν έλληνικήν γήν, καί άφεύκτως, καθώς κατωτέρω δειχθήσεται. 'Ιδού λοιπόν όπού άπεδείχθη, άγκαλά καί συντόμως, πλήν μέ σαφήνειαν καί άλήθειαν, τί έστί έλευθερία, όπόσον είναι άναγκαία είς τήν άνθρώπινον εύδαιμονίαν, καί όπόσων μεγάλων κατορθωμάτων πρόξενος. Τώρα δέ φανερόν άποκαθίσταται τό άμέτρητον χρέος, όπού έχουσιν οί έλεύθεροι λαοί, είς τό νά τήν διαυθεντεύωσι μέ τό ίδιον αίμα των, καί τοιούτον χρέος, ώς προερχόμενον άπό εύγνωμοσύνην, διά τούτο καί τό έκπληρούσι παντοτινά καί μέ άκραν εύχαρίστησιν. 'Η εύγνωμοσύνη, ώ 'Ελληνες, είναι τόσον γλυκεία άρετή, όπού μισητότερον πράγμα άπό τόν άγνώμονα δέν είναι είς τόν κόσμον, καί τόσον είναι φυσική αύτή ή άρετή, διά νά είπώ ούτως, όπού τά ίδια ζώα τήν διατηρώσι μέ άκραν άκρίβειαν. Είναι δέ έν χρέος τού εύεργετηθέντος ή εύγνωμοσύνη, καί ούτως εύκόλως γεννάται είς τάς καρδίας όλων τών έλευθέρων άνδρών, ώσάν όπού μύριαι είναι αί χάριτες, όπού παρά τής πατρίδος τής χορηγούνται. 'Αλλά, διά νά καταλάβητε ώ 'Ελληνες, εύκολώτερα, τήν μεγαλειότητα τοιούτου χρέους, καί τήν ζέσιν μέ τήν όποίαν οί έλεύθεροι λαοί τό έκπληρούσι, άναγκαίον είναι νά μάθητε πρότερον τήν άληθή σημασίαν τής λέξεως «Πατρίς», καί τότε θέλετε καταλάβει, πόσον άναγκαία έξακολούθησις είναι ό πρός αύτήν έρως, καί τά έξ αύτού παραγόμενα θαυμάσια έργα.
Πατρίς είναι μία λέξις, διά τής όποίας όλοι κοινώς έννοούσι τήν γήν, είς ήν έγεννήθησαν, οί μόνον έλεύθεροι όμως δύνανται νά καταλάβωσι τήν μεγάλην αύτής σημασίαν, καί διά τούτο οί δούλοι άδιαφόρως προφέρουσι τοιούτον όνομα. 'Ω! πόσον διαφέρομεν άπό τούς προγόνους μας οί ταλαίπωροι! 'Εκείνοι, όταν Ωμνυον είς τήν πατρίδα των, έτρεμον, καί έφύλαττον τοιούτον όρκον μέχρι θανάτου, ήμείς δέ ούτε κάν διά όρκον νομίζομεν τοιαύτην λέξιν, καί αύτό, άδελφοί μου, προέρχεται άπό τήν δουλείαν, ή όποία ούσα άντικειμένη καθ' όλα είς τήν έλευθερίαν, όσα έργα είς τή μίαν δοξάζονται, είς τήν άλλην καταφρονώνται, καί όσα είς έκείνην πολλά εύλαβούνται, είς έτούτην ώς ούδέν λογίζονται. Τά όνόματα, άγαπητοί μου, λαμβάνουν τήν σημασίαν άπό τήν ίδιότητα τών πραγμάτων, είς τά όποία άναφέρονται. 'Οθεν, άν τινάς δέν γνωρίζει τό πράγμα, είς ούδέν τού χρησιμεύει ή όνομασία του. Καί καθώς ό έκ γενετής άόμματος, προφέροντας τά όνόματα όλων τών χρωμάτων, ούδέν έννοεί, έπειδή δέν είδε ποτέ τά χρώματα, ούτως καί οί νύν 'Ελληνες μέ τό «Πατρίς» άλλο δέν έννοούσι, είμή τήν γήν είς τήν όποίαν έγεννήθησαν, έπειδή τούς λείπει ή έλευθερία. 'Η λέξις «Πατρίς» έρέθιζε είς τήν ένθύμησιν τών προγόνων μας όλας τάς ίδέας τών καλών τής έλευθερίας, καί όλην τήν εύδαιμονίαν τής ζωής των . Τά παιδία, έπί παραδείγματι, ένθυμούντο τά κοινά φροντιστήρια, είς τά όποία όλα μαζί έδιδάσκοντο τάς άρετάς, μέ κοινήν εύχαρίστησιν, ένθυμούντο τάς γλυκείας καί όρθάς συμβουλάς τών καθηγητών των, ένθυμούντο τά βραβεία, όπού έλάμβανον είς τά χρηστά έργα των, καί τούς στεφάνους είς τήν προκοπήν των, τήν άγάπην καί εύνοιαν τών μεγαλειτέρων, τάς περιδιαβάσεις των, καί τέλος πάντων, μέ τήν λέξιν τής Πατρίδος ένθυμούντο τήν άληθή εύδαιμονίαν των. Οί νέοι έπρόσθετον είς τά ρηθέντα τούς πολεμικούς άγώνας, τήν δόξαν τών άρμάτων, τήν άνωτάτην χαράν τής κοινής ύπολήψεως, τήν έλπίδα τής ταχέας συναριθμήσεώς των είς τόν κατάλογον τών συμπολίτων καί τών διαυθεντευτών τής πατρίδος, τούτο, όλοι όμού, είς τήν πατρίδα των μόνον εύρισκον τήν εύτυχίαν των, καί δι' αύτήν μόνον έφύλαττον τήν ζωήν των, τή όποίαν έθυσίαζον είς κάθε της χρείαν. Θαυμάζουν οί δούλοι, βλέποντες τούς έλευθέρους στρατιώτας νά άψηφώσι τοσούτον τόν θάνατον, καί νά όρμώσι μέ άνέκφραστον θάρρος είς άπάντησίν του. Δέν μού φαίνεται, λοιπόν, άχρηστον, νά σάς φανερώσω έν συντόμω τάς αίτίας, μάλιστα νομίζω, νά είναι άναγκαιότατον, διά νά μάθωσιν όσοι τό άγνοούσι, ότι ό έλεύθερος άγαπά τήν ζωήν του, ώς καί ό δούλος, καί περισσότερον. Αν δέ, είς διαυθέντευσιν τής πατρίδος του, μέ τόσην άδιαφορίαν τήν θυσιάζει καί μέ εύχαρίστησιν, αύτό άκολουθεί μέ τό νά άγαπά περισσότερον τήν πατρίδα του άπό τήν ζωήν του, ή διά νά είπώ καλλίτερα, μέ τό νά μήν ξεχωρίζη τήν πατρίδα του άπό τήν ζωήν του, τό όποίον είς τούς δούλους δέν εύρίσκεται. 'Η ύπαρξις, βέβαια, είναι κατά πολλά γλυκεία, καί ή ζωή είναι τό τιμιώτερον πράγμα είς τόν άνθρωπο. 'Ανόητος, λοιπόν, ήθελεν είναι όποιος δέν τήν νομίζει τοιαύτην. 'Αλλά, πώς τοσούτοι, διά μικρόν τι, κινδύνεύουν αύτήν τήν ζωήν των, καί ούκ όλίγοι αύτόκτονοι άποκαθίστανται; 'Οθεν, είναι φανερόν, ότι άν καί ή καί τήν άνέκφραστον χαράν τής φιλίας. Οί άνδρες, παρομοίως, έκτός τών ρηθέντων, ένθυμούντο τήν έμπιστοσύνην τών ώραίων συμβίων των, τούς γλυκυτάτους καρπούς τού γάμου των, καί τά τοιαύτα. Οί γέροντες, τέλος πάντων, ένθυμούντο τήν δικαιοσύνην, τήν εύλάβειαν πρός τούς νόμους καί τό σέβας είς αύτούς. 'Ολα τά άγαθά τής ζωής των, διά μιάς λέξεως, έπαρησιάζοντο είς τάς ίδέας των, καί ή βεβαία άθανασία τού όνόματός των εύφραινε τάς καρδίας των. Ζωή, είναι τό τιμιώτερον πράγμα τού άνθρώπου, ή εύτυχία όμως καί τό καλώς έχειν του είναι πολλά περισσοτέρας τιμής άξια καί άπό αύτήν τήν ίδίαν του ζωήν. 'Η ύπαρξις εύφραίνει, όταν ό άνθρωπος ζή εύχαριστημένος καί όταν χωρίς θλίψεις καί βάσανα, άπερνά τόν καιρόν τής ύπάρξεώς του έλευθέρως, μέ ήσυχίαν, χωρίς κυρίους ούτε τών έργων του, ούτε τών λόγων του, τέλος πάντων, όταν ζή εύτυχής. 'Αλλ' όποίαν ήδύτητα ήμπορεί νά εύρη ό ταλαίπωρος δούλος είς αύτήν τήν ζωή του, όταν ούτε νά όμιλήση, ούτε κάν νά στοχασθή ήμπορεί, ώς βούλεται; Διά νά φυλαχθή όμως τό άνθρώπινον γένος είς τοσαύτας δυστυχίας, καί διά νά μήν αύτοφονευθούν οί περισσότεροι, όντας ύπό τής δουλείας, τό ύπέρτατον Ον έμφύτευσεν είς τάς καρδίας όλων τών άνθρώπων μίαν κλίσιν πρός τό βελτίον, δηλαδή τήν έλπίδα, έπειδή μού φαίνεται άδύνατον, ώ 'Ελληνες, νά ήμπορούσε νά ζήση ό δυστυχής, καί μάλλον ό δούλος ούτε μίαν ήμέραν, άν αύτό τό φυσικόν δώρον, αύτή, λέγω, ή έλπίς δέν ήθελε τόν παρηγορή διηνεκώς, καί δέν ήθελε τού βαστά, διά νά είπώ ούτως, τήν θανατηφόρον μάχαιραν, τόσας φοράς, όσάκις ή δυστυχία του τόν βιάζει, νά τήν κινήση έναντίον του. 'Οταν όμως ή δυστυχία ύπερβαίνη τάς δυνάμεις τού πάσχοντος, τότε ή έλπίς παύει, καί ό πάσχων θανατούται. Μία άσθένεια, παραδείγματος χάριν, άνίατος καί πολυχρόνιος καί άνυπόφορος, άποκαταστεί αύτόκτονα τόν άρρωστον, καθώς φονεύει ένα γεννήτορα μία βεβαία καί μεγάλη ένδεια, ή όποία ύστερεί τήν ζωοτροφίαν τών τέκνων του καί τής συζύγου του. Τά πάθη, πρός τούτοις, τής ψυχής, μέ τά όποία είναι πεπροικισμένος ό άνθρωπος, έχουν τήν ίδίαν δύναμιν, καί συχνάκις πολλά μεγαλειτέραν, άπό τάς καθ' αύτό χρείας τού άνθρώπου, καί διά τούτο βλέπομεν πολλάκις ένα έραστήν νά φονεύεται διά τήν άπιστίαν τής φίλης του, καθώς καί ένας φιλάργυρος θανατούται, όταν τού κλεφθή ό θησαυρός του, καί ούτως καθεξής. Φανερόν είναι λοιπόν, ότι τά πάθη καί αί δυστυχίαι, όταν αύξάνουσι περισσότερον άπό τάς δυνάμεις τού πάσχοντος, τότε ή έλπίς άφανίζεται, καί έξακολούθως ό πάσχων φονεύεται. 'Αλλά, τά πάθη καί αί φυσικαί κλίσεις καί διαθέσεις τών άνθρώπων είναι διάφοροι καί πολυποίκιλοι, διά τούτο, άλλος μέν τρέχει μέ θάρρος καί χωρίς φόβον έναντίον δέκα έχθρών, εύρισκόμενος δέ αύτός ό ίδιος είς ταξίδιον διά θαλάσσης, τρέμει είς κάθε παραμικρόν αύξημα τού άνέμου, καί ό ναύκληρος, έξ έναντίας, όπού τόσον μεγαλοψύχως πολεμεί μέ τάς τρικυμίας, φοβείται νά άπαντήση ένα έχθρόν καί νά πολεμήση. Ποίος, μέ άκραν ήσυχίαν καί άδιαφορίαν, μονομάχεται συχνά, καί θεωρεί μέ όμμα άπτόητον τόν θάνατόν του είς τό άκρον τού άντικειμένου άρματος, άλλά φεύγει άπό τό στρατιωτικόν σώμα άπέναντι τού έχθρού. Καί ούτως, καθείς διαφέρει τού άλλου. 'Ανάμεσα όμως είς τά άνθρώπινα πάθη, τό μόνον όπού νά παρακινή όλους όμοίως, καί τό άνώτερον, είναι ή φιλοδοξία. Διά μέσον τής άληθούς φιλοδοξίας, άποκαθίστανται ήρωες οί έλεύθεροι, τών όποίων όλη ή δόξα συνίσταται είς τήν διαυθέντευσιν τής πατρίδος των καί τής έλευθερίας των. Τή άληθεία προξενεί θαυμασμόν, είς όποιον στοχάζεται τά όσα βλέπει νά άκολουθούν, καί τά όσα οί ίστορικοί διηγούνται νά ήκολούθησαν, νά βλέπη, λέγω, νά πολεμούν δούλοι μέ δούλους, έλεύθεροι μέ έλευθέρους, καί δούλοι μ' έλευθέρους, νά φονεύωνται άλλήλων των τόσον άσπλάγχνως, καί, τάς περισσοτέρας φοράς, χωρίς μεγάλας αίτίας. Τί, άραγε, νά τούς παρακινή είς αύτόν τόν άμοιβαίον άφανισμόν, ώ 'Ελληνες; Διά μέν τούς έλευθέρους, λοιπόν, θέλει παύσει ό θαυμασμός σας, άφού ένθυμηθήτε τά άνω ρηθέντα περί αύτών, άφού, λέγω, στοχασθήτε, ότι ό έλεύθερος είναι παρακινημένος άπό τήν δόξαν. Αύτός φονεύεται διά νά διαυθεντεύση τήν πατρίδα του, θυσιάζεται διά νά διαφυλάξη τούς νόμους του, καί πολεμεί διά νά διατηρήση τήν έλευθερίαν του. 'Ο έλεύθερος, ώ 'Ελληνες, δέν ήξεύρει νά ζήση άλλεωτρόπως, είμή έλευθέρως' λοιπόν, άγοράζει τήν ζωήν του, διά νά είπώ ούτως, μέ τόν θάνατόν του, ούτε κάν άμφιβάλλει, ότι άνευ έλευθερίας είναι ζωή δι' αύτόν. 'Ο έλεύθερος λαός, ώ άγαπητοί μου, ήμπορεί νά παρομοιασθή είς μίαν φαμιλίαν. Οί νόμοι είς τούς πολίτας είναι ώς οί γεννήτορες είς τά ίδιά των τέκνα, καί καθώς αύτά έλαβον άπό τήν ίδίαν φύσιν τό άπαραίτητον χρέος είς τό νά διαυθεντεύσουν τούς γονείς των, ούτως καί οί συμπολίται διά μέσον τής έλευθερίας χρέος έχουσι νά διαυθεντεύσωσι τούς νόμους τής πατρίδος των. 'Αλλά ποίος δέν διαυθεντεύει τήν μητέρα του; 'Εγώ νομίζω, νά μήν άτιμάζη τό άνθρώπινον γένος, καί νά εύρίσκεται έν τόσο μισητόν τέρας έπάνω είς τήν γήν. Ούτως λοιπόν, άν ό έλεύθερος διαυθεντεύη τήν πατρίδα του, μέ τό ίδιό του αίμα, κάμνει τό χρέος του. Καί, καθώς άν, νυκτός, είσέλθουν κλέπται είς οίκον τινά, τά δέ τέκνα διαυθεντεύοντας τούς γεννήτοράς των καί τήν περιουσίαν των, ήθελαν φονευθή όλα, καθείς χωρίς ποσώς νά θαυμάση, ήθελεν έπαινέσει μόνον τήν άξιότητα καί εύγνωμοσύνην τών τέκνων, πολλά περισσότερον δέν πρέπει νά θαυμάση τινάς, όταν θεωρή τους έλευθέρους νά όρμώσι κατά τών έχθρών των, διότι αύτοί διαυθεντεύουσι τήν πατρίδα των, άπό τήν όποίαν πάντοτε άγαπήθησαν, είς αύτήν άνετράφησαν, άπό τούς νόμους της έδικαιώθησαν, καί είς αύτήν μόνον χαίρονται τήν άληθή άνθρωπίνην εύδαιμονίαν. Πώς ήμπορεί ό έλεύθερος, ώ 'Ελληνες, νά άκούση τόν πολεμικόν ήχον τής σάλπιγγος καί νά μείνη άκίνητος; Πώς, λέγω, νά μήν όρμήση ό υίός έναντίον τού έχθρού, όπού μέλλει νά φονεύση τήν μητέρα του; Πού μένει τόπος τής φιλοζωίας, όπου είσέρχεται ό θείος καί ήρωΐκός ένθουσιασμός τής έλευθερίας; Πού στοχάζεται τόν θάνατο ό έλεύθερος, όταν βλέπη νά πλησιάζουν είς τήν πατρίδα του αί φοβεραί άλύσοι τής δουλείας; 'Ε! άδύνατον είναι, όμογενείς μου άγαπητοί, άδύνατον βέβαια είναι νά περιγραφθούν όσον αίσθάνονται, έκείνη ή μεγαλοψυχία, τό θάρρος, ή άνδρεία, καί ή χαρά, όπού μόνον είς τούς έλευθέρους φαίνονται, όταν ό άρχιστράτηγος κράζη: άγωμεν, συμπολίται, κατά τών έχθρών! άς ύπάγωμεν νά διαυθεντεύσωμεν τήν γλυκυτάτην μας πατρίδα, άς δειχθώμεν εύγνώμονες είς τάς καθημερινάς χάριτας, όπού μέ τήν έλευθερίαν μάς δίδει, καί άς έκτελέσωμεν τό χρέος μας. 'Ο πατήρ χαίρεται, βλέποντας τήν προθυμίαν τού υίού του, είς τό νά λάβη τά άρματά του, καί νά τρέξη κατά τών έχθρών, ό νέος αίσθάνεται είς τήν καρδίαν του βαθμηδόν νά αύξάνη ό πατριωτικός καί τής δόξης έρως, θεωρώντας τόν πατέρα του νά ήτοιμάζεται, αί μητέρες καί άδελφαί, μέ άμίμητον ήδονήν, βλέπουσι τόν ένθερμον ζήλον τών υίών των καί άδελφών των είς τό νά διαυθεντεύσουν τήν κοινήν μητέρα των. Τά παιδία καί οί γέροντες, μέ εύχάς καί φωνάς άγαλλιάσεως, δεικνύουσι τήν εύχαρίστησίν των. 'Ω! θέατρον εύφροσύνης, ώ καλότυχοι, όπού είναι οί έλεύθεροι! 'Εκείνοι οί θαυμαστοί Σπαρτιάτες, ώ 'Ελληνες, είχον άμιλλαν άναμεταξύ των, είς τό νά προπορευθώσι κατά τών έχθρών, καί καθείς έποθούσε νά πρωτοχύση τό αίμα του διά τήν πατρίδα, έκείνοι λέγω οί όλίγοι, άλλ' έλεύθεροι Σπαρτιάτες, έκαμαν νά τρομάξουν όλοι οί έχθροί των, καί όλα τά πλήθη τών βαρβάρων, καί ούτως έφύλαξαν τήν έλευθερίαν τους διά πολλούς αίώνας. 'Εκείνοι οί ήρωες, όταν έκπορεύοντο πρός άπάντησιν τών έχθρών των, αί ίδιαι μητέρες έδιδαν αύτών τάς περικεφαλαίας, καί τών έλεγον, «ή έπιστρέψετε μέ αύτάς είς τήν κεφαλήν, ή έπάνω είς αύτάς», έπειδή έσυνήθιζον τούς έν πολέμω θανόντας, νά φέρωσιν έπάνω είς τάς ίδίας των περικεφαλαίας, καί κανείς έτι ζών δέν ήδύνατο νά παραιτήση τά άρματά του, διά τήν άκραν άτιμίαν, όπού μία τοιαύτη δειλία έπροξενούσεν είς όποιον ήθελε τήν κάμει. Τό κοινόν χρέος ύποχρεοί τούς έλευθέρους άνδρας, ή νά νικήσουν, ή νά άπεθάνουν. 'Αλλοίμονον, ώ 'Ελληνες, είς τούς λιποτάκτας καί αύτομόλους! Αύτοί είς τούς προγόνους μας δέν ήμπορούσαν πλέον νά χαρούν ούδένα άπό τά νόμιμα δίκαια τών συμπολίτων, αύτοί έμισούντο, όχι μόνον άπό τούς λοιπούς συμπατριώτας των, άλλά καί άπό τούς ίδίους των γεννήτορας. Οί συγγενείς των έντρέποντο, όταν ήκουον τά όνόματά των, εί μέν ήτον άγαμοι, κανείς δέν τούς έδιδε τήν θυγατέρα του διά γυναίκα, καί άν ήτον ύπανδρευμένοι, έβδελύττοντο άπό τάς ίδίας των συζύγους καί άπό αύτά τά ίδια τέκνα των. Πώς, λοιπόν, νά μήν προκρίνη ό έλεύθερος χίλιας φοράς καλλιότερα τόν θάνατον, άπό μίαν τοιαύτην άτιμον ζωήν, καί νά φύγη; Μήπως τού έμνησκεν ίσως έλπίδα νά σμικρύνη τήν άτιμίαν του, διά μέσου τών προγόνων του; 'Ε! τά τοιαύτα ούτιδανά μέσα, όπού ύπό τής δουλείας άνθίζουν, ώς ούδέν λογίζονται είς τάς έλευθέρας πολιτείας, καί όχι μόνον ό δειλός έκατάσταινε τόν έαυτόν του τόσον άτιμον, άλλά διεδίδετο τοιαύτη άτιμία καί είς τούς άπογόνους του, είς τρόπον, όπού τά τέκνα του τόν άναθεμάτιζον καί έντρέποντο νά κράζωνται υίοί του, έως όπού άφ' έαυτού των, μέ κανένα άξιον έργον, ήθελαν ήμπορέσει νά ξαναλάβουν τήν χαμένην των δόξαν καί κοινήν ύπόληψιν. Διά τούτο λοιπόν ό έλεύθερος, παρακινημένος άπό τό έν μέρος άπό τήν άγάπην τής πατρίδος του καί άπό τήν πρός αύτήν εύγνωμοσύνην του, άπό τό άλλο δέ πεφοβισμένος άπό τήν άφευκτον άτιμίαν καί κοινήν καταφρόνησιν, δέν αίσθάνετο ποσώς τά άνάξια κεντήματα τής δειλίας, ούτε έστοχάζετο κάν είς τήν ζωήν του, άλλά μόνον είς τήν δόξαν τής νίκης καί είς τό χρέος τό πατριωτικόν. 'Ιδού, όπού παύει ό θαυμασμός, ώ 'Ελληνες, ώς πρός τούς έλευθέρους, άν μέ τόσην άφθονίαν έκχύουσι τό αίμα των. Πόσον όμως πρέπει νά θαυμάζη τινάς, όταν βλέπη, καί καθημερινώς τό βλέπει, τούς δούλους νά φονεύωνται είς τούς πολέμους, χωρίς νά ήξεύρουν τό διατί, έκείνους, λέγω, τούς ταλαιπώρους στρατιώτας, οί όποίοι μέ βίαν καί δυναστείαν άρπάζονται διά προσταγής τών σκληρών τυράννων των άπό τάς πτωχικάς των οίκίας, καί άκουσίως βαδίζουν είς άφευκτον έσφαγιασμόν, έκείνους τούς άθλίους, λέγω, καί μισθωτούς αίχμαλώτους καί έπί ζωής των άνελευθέρους, οί όποίοι άπό τήν νεότητά των μέχρι τού έσχάτου γήρατός των τυραννούνται καί βασανίζονται, κακώς ένδυμένοι, καί συχνώς ραβδισμένοι, ούσα ή τροφή των πολλά χειροτέρα άπό έκείνην τών ίδίων άλόγων ζώων, χωρίς ποτέ νά 'λπίζουν, βεβαίως, βραβεία είς τά άξια κατορθώματά των, χωρίς νά είναι κύριοι τού έαυτού των, όχι είς τό νά πράξουν κατά τήν θέλησίν των, άλλ' ούτε κάν νά όμιλήσουν, πάντοτε ύβρισμένοι καί καταφρονημένοι, ύποφέροντες μίαν άδικον καί βιαστικήν παρθενίαν, καί γηράζοντες, χωρίς νά ήμπορούν νά είπούν ότι έζησαν. Τόσον πλήθος, λέγω, ταλαιπώρων θνητών, όπού τά άφευκτα έλαττώματα μιάς ζωής, παντάπασιν όκνηράς, φθείρουν τά ήθη τόσον πολίτων, οί όποίοι είς έλευθέραν πολιτείαν ήθελον ήτον οί τιμιώτεροι καί ένδοξότεροι πάντων, τέλος πάντων, τόσους δούλους, οί όποίοι δέν γνωρίζουν, ούτε έχουν πατρίδα. Πότε, παραδείγματος χάριν, ό άθώος έφυλάχθη άπό τούς νόμους; Πότε έτόλμησεν κανείς άπό αύτούς νά φωνάξη μέ θάρρος έμπροσθεν όλων τών έχθρών του: «Ούχί! δέν σάς φοβούμαι, έγώ είμαι διαυθεντευμένος άπό τούς νόμους, οί όποίοι θέλει σάς τιμωρήσουν διά τήν συκοφαντίαν σας»; Ούδέποτε, άγαπητοί μου. Αύτοί δέν είδον κάν τό πρόσωπον τού κυρίου των, καί τρέμουσι είς κάθε προσταγήν του, χωρίς νά γνωρίσωσι τήν αίτίαν. Αύτοί λοιπόν, οί τόσον βδελυκτοί άνθρωποι, καί ένταυτώ τόσον άξιοι συμπονέσεως, φονεύονται καί αύτοί, καί όρμούσι κατά τών έχθρών. Βέβαια, μεγάλη είναι ή άναισθησία αύτών τών δούλων, καί ώφέλιμον είναι νά έρευνήσωμεν τάς αίτίας, διά νά μήν θαυμάζωμεν πλέον ούτε δι' αύτούς. 'Απεδείχθη άνωτέρω, ότι ό έλεύθερος άνθρωπος φονεύεται είς τόν πόλεμον έκουσίως διά δύο άφορμάς, διά εύγνωμοσύνην δηλαδή πρός τήν πατρίδα του, καί διά τιμήν καί δόξα τού γένους του, ήτοι τού έαυτού του. 'Αλλά είς τούς δούλους άμφότερα δέν έχουν τόν τόπον τους, έπειδή ούτε πατρίδα, ούτε τιμήν έχουσιν οί ταλαίπωροι. Τήν πατρίδα των τήν έπώλησαν τής ίδίας άτιμίας, όπού είς τόν θρόνον εύρίσκεται, καί έξακολούθως αύτοί, ώ 'Ελληνες, δέν ήμπορούσι νά έχωσι τήν άληθή τιμήν, ή όποία συνίσταται είς τήν κύρωσιν τών νόμων καί τών λοιπών συμπολίτων είς τάς κατά μέρος πράξεις τού καθενός' είς αύτούς φθάνει ή κύρωσις μόνο τού τυράννου, διά νά καταστήση χρηστά τά πλέον βδελυκτά έργα. 'Αλλη, λοιπόν, δέν είναι ή αίτία, όπού τούς παρακινεί νά θυσιάζωνται τόσον άνοήτως, είμή ό φόβος.


'Η φύσις, άδελφοί μου, όπού έμφύτευσεν είς τάς καρδίας μας τήν κλίσιν πρός τό βελτίον, ήτοι τήν έλπίδα, διά νά μάς φυλάξη άπό ένα άφευκτον καί γενικόν άφανισμόν, ώς άνωθεν είπον, μετά τής έλπίδος, ή ίδία φύσις, διά νά μήν μάς άποκαταστήση παντάπασιν άναισθήτους, μάς έδωσεν τήν ύποψίαν πρός τό χείρον, ήτοι τόν φόβον. 'Ο μέν έλεύθερος, λοιπόν, ούτε έλπίζει, ούτε φοβείται είς τό ό,τι μέλλει νά πράξη, διότι είναι βέβαιος, καί πολλά βέβαιος, ότι, άν πράττη καλώς, ήτοι κατά τάς νομικάς διαταγάς, βραβεύεται, καί άν πράττη έναντίον αύτών, παιδεύεται. 'Αλλ' ό δούλος έξ έναντίας, άπό μίαν ώραν είς άλλην, άπερνά άπό μεγάλας έλπίδας είς άκρον φόβον, όντας βέβαιος καί αύτός, καί πολλά βέβαιος, ότι ή καλώς, ή κακώς πράξη, ποτέ μέν βραβεύεται, ποτέ δέ θανατούται, ώσάν όπού είναι άδύνατον νά προΐδή τού τυράννου τήν θέλησιν, ή όποία μεταβάλλεται κάθε στιγμήν. Καθώς ούν ή έλευθερία άποκαταστεί τόν άνθρωπον γενναίον, ένάρετον καί φιλοπάτριδα, ούτως καί ή τυραννία τόν άποκαταστεί ούτιδανώτερον τών ίδίων άλόγων ζώων, καθώς κατωτέρω δειχθήσεται, καί τοσούτον οί δούλοι χάνουν τό άνθρώπινον λογικόν, όπού πάντοτε φοβούνται τό ό,τι δέν ήμπορεί νά τούς φοβίση. Πλήν, ή άναισθησία των τούς κρύπτει τήν άλήθειαν. 'Ο τύραννος τρέμει, έπειδή αύτός μόνον γνωρίζει τήν καθαυτό άδυναμίαν μιάς άπολελυμένης άρχής, καί κάθε φοράν όπού βλέπει τούς τυφλούς δούλους του, βλέπει ένταυτώ τήν βρωμεράν ζωήν του νά κρέμαται άπό έν πτενόν ράμα, καί πάντοτε λέγει είς τόν έαυτόν του: «'Ε! άν αύτοί προφέρουν μίαν φοράν τό όχι, ή δύναμίς μου τελειούται.» Πλήν, ματαίως καί οί περισσότεροι άπό αύτά τά τωρινά τέρατα φοβούνται, ώσάν όπού οί δούλοι τους είναι τόσον κεχαυνωμένοι καί πεφοβισμένοι, όπού ούτε κάν γνωρίζουν πώς ύπόκεινται. Αύτός, λοιπόν, ό φόβος, ό στερεώτερος στύλος τής τυραννίας, αύτός, ώ 'Ελληνες, όδηγεί τούς δούλους είς τόν πόλεμον. Καί, έπειδή όλοι οί δούλοι είς αύτόν παρομοίως ύπόκεινται, ούτως ό δεύτερος άκολουθεί τά βήματα τού πρώτου, καί ό τρίτος τού δευτέρου μέχρι τού έσχάτου. 'Υπάγουν, πολεμούσι, κοπιάζουν, φονεύονται, τέλος πάντων, χωρίς νά ήξεύρουν ούτε διατί έπήγαν, ούτε διατί δέν έπρεπε νά ύπάγουν. 'Αν όμως ή άναισθησία των καί ό φόβος τούς φέρη είς τόν πόλεμον, ή δειλία, ώς άναγκαία έξακολούθησις τής δουλείας, εύθύς ξεσκεπάζει τόν χαρακτήρα των, καί ούτως πάντοτε βλέπομεν πολυάριθμα στρατεύματα δούλων, όταν εύρίσκουσιν άνθίστασιν, εί καί παραμικράν, εύθύς νά φεύγουν. Οί δούλοι δέν κάμνουσιν άλλην φοράν, βέβαια, τό χρέος των καλλιότερα, παρά όταν φεύγουν. Καί διατί νά μήν φύγουν οί ταλαίπωροι; 'Ισως διά τούς τρείς, ή τέσσαρες όβολούς, όπού ό τύραννός των τούς δίδει διά μισθόν; ή διά τόν φόβον τής άτιμίας; Αύτοί, καί νικηταί καί νικημένοι, τόν μισθόν τους θέλουν τόν έχει, καί νικηταί καί νικημένοι άτιμίαν δέν φοβούνται, ούτε τιμήν έχουν. 'Η μήπως έχουν, τέλος πάντων, συγγενείς, φίλους καί πατρίδα, όπού νά τούς παρακινήσουν; Αύτοί οί δυστυχείς είναι άγορασμένοι άπό τόν τύραννόν τους, ώσάν τόσα βόδια ή άλογα. Φεύ! ώ άνυπόφορος έντροπή τής άνθρωπότητος! 'Εως πότε ή φωνή τής φιλοσοφίας θέλει λαλεί τήν άλήθειαν ματαίως! 'Εως πότε οί άνθρωποι νά άτιμάζουν τήν άνθρωπότητα! Οί δούλοι, ώ 'Ελληνες, φυλάττουσιν είς τήν φυσιογνωμίαν των τά χαρακτηριστικά σημεία τής δουλείας των, καί κάθε έλεύθερος μέ μεγάλην εύκολίαν γνωρίζει τόν δούλον. 'Η δειλία είναι τό πρώτον καί άφευκτον σημείον είς αύτούς, ή όποία αύξάνει είς τάς ίδέας των κάθε παραμικρόν κίδυνον, καί κάθε δύσκολον έπιχείρημα δι' αύτούς είναι άδύνατον. Διά τούτο, καί ό θαυμαστός τών 'Αθηνών άρχιστράτηγος, γνωρίζοντας νά εύρίσκοντο μερικοί ξένοι δούλοι, καί δειλοί, άνάμεσα είς τούς έλεύθερους στρατιώτας του, καί μέλλοντας νά συγκροτήση τήν μάχην μετά τών έχθρών, ήθέλησεν νά έβγάλη αύτά τά έμπόδια άπό τό στράτευμά του, καί έπιχειρίσθη τόν άκόλουθον τρόπον: «'Οποιος άπό έσάς», τούς λέγει, «ώ στρατιώται, κατά τύχην άλησμόνησε κανένα πράγμα του είς τήν πόλιν, άς ύπάγη νά τό πάρη, καί έπειτα άς ξαναγυρίση», είς τρόπον όπού όλοι οί δειλοί μέ αύτήν τήν πρόφασιν άνεχώρησαν. Καί τότε αύτός έφώναξεν: «'Ιδού, συμπολίται μου, όπού είμεθα έλεύθεροι άπό αύτά τά βάρη. Οί άνανδροι έφυγον, καί ή νίκη είναι βεβαία διά ήμάς». Καθώς καί ήκολούθησεν. 'Αν κανένας άρχιστράτηγος δούλων ήθελε κάμει τοιαύτην δοκιμήν είς τούς στρατιώτας του, βέβαια δέν ήθελεν έκχυθή αίμα μέ τελειότητα, ώσάν όπού όλοι ήθελαν έπιστρέψει είς τήν πολιτείαν. 'Ο έλεύθερος όμως, ώ 'Ελληνες, λέγει: «'Αν έγώ δέν διαυθεντεύσω τήν πατρίδα μου, ποίος θέλει διαυθεντεύσει έμένα; 'Εγώ είς αύτήν έλπίζω τήν εύτυχίαν μου. 'Εγώ είς τόν ναόν της ώρκίσθην, ένώπιον όλων μου τών άδελφών, νά άπεθάνω δι' αύτήν, πώς νά γίνω έπίορκος; 'Εγώ είς τήν γήν της έχυσα τούς ίδρώτας μου, πώς νά άφήσω τούς καρπούς της είς χείρας άλλοτρίων; 'Εγώ, τέλος πάντων, είμαι έν μέρος τού όλου, πώς νά τό άσχημίσω μέ τήν έλλειψίν μου; Τό χρέος μου είναι άπειρον πρός αύτήν, οί φίλοι μου μέ κράζουν, οί συγγενείς μου μέ βιάζουν, τά τέκνα μου μέ παρακαλούν, ή έλευθερία μ' έγκαρδιώνει. Καί έγώ, νά μείνω άμέτοχος τών βραβείων, όπού τυχαίνουν είς τούς νικητάς; Νά χάσω έγώ τόν στέφανον τής δόξης διά δειλίαν καί άτιμον φιλοζωίαν; Τί είναι, τέλος πάντων, αύτός ό θάνατος, είμή ή ύστέρησις τής ζωής; 'Αλλά, πώς ήμπορώ έγώ νά ζήσω, χωρίς πατρίδα; 'Ισως είναι ή λύπη δι' αύτήν τήν ύστέρησιν; 'Αλλ' ήθελεν είναι άνοησία, νά λυπήται τινάς διά ένα κακόν, όπού άκόμη δέν ήθελε τού συνέβη, καί όταν τού συμβαίνη ό θάνατος, τότε δέν είναι πλέον είς καιρόν νά λυπηθή. 'Οθεν, έκατόν φοράς προκρίνω νά έκχύσω τό αίμα μου είς τήν όδόν τής δόξης καί είς διαυθέντευσιν τής πατρίδος μου, παρά νά τελειώσω τήν ζωήν μου είς τό κρεββάτι, όπού άποθνήσκει τινάς, διά νά είπώ ούτως, πρίν χάση τήν ζωήν του. 'Ε! αύτή ή ζωή μου είναι έν δώρον της. 'Εγώ έζησα ύποκάτω είς τούς νόμους της, έπια τά ύδατά της, έφαγα τούς καρπούς της. Πρέπει, λοιπόν, νά τήν διαυθεντεύσω, καί ώς θνητός, πλήν άληθής συμπολίτης, νά άποκαταστήσω έπωφελή καί τό ίδιον τέλος τής ζωής μου. 'Η νίκη, ή ό θάνατος άς μέ στέψωσιν, καί άς φύγη μακρόθεν άπό έμέ κάθε δειλός στοχασμός. Ναί, πατρίς μου ίερά, έγώ τρέχω πρός διαυθέντευσίν σου, άμποτες νά άποδειχθώ εύγνώμων είς τάς χάριτάς σου καί νά συναριθμηθώ είς τόν κατάλογον τών διαυθεντευτών σου». Τοιουτοτρόπως, άδελφοί μου, όμιλεί ό έλεύθερος, όταν εύρίσκεται άρματωμένος πρός διαυθέντευσιν τής πατρίδος του, καί τοιουτοτρόπως έκπληρούσιν οί έλεύθεροι τό χρέος των πρός τούς συμπολίτας των, πρός τήν πατρίδα των, πρός τούς συγγενείς των, καί πρός τούς φίλους των. Λέγω πρός τούς φίλους των, έπειδή ή φιλία, ύπό τής νομαρχίας, είναι ένα άπό τά κυριώτερα μέσα τής άνθρωπίνης εύδαιμονίας. 'Η τυραννία, ώ 'Ελληνες, άνάμεσα είς τά τόσα καλά, όπού ύστερεί τής άνθρωπότητος, κατασταίνει πρός τούτοις καί τήν φιλίαν έν κτήμα έπικίνδυνον. 'Η φιλία, άδελφοί μου, γεννάται άπό τήν όμοιότητα τών ήθών τε καί ίδεών δύο ύποκειμένων, καί αύτό άκολουθεί κατά τό μάλλον καί ήττον, είς τρόπον όπού θέλοντας ό ένας ό,τι θέλει καί ό άλλος, άγαπώνται άμοιβαίως, καί τοιαύτην άγάπην ούδέν μέσον είναι ίκανόν νά τήν διαλύση, ούτε ή ίδία τυραννία δύναται νά σμικρύνη τήν δύναμίν της, άλλ' έξεναντίας, καί ό καιρός καί ή άπουσία περισσότερον τήν στερεούσι, καί άσφαλεστέραν τήν άποκαθιστώσι. Αί δυστυχίαι τού ένός φίλου λογιάζονται ώς ίδιαι παρά τού άλλου, καί άμφότεροι χαίρονται είς τάς ξεχωριστάς των εύτυχίας. 'Ο ένας κινδυνεύει τήν ζωήν του, διά νά έλευθερώση έκείνην τού φίλου του, ό άλλος έξοδεύει όλην τήν περιουσίαν του, διά νά φυλάξη τόν φίλον του, καί έν ένί λόγω, είς δύο άληθείς φίλους τά πάντα είναι κοινά, κατά τό ρητόν τού μεγάλου Πυθαγόρα. 'Ω, πόσα παραδείγματα μάς παρασταίνει ή ίστορία πρός τιμήν τής φιλίας, άπό τά όποία δέν ήμπορώ νά σιωπήσω τό άκόλουθον. Βασιλεύοντος Διονυσίου τού Τυράννου είς Συρακούζην, έσυκοφαντήθη πρός αύτόπαρά τινος προδότου ένας ένάρετος άνθρωπος, ένωμένος μέ τούς ήδυτάτους δεσμούς μιάς είλικρινεστάτηςφιλίας. 'Ο τύραννος ούν, κατά τήν συνήθειαν τών έπί θρόνου καθημένων, καταδικάζει τόν άθώον είς θάνατον, καί δέν καταδέχεται ούτε κάν νά τόν ίδή, όχι δέ νά τόν άκούση. Μανθάνει ό άθώος τήν άπόφασιν, χωρίς έκπληξιν, ώσάν όπού έγνώριζε, ότι οί δούλοι ύπόκεινται είς τό νά χάσουν τήν ζωήν των είς κάθε στιγμήν, καί κατά τήν όρεξιν τού τυράννου. Δέν λυπείται δι' άλλο τι, είμή μόνον, ότι άφηνε τάς ύποθέσεις του είς άκραν άταξίαν. Διό τρέχει πρός τόν τύραννον, καί μετά δακρύων τόν παρακαλεί, νά άναβάλη τόν καιρόν τού θανάτου του διά όλίγας ήμέρας, καί νά τού δώση τήν άδειαν νά ύπάγη είς τήν πατρίδα του, διά νά διορθώση τάς ύποθέσεις τού σπιτίου του, καί έπειτα μέ όρκον τού τάζει νά ξαναγυρίση, διά νά λάβη τόν θάνατον. 'Ο τύραννος, λοιπόν, τού άπεκρίθη, ότι ήθελε τού κάμει τοιαύτην χάριν, πλήν ύπωψίαζε, μήπως δέν ήθελεν έπιστρέψει, καί διά τούτο άν ήθελε τού προσφέρει ένα έγγυητήν - τόν όποίον νά ήθελε θυσιάσει, άν αύτός ήθελε τόν ήπατήσει – τότε ήθελε τού δώσει τήν άδειαν. 'Ακούσας δέ ό φίλος του αύτά, εύθύς τρέχει πρός τόν τύραννον, καί μετά χαράς τού λέγει, δεικνύοντας τόν έαυτόν του: «'Ιδού ό έγγυητής του. 'Εγώ μένω είς φυλακήν, έως είς τήν έπιστροφήν τού φίλου μου, καί είμαι έτοιμος νά θυσιασθώ είς έλλειψίν του». Τότε ό τύραννος έπροσδιώρισεν τήν ήμέραν, έως είς τήν όποία ήθελε τόν προσμείνει, καί παραχρήμα ό μέν πρώτος άνεχώρησεν, ό δ' άλλος έβάλθη είς φυλακήν. Καθείς ήμπορεί νά ίδεασθή τήν χαράν τής εύγνωμοσύνης καί τής εύπραξίας, όπού άμφότεροι αίσθάνθησαν. 'Επήγεν, λοιπόν, είς τό όσπίτιόν του καί μετά πάσης σπουδής έδιώρθωσε τάς ύποθέσεις του, δίδοντας δέ τόν ύστερινόν άσπασμόν είς τήν σύζυγόν του καί τέκνα του, ταχέως έπέστρεφεν πρός τόν τύραννον, καί έφθασεν πρίν τού τέλους τής προσδιωρισμένης ήμέρας. 'Αλλ' ό τύραννος, βλέποντας τοσαύτην έμπιστοσύνην, τρόπον τινά έκινήθη είς σπλάγχνος καί τούς ήλευθέρωσεν άμφοτέρους. 'Ιδού, ώ άγαπητοί μου, πόσον δύναται νά πράξη ή φιλία, όταν εύρίσκεται όντως ριζωμένη είς τάς καρδίας δύο ύποκειμένων. Στοχάζεσθε, ίσως, νά είχον αύτοί οί δύο φίλοι καρδίας δούλων; Ούχί, ώ 'Ελληνες! Αύτοί έφρονούσαν έλευθέρως, καί μόνον ύπόκειντο είς τόν τύραννον, καθώς τήν σήμερον άκολουθεί είς τούς περισσοτέρους τού γένους μας. Πώς είναι δυνατόν νά άνθίση τοιαύτη φιλία είς σκλαβωμένας καί δούλας ψυχάς; Οί δούλοι, ώ 'Ελληνες, άν καί κατά συμβεβηκός συμφωνήσουν είς μερικάς ίδέας των, δέν ήμπορούν ποτέ νά συμφωνήσουν είς τόν κυριώτερον σκοπόν τού άνθρώπου, δηλαδή είς τήν άρχήν τής εύτυχίας των, ώσάν όπού καθείς άπό αύτούς, εύρισκόμενος είς μίαν παντοτινήν άβεβαιότητα, φυλάττει καθείς ξεχωριστόν τρόπον είς τό νά ζή, καί έξακολούθως προσπαθεί διηνεκώς νά διαφθείρη τήν διαγωγήν του, καί νά τήν παρομοιάζη μέ τήν θέλησιν τού τυράννου, έπειδή τό πάν κρέμαται άπό αύτό τό βρωμερόν τέρας. 'Οθεν, όποιος εύτυχεί, άγνοεί τό αίτιον, καθώς καί όποιος δυστυχεί. Ούχί δέ ύπό τής νομαρχίας άκολουθεί ούτως. 'Αλλ' άπαξάπαντες ποθούσιν έν καί τό αύτό πράγμα, ήγουν τήν άκριβή διατήρησιν τών νόμων, έξ ήν πηγάζει ή εύτυχία πάντων, καί διά τούτο, άν διαφέρουσι είς άλλας των ίδέας, είς τόν άναγκαιότερον όμως σκοπόν όμογνωμούσιν άπαντες. 'Ας έπανέλθωμεν λοιπόν είς τό προκείμενον. 'Εχοντες όλοι οί έλεύθεροι άνθρωποι τήν ίδίαν ζέσιν καί άγάπην είς τήν διοίκησίν τους, όταν ή χρεία τό καλή, όλοι όμοθυμαδόν τρέχουσι είς διαυθέντευσιν τής πατρίδος των, ήτοι τών νόμων των καί τής εύτυχίας των. Οί δούλοι δέ εύρισκόμενοι πάντοτε άσύμφωνοι, κανείς δέν ήμπορεί νά διαυθεντεύση τήν πατρίδα του, έκουσίως καί μέ πόθον, νομίζοντές την έν άλλότριον κτήμα, καί διά τούτο πάντοτε νικώνται. Είς αύτούς, άγαπητοί μου, λείπει τό κυριώτερον μέσον διά τήν νίκην, τούς λείπει, λέγω, ή όμόνοια, έπειδή, ώς προείπον, δέν έχουν όλοι τόν ίδιον σκοπόν, καί έν καιρώ βίας, ό δούλος δέν στοχάζεται δι' άλλο, είμή μόνον καί μόνον διά τόν έαυτόν του, καί είς τόν έαυτόν του μόνον εύρίσκει καί πατρίδα, καί συγγενείς, καί φίλους, καί τέλος πάντων τήν εύτυχίαν του. Καί μήν ήμπορώντας νά έλπίζη είς άλλο τι, ούτε δι' άλλο τι τόν μέλει, παρά διά τόν έαυτόν του, καί ούτως άκολουθεί: όπου δούλοι, έκεί καί άσυμφωνία, όπου δέ άσυμφωνία, έκεί καί όλεθρος. Οί τύραννοι, ώ 'Ελληνες, μέ τό νά γνωρίζουν τήν άφ' έαυτών των άδυναμίαν, πάντοτε έπροσπάθησαν διά μέσου τής άσυμφωνίας, νά κυριεύουν καί τυραννούν τήν ταλαίπωρον άνθρωπότητα, καί πάντοτε διά μέσου αύτής έπέτυχον τού σκοπού των. 'Η άσυμφωνία, βέβαια, είναι ένα άλάνθαστον προγνωστικόν σημείον δουλείας. Πολλά εύκόλως, ώ 'Ελληνες, νικείται ένας άσύμφωνος έχθρός. 'Οσον δυνατός καί νά είναι, έπειδή αύτή τόν διαμοιράζει, διά νά είπώ ούτως, είς τόσους μικρούς έχθρούς, καί ή δύναμίς του έξακολούθως έλαττούται. Καθώς έπί παραδείγματι οί δάκτυλοι τής χειρός, οί όποίοι κινούμενοι όλοι μαζί, έχουσιν άσυγκρίτως μεγαλειτέραν δύναμιν, παρά άπ' ό,τι ήθελεν έχει ό καθείς κατά μέρος. 'Η όμόνοια, λοιπόν, είναι καί αύτή μία έξακολούθησις τής έλευθερίας, καθώς καί ό έρως τής πατρίδος, καί πάντα τά θαυμάσια καί χρηστά έργα. Πρός τούτοις, είς τάς έλευθέρας πολιτείας, μόνον, φυλάττεται σώα ή άληθής καί γλυκεία είκών τού γάμου, ή όποία είς τήν φυσικήν ζωήν έλειπε, καί είς τήν δουλείαν κατεστάθη τό άχρειέστερον πράγμα τού κόσμου. Οί πατέρες άμφιβάλλουν διά τά ίδιά των τέκνα, καί αύτά άγνοούσι τούς άληθείς γεννήτοράς των. Πού άναισχύντως αί γυναίκες προστάζουσι τούς άνδρας, καί πού άσπλάγχνως οί άνδρες τυραννούσι τάς συζύγους των, πού ό γάμος έκτελείται ό ύστερος, καί πού συζεύγονται δύο, όπού ποτέ δέν ώμίλησαν μαζί. 'Αλλά, ποτέ δέν ήθελα τελειώσει, άν ήθελα περιγράψει καταλεπτώς τών διαφόρων ύποδουλωμένων λαών τάς άσελγείας καί κακάς πράξεις, αί όποίαι διαφέρουσι άλλήλων, ώς καί αί τυραννίαι διάφοροι άποκαθίστανται άπό τάς περιστάσεις, δηλαδή άπό τά πρώτα ήθη τού ύποδουλωθέντος λαού, άπό τό κλίμα, άπό τήν ποσότητα τών κατοίκων, άπό τήν μεγαλειότητα τής έπικρατείας καί άπό μύρια άλλα αίτια, όπού δέν άναφέρω, χάριν συντομίας. Οί δούλοι, ώστόσον, ή άπό μίαν άκραν άδιαφορίαν, ή άπό άτιμον σκοπόν, ή άπό βίαν, ή άπό φιλαργυρίαν, ή άπό μόνην φιλαυτίαν, παρακινούνται καί ύπανδρεύονται, καί βέβαια, κανείς άπό αύτούς δέν λαμβάνει γυναίκα, μέ τό ίδιον τέλος, όπού οί προπάτορές μας τό έκαμνον. Οί έλεύθεροι γονείς έπρόσμεναν μέ χαράν νά άποκαταστήσουν έντελή τήν εύτυχίαν τών τέκνων των, καί οί νέοι έλάμβανον τάς νέας διά συζύγους των, είς τήν ήλικίαν, όπού ή ίδία φύσις προσδιορίζει. 'Αλλά φεύ! ό δούλος, ό έξηκοντούτης λέγω δούλος, λαμβάνει διά γυναίκα μίαν δεκαπενταετή κόρην, ή μία γραία ύπανδρεύεται ένα νέον, καί ούτως άρχινά ή δυστυχία των καί τά βάσανά των, άπό τήν ήμέραν τού γάμου, μέχρι τέλους τής ζωής των. Οί 'Ελληνες, είς τούς άπερασμένους αίώνας, έπροσπαθούσαν νά έπιτύχουν, είς τούς νυμφίους, συμφώνως τούς στοχασμούς των, τάς ίδέας των, τά ίδιώματά των, καί τήν ήλικίαν των, οί 'Ελληνες δέ τών παρόντων αίώνων, είς τά χρήματα μόνον άτενίζουσιν ή μόνον είς τά κάλλη, καί πολλοί άπό αύτούς είς άλλοτρίαν γήν, καί άλλογενείς λαμβάνουν διά γυναίκας - περί ήν κατωτέρω ρηθήσεται. Τότε τά τέκνα ήτον γλυκεία έλπίς τών γεννητόρων, νύν δέ πρόξενος βασάνων καί άδημονιών.
Μάλιστα δέ είς τήν ... 'Η έλευθέρα μήτηρ έθήλαζε τά ίδια τέκνα της μόνη της καί μέ άκραν χαράν, άλλ' ή διεφθαρμένη δούλη τής Γαλλίας, ή καί τής'Ιταλίας, καί μερικαί ψευδαρχόντισσες τής Κωνσταντινουπόλεως . 'Ελλάδα, όπού οί νέοι μόλις φθάνουν είς τήν ποθουμένην ήλικίαν τής νεότητος, είς στήν όποίαν ήμπορούν νά ώφελήσουν τούς γονείς των, καί νά τούς άνταμείψωσι διά τάς χάριτας, όπού παρ' αύτών έλαβον, ή άνάγκη εύθύς τούς ξεχωρίζει, καί πολλάκις διά παντός, άπό τούς γεννήτοράς των, τούς συγγενείς των καί τούς φίλους των, διά νά τούς έκθέση είς τάς καταδρομάς τής τύχης, είς τούς έλέγχους τών βαρβάρων, καί τέλος πάντων είς άνυπόφορον κακόν γήρας είς άλλοτρίαν γήν. 'Ιδού, ίδού λοιπόν, ώ 'Ελληνες, είς τί μάς έφερεν ή δουλεία, καί είς όποίαν άθλίαν κατάστασιν έκαταντήσαμεν. Εύκόλως ήμπορείτε νά καταλάβητε τώρα, ώ 'Ελληνες, πόσον είναι τό χρέος τών έλευθέρων λαών είς τό νά διαυθεντεύσωσι τήν πατρίδα των, καί έξακολούθως πόσον εύχαρίστως τό έκπληρούσι. 'Αφού όμως συντρίψετε τάς άλύσους σας, τότε θέλετε αίσθανθή, άγαπητοί μου, καί εύκολώτερα καί καλλιότερα, τήν δύναμιν, όπού έχει ή έλευθερία είς τάς καρδίας τών άνθρώπων. 'Εγώ δέ, σιωπώντας κάθε άποδεικτικήν διήγησιν, τελειώνω μέ τό άκόλουθο παράδειγμα.Εύρισκόμενος ένας στρατιώτης, λέγει ό άξιάγαστος Πλούταρχος, είς τήν μάχην, καί άφού νίκησαν τόν έχθρόν, έτρεξεν νά έμποδίση τό πλοιάριον είς ένα ποταμόν, όπου ήθελε νά διέλθη ό άρχιστράτηγος τών ...λεως, μόλις καταδέχονται νά τών όμιλήσουν, καί σιχαίνονται νά τά άσπασθώσι. Πολλαί άπό αύτάς ούτε κάν γνωρίζουσι τά τέκνα των, έπειδή, εύθύς όπού τά γεννώσι, τ' άρπάζει μία ξένη δούλη, καί άπό αύτήν τά μεταφέρουν είς τά φροντιστήρια, ή μάλλον είπείν κολαστήρια, άπό τά όποία δέν έβγαίνουν, είμή μετά δεκαπέντε χρόνους. Πώς λοιπόν, νά μήν παύση είς τούς νέους ή πρός τούς γονείς των άγάπη, ή όποία γεννάται μόνον άπό τήν καλοποιίαν; Αί τοιαύται μητέρες, όταν ένθυμώνται μόνον τά όνόματα καί τό γένος τών τέκνων των, είναι άρκετόν, μάλιστα περισσόν. άντικειμένων, καί φθάνοντάς το τό ήρπασε μέ τήν δεξιάν του χείρα, διά νά τό βαστάξη, έως νά έλθουν οί συμπολίται του, άλλ' οί έχθροί άπό τό πλοίον τού τήν έσύντριψαν, αύτός δέ παραχρήμα έκτείνει τήν άριστεράν καί έπαθε τό ίδιον. Τότε, ώς λέων, ώρμησε μέ τούς όδόντας νά τό άρπάση, καί εύθύς τόν άποκεφάλισαν. 'Ω! πόσον, πόσον ζήλον ή πατρίς είχεν έμφυτεύσει είς τήν καρδίαν έκείνου τού ήρωος! Καί πόσον άπέδειξεν έμπράκτως τήν εύγνωμοσύνην του πρός αύτήν! 'Αναγκαίον μοί φαίνεται, άγαπητοί μου, τώρα, όπού έκαταλάβητε τό πόσον χρέος έχει ό έλεύθερος νά διαυθεντεύη τήν πατρίδα του, καί πόσον εύχαρίστως τό έκτελεί, νά σάς φανερώσω έν συντόμω, τίνι τρόπω καί οί έλεύθεροι λαοί ύποδουλώνονται, καί πόσον δύσκολος είναι ή έπανόρθωσις τινών, πόσον δέ εύκολος άλλων. 'Αλλά, διά νά έννοήσωμεν τήν ύπόθεσιν καλλιότερα, άς έρευνήσωμεν πρότερον τάς αίτίας τοιαύτης μεταβολής, καί βέβαια, θέλει μάς εύκολυνθή ή κατάληψίς της. Βέβαια, φαίνεται νά είναι μία άναγκαία έξακολούθησις τής ύπάρξεως τού παντός αύτή ή παντοτινή μεταβολή καί άκαταστασία όλων τών άνθρωπίνων
έργων, ή όποία μάς άποδεικνύει τήν άτελειότητά μας, καί είναι φανερά ή αίτία! Πώς δύναται νά έβγη έκ τού άτελούς τό έντελές; Πώς ήμπορεί ό άδύνατος καί περιωρισμένος μας νούς, νά έφεύρη καί νά κατορθώση πράγματα σταθερά καί έντελή; 'Αφευκτος, λοιπόν, είναι ή άτελειότης καί άκαταστασία είς τά άνθρώπινα πράγματα, διά τούτο, ώς πρός ήμάς, όσα όλιγοτέραν άτελειότητα φυλάττουσι, ώς έντελή νομίζονται, καί έξ έναντίας, μήν όντας έντελές ούδέν, δέν εύρίσκεται έξακολούθως πράγμα, όσον καλόν καί άν είναι, όπού νά μήν ύποθέτεται έν καλλιότερον άπό αύτό, καί όσον έντελές νά φαίνεται, νά μήν εύρίσκη τινάς είς αύτό διαφόρους άτελειότητας.
'Η νομαρχία λοιπόν, άγκαλά καί νά είναι, ώς άπεδείχθη, ή καλλιοτέρα διοίκησις, καί μόνη πρόξενος τής εύτυχίας μας, μ' όλον τούτο, καί αύτή έχει τά έλαττώματά της, ώς έργον άτελούς ποιήματος, δηλαδή ώς άνθρώπινον έργον, καί ούτως, άφού διέλθη τήν νηπιότητα, τήν νεότητα, τήν άνδρότητα, τέλος πάντων γηράζει καί άπεθαίνει. Αύτή ή διοίκησις ήμπορεί νά παρομοιασθή είς ένα πύργον ύψηλόν καί περίφημον, ό όποίος, όταν κτισθή άπό άρχιτέκτονα άξιον βέβαια, βαστάται καί μένει σώος διά πολλούς αίώνας, άλλά πρέπει καί αύτός νά ύποκύψη είς τόν άφευκτον νόμον τού καιρού, καί πρέπει άφ' έαυτού του νά γκρεμνισθή. 'Αλλά, πολλάκις, τό συμβεβηκός προλαμβάνει. 'Ενας σεισμός, παραδείγματος χάριν, έν ροπή όφθαλμού καταδαφίζει αίφνιδίως τό πλέον στερεόν κτίριον! ή τό πέσιμον άλλου τινός πύργου, γκρεμνίζει καί αύτόν, ή τέλος πάντων ή πυρκαΐά. Ούτως, άδελφοί μου, καί ή νομαρχία ύποδουλώνεται άπό τούς γείτονάς της, όταν αύτοί πρώτον ύποδουλωθώσι, ή άπό κανένα τύραννον, όπού νά έλθη μέ μεγάλας δυνάμεις νά τήν κυριεύση. Τότε, άγαπητοί μου, καθώς ό πύργος γίνεται ένας σωρός άπό καταχαλάσματα, ούτως καί ή νομαρχία μεταβάλλεται είς μοναρχίαν, ήτοι τυραννίαν (1).
'Από τούτο τό παράδειγμα ήμπορούν, κατά τό παρόν, νά θαυμάζουν όλιγότερον τινές, όπού έρωτώσι, διατί αί μοναρχίαι βαστούν περισσότερον καιρόν, άπό τάς πολιτοκρατίας; Διότι, ή μέν νομαρχία είναι ώς πύργος, ό όποίος ή κατά συμβεβηκός, ή άπό πολυχρονιότητα πρέπει νά πέση, άλλ' ή μοναρχία, ούσα ώς ό σωρός. Τώρα λοιπόν, όπού έβεβαιώθημεν διά τήν άφευκτον μεταβολήν τών διοικήσεων, άκούσατε πρώτον, παρακαλώ, πότε είναι δύσκολος ή έπανόρθωσις μιάς ύποδουλωμένης νομαρχίας, καί έπειτα θέλω σάς φανερώσει τό πότε είναι εύκολος. Τό πρώτον θανατηφόρον σύμπτωμα, διά νά είπώ ούτως, μιάς έλευθέρας πολιτείας, όπού πλησιάζει είς τό τέλος της, ήτοι είς τήν δουλείαν, άπό τήν όποίαν δυσκόλως ήμπορεί νά ξανέβγη, είναι ή διαφθορά τών ήθών, άφού, λέγω, ό καιρός καί ή πολυτέλεια άδυνατίσουν τήν ένέργειαν τών νόμων, τότε άρχίζει τό μέγα κτίριον νά τρέμη, καί ή πολιτεία βαδίζει πρός θάνατον. Παύει, παραχρήμα, έκείνη ή άδελφική άγάπη, όπού πρότερον ένωνε είς έν όλους τούς συμπολίτας, καί είσέρχεται είς τόν τόπον της ή διχόνοια, μία άλλεπάλληλος δυσπιστία, ό φόβος τέλος πάντων. Εύθύς γεννάται είς τάς ψυχάς τών συμπολίτων μία γενική έπιθυμία άρχής. Ούτε πλέον στοχάζονται πατρίδα, ούτε δόξαν, ούτε τιμήν, άλλά καθείς φοβούμενος νά μήν είναι δυναστευμένος, θέλει νά δυναστεύση, καί τότε οί άρχηγοί, άρπάζοντες τούς νόμους είς τάς χείρας των, ίσως χωρίς νά τό καταλάβουν, παραχρήμα ό λαός γίνεται δούλος, καί αύτοί τύραννοι. Καί ίδού ή όλιγαρχία. 'Αλλ' άνάμεσα είς αύτούς τούς άρχοντας εύθύς εύρίσκεται ένας, ό πονηρότερος, ό όποίος, δυναστεύοντας τούς λοιπούς, ύψώνεται είς τόν θρόνον καί γίνεται μονάρχης, ήτοι τύραννος, καί ίδού ή μοναρχία, ήτοι τυραννία. 'Η τυραννία, άγαπητοί μου, άλλο δέν είναι, παρά μία άνεξάρτητος καί άπολελυμένη άρχή ένός πρός τούς τών γκρεμνισμάτων, βέβαια ήθελε μείνει πάντοτε ή αύτή, άν τινες δέν τήν ξαναορθώσουν, καθώς, άν δέν ξανακτίσουν τόν πύργον, μένει πάντοτε ό σωρός άλλους, καί διά τούτο είς ούδέν διαφέρει ή μοναρχία άπό τήν τυραννίαν. 'Αλλά, τήν σήμερον, όπού τά έννέα δέκατα τής οίκουμένης είναι δούλα, καί ύπό τυραννίας βασανίζονται, δέν κρίνω τόσον άναγκαίον νά περιγράψω καταλεπτώς τήν ίδιότητά της, μάλιστα είς έσάς, ώ 'Ελληνες, όπού έντός όλίγου περί τών όθωμανών θέλω όμιλήσει. 'Οθεν, μόνον έν συντόμω, θέλω άναφέρει τι δι' αύτούς, όπού τήν σήμερον όνομάζουν βασιλέας έναρέτους καί πεπολισμένους. Αύτοί, ώ 'Ελληνες, διά μέσου τής θρησκείας καί τών νόμων, έκτελούσι τά όσα ή κακία τους τούς διδάσκει, καί είς άλλο δέν διαφέρουσιν άπό τή όθωμανικήν τυραννίαν, είμή μόνον ότι προσποιούνται. Αύτοί, άδελφοί μου, άδικούσι, κλέπτουσι, άρπάζουσι, καί θανατώνοσι, πλήν τά πάντα άναφέρουσιν είς τούς νόμους, τούς όποίους αύτοί μόνοι τους συνθέτουσι, αύτοί ένεργούσι, καί αύτοί δέν ύπακούουσι. 'Ω, πόσον είναι βέβαιον, ότι ή άνεξάρτητος έξουσία άφανίζει καί τόν πλέον ένάρετον άνδρα! 'Αν, κατά συμβεβηκός, άγαπητοί μου, εύρεθή καί κανένας άπό αύτούς τούς βασιλείς, δέν λέγω δίκαιος καί ένάρετος, έπειδή ήθελεν κατέβη παρευθύς άπό τόν θρόνον, άλλ' όπωσούν καλής διαθέσεως, άφού δι' όλίγον καιρόν δέν άπαντήση άνθίστασιν είς τά προστάγματά του, άποκαθίσταται καί αύτός όμοιος τοίς λοιποίς. 'Ο θρόνος, άδελφοί μου, άλλάζει τήν φύσιν, διά νά είπώ ούτως, τού έπ' αύτόν καθημένου, καί ένθυμηθήτε το, ότι όποιος δέν άκούει ποτέ τό όχι, σπανίως τού τυχαίνει. Οί λαοί τού παρόντος αίώνος έσυνήθισαν τόσον νά είναι δούλοι, όπού χωρίς νά τρομάζουν είς τό νά έξεύρουν, ότι ό μονάρχης ήμπορεί νά κάμη ό,τι θέλει, εύχαριστούνται μόνον νά έπαινώσι έκείνους, όπού δέν πράττουσι όσα κακά ήμπορούσι. ναί. Καί κάθε τύραννος νομίζει διά χρέος άπαραίτητον τών δούλων του τό νά ύπακούεται. 'Η ίστορία, καλλιότερα άπό κάθε άλλον, μάς παρασταίνει τό τί είναι οί τύραννοι. 'Ο Διονύσιος, τύραννος τής Συρακούζης, έφόνευσεν ένα πολίτην, διά νά είδεν είς τό όνειρόν του, ότι είχε σκοπόν νά φονεύση τόν τύραννον, οί νύν δέ τύραννοι, οί λεγόμενοι βασιλείς, θανατώνοσιν έκείνους, τών όποίων ή φυσιογνωμία δέν ήθελεν τούς άρέσει! 'Ας μήν θαυμάσουν είς αύτό μερικοί, όπού άγαπούσι νά τούς διαυθεντεύωσι, άλλ' άς είδοποιηθώσι πρότερον, διά τά όσα κάθε στιγμήν άκολουθούν είς τάς βασιλικάς αύλάς, καί έπειτα, άς άμφιβάλλουν, άν ήμπορούν, είς τά πλημμελήματα καί άδικίας αύτών τών τεράτων. Αύτοί, διά παραμικράς αίτίας, καί συχνάκις διά μίαν βάρβαρον όρεξίν τους, άποφασίζουν τόν θάνατον τόσων χιλιάδων ύπηκόων, κηρύττοντες τόν πόλεμον άναμεταξύ των. Αύτοί δέν ψηφούσι ούτε φιλίαν, ούτε συγγένειαν, καί σπανίως ένας βασιλεύς άνεβαίνει είς τόν θρόνον, χωρίς νά πατήση πρότερον τά λείψανα τών συγγενών του ή τών προγόνων του.'Ω, πόσον ήθελε τρομάξει κάθε αίσθαντικός άνθρωπος, όπού βλέπει τά βασιλικά παλάτια, τά όποία άπό τό έξω μέρος φαίνονται τόσον λαμπρά καί ζωγραφισμένα, άν ήθελεν ίδεί μέ τήν ίδίαν εύκολίαν έκείνους, όπού τά κατοικούσι, είς τήν άληθή στάσιν τής καρδίας των καί τής διαθέσεώς των.
'Ω, πόσον ήθελεν κλαύσει διά τήν δυστυχίαν τού άνθρωπίνου γένους, βλέποντας
1. Ποίος φονεύει τόν άδελφόν του, διά νά τού άρπάση τό σκήπτρον. Ποίος φονεύεται παρά τής συζύγου του, ή όποία θέλει νά βασιλεύση μόνη της. 'Αλλος φαρμακεύει τόν πατέρα του, καί άλλη τά ίδια τέκνα της θανατώνει. τόσα πλήθη άνθρώπων, νά προσμένωσι τήν εύτυχίαν των άπό μερικά τέρατα, όπού είς άλλο δέν έπιμελούνται, είμή μόνον είς τό νά εύχαριστήσουν τάς σαρκικάς των έπιθυμίας καί άλόγους όρέξεις των! Πόσον ήθελαν μετανοήσει, όσοι νομίζουσιν, ότι οί βασιλείς έπιμελούνται διά τό καλώς έχειν τών λαών των, θεωρώντες τους δεδοσμένους είς παντοτινάς τρυφάς! Διατί δέν στοχάζονται οί μοναρχολάτραι, ότι καί κατά φυσικόν τρόπον δέν είναι δυνατόν ένας βασιλεύς νά ήμπορέση κατά χρέος νά όδηγήση τά πάντα; Πώς, άγαπητοί μου, ένας άμαθής καί όκνηρός νά έκτελέση όλα έκείνα, όπού είς τάς έλευθέρας πολιτείας τόσοι ένάρετοι καί άξιοι πολίται, προσπαθούντες όλοι μαζί διά τό κοινόν όφελος, καί διά τήν άκριβή διατήρησιν τών νόμων, όχι όλίγας φοράς σφάλλουσι; Πώς νά ύπακούση είς τούς νόμους έκείνος, όπού όρίζει, πρίν γεννηθή; Καί πώς νά διοικήση όρθώς ό παραβάτης τών νόμων; Πώς νά γνωρίση τό χρέος του έκείνος, όπού άνετράφη είς τόν κόλπον τής όκνηρίας καί τής κολακείας; Πού περισσεύει καιρός τού μονάρχου, νά στοχασθή διά τήν εύτυχίαν τού λαού του ;Πώς λοιπόν, πώς τάχατες νά διοική αύτός, όπού Αύτός έξυπνά τό μεσημέρι, σηκώνεται είς τήν μίαν ώραν, έξοδεύει άλλην μίαν διά νά προγευθή, άλλη μία χρειάζεται διά νά τόν ένδύσουν, είς τάς τρείς τόν φέρουν είς τήν περιδιάβασιν, είς τάς πέντε έπιστρέφει είς τό γεύμα, καί μένει έως είς τάς έπτά. 'Αλλην μίαν ώραν, βέβαια, τήν έξοδεύει διά νά πάρη τόν καφφέ, καί νά είπή μερικά ξυλολογήματα, είς τάς όκτώ ξαναεβγαίνει είς περιδιάβασιν, είς τάς έννέα ύπάγει είς τό θέατρον, είς τάς δώδεκα έπιστρέφει είς τό παλάτιον, καί δειπνεί έως είς τάς δύο, έπειτα κοιμάται έως είς τό μεσημέρι. 'Ισως τινάς μού άποκριθή, ότι καθημερινώς αύτά δέν άκολουθούν, άλλ' άς στοχασθή πρότερον, ότι έγώ δέν άνέφερα τά έλαττώματά των άκόμη. Πού τά παιγνίδια; Πού ό έρως; Πού ποτέ δέν στοχάζεται είς τήν διοίκησιν; 'Ε, πολλά εύκόλως, άδελφοί μου. Αύτός έκλέγει, ή εύρίσκει έκλεγμένον έναν άλλον παράσιτον κόλακα, τού όποίου δίδει όλην τήν έξουσίαν. 'Αλλά καί αύτός, έχοντας διπλά τά έλαττώματα, ώς δούλος δηλαδή καί ώς κύριος, δέν ήμπορεί ούτε αύτός νά διοική μόνος του. 'Οθεν, κατά τό παράδειγμα τού κυρίου του, έκλέγει καί αύτός έδικούς του ύποδιακόνους, καί ούτως ή άρχή διαμοιράζεται είς τόσους δούλους μισθωτούς, οί όποίοι, διά νά κερδίσουν τά άτακτα καί άναρίθμητα έξοδα, όπού τούς χρειάζονται, πωλώσι τήν δικαιοσύνην, καί τυραννούσι τόν ταλαίπωρον λαόν, όσον περισσότερον δύνανται. Είναι άδύνατον, λοιπόν, ένας λαός νά άγαπήση ποτέ τόν τύραννόν του, άλλ' ό τύραννος, άδελφοί μου, έξ άνάγκης πρέπει νά μισή τούς δούλους του, έπειδή γνωρίζει άρκετώς, ότι οί δούλοι δέν ήμπορούν νά άγαπήσουν τόν κλέπτην, τόν φανερόν άρπαγα τής έλευθερίας των. 'Αλλά διατί, καί πώς ένας μόνον άνθρωπος, πολλάκις άμαθέστατος καί άναξιώτατος, πάντοτε δέ θηριώδης, άσπλαγχνος, καί σκληρός, καθώς είναι ό τύραννος, νά βαστά ύπό τής θελήσεώς του, τόσας χιλιάδας άνθρώπων, χωρίς άλλην δύναμιν, ούτε άρματα άλλα, είμή μόνον έκείνα τής τυραννίας, καί τόσον πλήν τό κυνήγι; Πού οί χοροί; Πού αί άκαδημίαι τής μουσικής; Πού αί άδιάκοποι συναναστροφαί; Πού τόσα καί τόσα άλλα έφευρέματα τής όκνηρίας καί βαρβαρότητος; Πού τά συχνά συμπόσια; Καί πώς είναι δυνατόν νά παραιτήση αύτός τόσα καί τόσα άγαθά, διά τόν ένοχλητικόν καί βαρύτατον στοχασμόν τής διοικήσεως; 'Αφήνω πρός τούτοις κάθε στοχασμόν, όπού ώς άνήρ πρέπει νά έχη διά τήν σύζυγόν του καί ώς πατήρ διά τά τέκνα του, έπειδή τοιαύται ύποθέσεις δι' αύτόν είναι πολλά μικροπρεπείς, καί ή μεγαλιότης του τόν διορίζει νά έκλέξη ένα μοιχόν δι' αύτήν, καί ένα νόθον πατέρα δι' αύτά. θος ύπηκόων, όπού τόν μισεί, έπιθυμεί τόν θάνατόν του, καί είναι τέλος πάντων έχθρός του, νά ύπόκειται, νά ύπακούη, καί άναισθήτως νά άγωνίζεται, διά νά αύξήση την σκλαβίαν του, χωρίς νά τολμή κανείς, νά φονεύση έν τέρας, ένα μωρόν, άνανδρον καί ούτιδανώτατον άνθρωπον, καθώς, έξ άνάγκης, πρέπει νά είναι ό τύραννος; Διατί, τέλος πάντων, δέν σείουν τόν βαρύτατον
ζυγόν τής δουλείας των; 'Ε, 'Ελληνες! ή ίδία βαρύτης είναι τό αίτιον τής άδυναμίας των, καί άλλοίμονον είς έκείνον τόν λαόν, όπού ήθελεν εύρεθή ύπό τοιαύτης τυραννίας. Αύτός κεχαυνώνεται τόσον, όπού χάνει τήν δύναμιν τού στοχασμού. 'Οθεν, καί δυσκόλως έλευθερώνεται, έπειδή δέν γνωρίζει τήν δυστυχίαν του, καί μόνον ό καιρός ήμπορεί νά τούς έτοιμάση τήν έλευθερίαν τους. Τοιούτοι λαοί, άδελφοί μου, άν κατά τύχην έκβάλλουν ένα, είς άλλον τύραννον ύπόκεινται, καί πάντοτε μένουν δούλοι. Αύταί αί τυραννίαι, ώ 'Ελληνες, είναι συνθεμέναι άπό θεοκρατίαν καί όλιγαρχίαν. 'Ο τύραννος είναι ένα άγαλμα άπνουν καί άργόν, ό δέ λαός δέν τόν ένθυμείται, παρά όταν ζητή τούς άξιωτέρους καί δικαιοτέρους συμπολίτας του, καί δέν τούς εύρίσκη. 'Η όλιγαρχία μέν συνίσταται είς τόν άντιτύραννον καί όπαδούς του, μαζί μέ μίαν κλάσιν μερικών άναιδεστάτων καί άμαθεστάτων ύποκειμένων, όπού διά τήν όκνηρίαν καί άργίαν, είς τάς όποίας ζώσι, καί μέ τό νά τρέφωνται άπό ξένους ίδρωτας καί άναστεναγμούς, ήθέλησαν νά όνομασθούν εύγενείς. 'Η δέ θεοκρατία είναι ό κλήρος. 'Η θρησκεία, ώ 'Ελληνες, ή όποία συνίσταται είς τό νά δοξάζη ό άνθρωπος τόν πλάστην τού Παντός, βέβαια είναι έν άπό τά παλαιότερα συστήματα τών άνθρώπων. Καί έξακολούθως Οί ίερείς, άγαπητοί μου, φυλάττοντες ένα σκοπόν καθόλου διάφορον, άπό τούς λοιπούς συμπολίτας, πάντοτε έπροσπάθησαν, μέ τό μέσον τής θεότητος, νά καταδυναστεύσουν τούς συμπολίτας των, καθώς μέχρι τής σήμερον, μέ τήν άμάθειαν καί κακομάθησιν έπέτυχον τού σκοπού των. Αύτοί, καλύπτοντες μέ τίτλον άγιότητος τά πλέον φανερά ψεύματα, έγέμισαν τούς άδυνάτους νόας τού λαού άπό μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ώστε όπού, άντί νά όνομάσουν ψεύμα τό άδύνατον, τό όνομάζουν άγιον, καί ούτως άδιστάκτως πιστεύουσιν είς κάθε τους λόγον, ούτε τολμούσι νά έξετάσωσι τό παραμικρόν, μάλιστα δέ τούς είναι έμποδισμένον. 'Οσα έπρεπεν όμως νά είπή τινάς δι' αύτήν τήν κλάσιν, ή συντομία τού παρόντος μου λόγου μού τά έμποδίζει. Καί μόνον άφήνω νά στοχασθή καθείς, ότι τόσον πλήθος άργών καί άμαθών άνθρώπων, όπού ζώσι, τρυφούσι, καί πλουτίζουσι άπό τούς κόπους τών λοιπών, πόσον μεγαλείτερον είναι, άπ' όλα τά βάρη μιάς ύποδουλωμένης πολιτείας, καί πόσον βοηθεί τήν τυραννίαν τοιαύτη κλάσις, ούσαι καί αί δύο δυνάμεις ίδεαστικαί καί άνύπαρκτοι.'Αλλά, τί νά σάς είπώ διά τήν άλλην κλάσιν, τών όλιγάρχων λέγω, τών λεγομένων εύγενών; Αύτοί νομίζουσι τόν έαυτόν τους τόσον διαφορετικόν άπό τούς άλλους. Πρώτοι βασιλείς έστάθησαν ίερείς. Αύξάνοντας όμως αί ίδέαι τών άνθρώπων, άπεφάσισαν νά τιμήσουν τόν κτίστην τού Παντός, όχι πλέον μέ τήν άπλότητα καί είλικρίνειαν, άλλά μέ πομπήν καί πολυτελή δώρα. Εύθύς, λοιπόν, έκτισαν ναούς, καί ύπηρέτας τού άφιέρωσαν ούκ όλίγους. 'Αλλ' αύτοί οί ύπηρέται, άπ' όλίγον κατ' όλίγον, ηύξήνθησαν τόσον, καί τόσον άγνωμόνως άντήμειψαν τόν άμαθή καί εύκολοκατάπειστον λαόν, ώστε όπού είναι άνεκδιήγητα τά κακά, όπού έπροξένησαν είς τόν κόσμον, καί βέβαια ό πλέον σκληρόκαρδος πρέπει νά κλαύση, όταν άναγνώση τήν ίστορίαν των. Λοιπούς άνθρώπους, όπού μόλις καταδέχονται νά τούς άκούουν, χωρίς νά τούς άποκρίνωνται, ούτε ποτέ νά τούς συναναστρέφωνται. Αύτοί, ώ 'Ελληνες, κατέχουσιν είς τάς χείρας των όλα τά καθολικά καί άληθή πλούτη τής έπικρατείας, ήτοι τά χωράφια, άμπέλια, καί όλόκληρα χωρία, τά όποία ένοικιάζουσι πρός τόν λαόν, είς τρόπον, όπού ό λαός είναι σχεδόν δούλος μισθωτός άπό αύτούς, καί δουλεύει διά τό κέρδος αύτών. 'Αφήνοντας κατά μέρος τό πλήθος τών έλαττωμάτων, όπού χαρακτηρίζει αύτήν τήν μιαράν κλάσιν, ή σκληρότης, βέβαια, είς αύτούς είναι γενική, τήν όποία κληρονομούσιν κατά γενεαλογίαν, διά νά είπώ έτζι, καθώς τούς τίτλους των. Είναι αύτόματοι είς τό άκρον, καί τούς δούλους των ψηφούσι πολλά όλιγότερον άπό τά ίδια ζώα των. 'Αλλά είς τί συνίσταται αύτή ή εύγένεια, στοχάζεσθε, ώ 'Ελληνες; 'Ισως είς τά χρηστά ήθη; Είς τά μεγάλα κατορθώματα, είς τήν άξιότητα. 'Ισως είς τήν άρετήν καί είς τήν δικαιοσύνην, καθώς οί πρόγονοί μας έστοχάζοντο; 'Ε, ούχί, ούχί! Οί νύν δούλοι κράζουν εύγενείς τούς υίούς τών πλουσίων, καί τόσον έβαρβαρώθησαν άπό τήν σκλαβίαν, όπού είς πολλά μέρη πωλείται ό τίτλος τής εύγενείας, καί ώς έπί τό πλείστον άγοράζεται άπό τούς πλέον άναισθήτους τών πολίτων. Είναι άπερίγραπτος, άγαπητοί μου, ή άναισθησία καί ή άμάθεια αύτών τών ψευδοευγενών, καί όταν εύρεθή άνάμεσα είς χιλίους ένας όλίγον μέτοχος άνθρωπότητος, είναι βέβαια άξιον θαυμασμού.
'Αν τινάς έπρόβανε κανενός πλουσίου εύγενούς, νά τού φονεύση ή ένα άλογον, ή δύο δούλους, βεβαιότατα, ώ 'Ελληνες, ήθελε προκρίνει νά χάση τούς δούλους, έπειδή εύρισκεν καί άλλους ούχί δέ τό άλογον, όπού δυσκόλως ήθελεν έπιτύχει άλλο παρόμοιον. Πώς ήμπορούν αύτοί νά μελετήσουν καί νά μάθουν τά χρέη τού άληθούς πολίτου; Πώς νά τιμήσουν τήν άρετήν; Οί γονείς των άλλην έννοιαν δέν έλαβον, παρά νά τούς διδάξουν τόν τρόπον είς τό νά κολακεύωνται άναμεταξύ των καί τό πώς νά ύβρίζωνται μ' εύμορφας λέξεις. 'Η προσποίησις είς αύτούς είναι τό πρώτον καί άναγκαιότερον μάθημα. 'Ω! τής μωρίας των! 'Ω! έντροπή τού άνθρωπίνου λογικού, καί άφανισμός τού κόσμου. Τά καμώματα, ώ 'Ελληνες, αύτής τής κλάσεως είναι τόσον παιδαριώδη καί χαμερά, όπού, βέβαια, δέ πρέπει νά έχουν τόπον είς τό παρόν θέμα, καί ούτε έγώ πλέον θέλω τά άναφέρει, άλλά τελειώνω μέ τό ρητόν τού Πλουτάρχου, όστις λέγει' «κρείσσον γίνεσθαι λαμπρόν, ή γεννάσθαι», καί πάλιν «εύγένεια καλόν μέν, προγόνων δέ άγαθόν».
'Οταν, λοιπόν, ώ 'Ελληνες, μία έλευθέρα πολιτεία, καταντήση είς δουλείαν άφ' έαυτού της, δηλαδή άπό τήν διαφθοράν τών ήθών, καί κατά τόν τρόπον όπού έδιηγήθην, τότε, άγαπητοί μου, είναι πολλά δύσκολον νά. 'Ω! πόσον άξιοι γέλωτος είναι, τή άληθεία, όταν τούς βλέπη τινάς είς τάς συναναστροφάς των! 'Ως έπί τό πλείστον είσφέρουσι καί τά είδωλα τής άτιμίας των. 'Η εύγένειά των δέ κρίνει πράγμα ούτιδανόν, τό νά συντροφεύση ή νά συνομιλήση ό άνδρας μέ τήν γυναίκα του, άλλά κάμνουν άλλαγήν άνάμεσόν τους. 'Η συνομιλία των δέ συνίσταται, είς τό νά διηγήται ό ένας τού άλλου, μέ μίαν άνέκφραστον ύπομονήν, τήν άξιότητα τού ένδυτού του, ή τήν άμάθειαν τού παπουτζή του, ή τήν ώραιότητα τών άλόγων του, καί πλέον δέν σιωπώσι, παρά όταν καμμία άπό τάς εύγενείς, άφού κλωθογυρισθή, καί μέ μεταφυσικήν προητοιμασίαν καταδεχθή νά είπή κανένα παραλογισμόν, καί τότε, καθείς άπό αύτούς, βιάζεται νά πρωτοειπή τό ναί, διότι, αύτοί στοχάζονται διά χυδαίον πράγμα, νά έναντιωθή τινάς είς τούς όρισμούς τών γυναικών, όπού αύτοί κράζουσι κυρίας των. Ξαναλάβη μόνη της τήν έλευθερίαν της, καθώς φανερά μάς τό παρασταίνει ή ποτέ θαυμαστή Ρώμη, ή όποία διά τόσους αίώνας εύρίσκεται σιδηροδέσμιος ύποκάτω είς άνήκουστον τυραννικήν θεοκρατίαν, καί βέβαια διά πολλούς άλλους αίώνας άκόμη θέλει μείνει. 'Οταν όμως μία έλευθέρα πόλις χάση τήν έλευθερίαν της άπό τήν κυρίευσιν κανενός τυράννου, τότε, όχι μόνον δέν είναι δύσκολον νά τήν ξαναλάβη, άλλά πολλά εύκολον, καί μάλιστα άναγκαίον. Αύτό δέ άκολουθεί, έπειδή τά ήθη μένουν τά αύτά, καί ή πολιτεία ύπόκειται μόνον είς τήν δύναμιν, καί έξακολούθως ή έλευθερία εύρίσκεται πάντοτε είς μάχην μέ τήν τυραννίαν. 'Ο τοιούτος λαός ήμπορεί νά παρομοιασθή είς ένα άετόν, όταν εύρίσκεται δεδεμένος, ό όποίος, εύθύς όπού συνθλάση τούς δεσμούς του, όντας άφ' έαυτού του σώος, παραχρήμα άπετώντας φεύγει, καί μένει ώς καί πρότερον. Ούτως, άδελφοί μου, εύρίσκεται καί ή 'Ελλάς τήν σήμερον, ή όποία άν άκόμη δέν έσύντριψε τάς άλύσους της, πολλά είναι τά αίτια, καθώς κατωτέρω δειχθήσεται. Αύτό μάς τό βεβαιοί ή ίστορία μέ τήν διήγησιν πολλών όμοίων συμβάντων. Διάφοροι μικραί πόλεις έλευθέραι έχρειάσθη νά ύποκύψουν είς άνωτέρας τυραννικάς δυνάμεις, άλλά μετ' όλίγον έσύντριψαν τούς δεσμούς τής δουλείας, καί έμεινον έλευθέραι, ώς καί πρότερον. 'Η 'Αθήνα, λέγει ό ίστορικός 'Ελλην, άφού ένικήθη άπό τούς Λάκωνας, τήν ύποχρέωσαν νά δεχθή διά κυβερνητάς της τριάκοντα πολίτας, όπού αύτοί ήθελαν έκλέξει. Καί ούτως ήκολούθησεν. 'Αλλ' αύτοί οί τριάκοντα κυβερνηταί, είς μικρόν διάστημα καιρού, έκαταστήθησαν τριάκοντα τύραννοι, άπό τούς πλέον σκληρούς καί αίμοβόρους, ώστε όπού είς όκτώ μήνας μόνον, όπού έδυ νάστευσαν, έφόνευσαν έως χιλίους πεντακοσίους πολίτας, τούς πλέον δικαίους καί έναρέτους. 'Αλλ' είς όκτώ μήνας, βέβαια, μία έλευθέρα πολιτεία δέν γίνεται δούλη. Καί άν αύτοί οί Τριάκοντα Τύραννοι ένόμιζον νά έξολοθρεύσουν όλους τούς έναρέτους καί έλευθέρους, δέν έπρεπε νά άφήσουν ζωντανόν ούδένα. Τέλος πάντων, ό άναγκαίος άφανισμός των προητοίμαζεν τήν δόξαν τού μεγάλου Θρασυβούλου. Αύτός ό ήρως, βλέποντας τήν άθλίαν κατάστασιν τής πατρίδος του, καί προβλέποντας τόν μέλλοντα αύτής άφανισμόν, άπεφάσισεν νά θυσιασθή διά τήν σωτηρίαν της, καί ούτως φεύγει άπό την πατρίδα του, περιφέρεται δι' όλίγον καιρόν ένθεν κακείθεν, ζητεί συμβοηθούς καί συνδρομητάς, καί έν ένί λόγω, είς όλίγον καιρόν προητοιμάζει τά πάντα. Είσέρχεται, νυκτός, είς τήν άγαπητήν του πατρίδα μέ τά άρματα τής νίκης καί τής έκδικήσεως, έξυπνά τούς συμπατριώτας του άπό τήν ληθαργίαν τής τυραννίας, φωνάζει είς τούς κεκωφωμένους ήδη άπό τήν δουλείαν: «Δεύτε, συμπολίται, δεύτε, άδελφοί μου, νά διαυθεντεύσωμεν τήν προτέραν μας εύτυχίαν.

'Ολοι οί θεοί είναι πρός βοήθειάν μας! 'Ας έκβάλωμεν τήν θανατηφόρον νόσον τής κυριότητος, άς γίνωμεν άξιοι τού όνόματός μας, άς δειχθώμεν άληθείς άνθρωποι, καί άς άποβάλωμεν τούς τυράννους». Τότε, όλοι σχεδόν,έπανερχόμενοι είς τόν έαυτόν των ώς άπό μεγάλην μέθην, είδον τήν άθλίαν τους κατάστασιν, έγνώρισαν τό χρέος των, καί λαβόντες τά άρματα τής δικαιοσύνης, ώρμησαν ώς λέοντες κατά τών έχθρών των, τούς όποίους έν ροπή όφθαλμού κατετρόπωσαν, καί ούτως ήλευθέρωσαν τήν πατρίδα τους άπό τήν δυναστείαν τών τριάκοντα έκείνων τυράννων, οί όποίοι, άφού ήκουσαν τό ίερόν όνομα τής έλευθερίας καί τής πατρίδος, τρέμοντες έρριπτον τά άνάξια άρματά των έμπροσθεν τών ήρώων, καί μέ τήν συνηθισμένην των δειλίαν καί ούτιδανότητα γονυκλιτώς έζητούσαν έλεος. 'Ω τής άναισθησίας σας, βάρβαροι καί μωροί άνθρωποι! Αύτοί, άδελφοί μου, είναι τοιούτοι, όπού θέλουν νά είναι έξ άποφάσεως, ή τύραννοι
ή δούλοι. 'Ιδού, λοιπόν, ώ 'Ελληνες, πόσον εύκόλως ξαναλαμβάνει τήν έλευθερίαν της μία πολιτεία, όταν τήν χάση άπό άρπαγήν κανενός τυράννου, καί όταν φυλάττη σώα τά ήθη της. Πώς λοιπόν ή 'Ελλάς εύρίσκεται μέχρι τής σήμερον είς δουλείαν; Δέν έχασεν καί αύτή ίσως τήν έλευθερίαν της άπό τήν άρπαγήν τών Ρωμαίων; Δέν έφύλαξεν αύτή ίσως τά ήθη της σώα; Δέν τά φυλάττει καί έως τήν σήμερον; Διατί λοιπόν εύρίσκεται πάντοτε δούλη; Καί διατί δέν έσύνθλασεν έως τώρα τάς άλύσους, όπού τήν κρατούσι ύπό δουλείας τόσον άδίκως; Αύτή ή έξέτασις, ώ 'Ελληνες, είναι πολλά άναγκαία διά ήμάς, πρώτον μέν, διά νά έξαλείψωμεν τά έμπόδια, άφού τά γνωρίσωμεν όποία είναι, καί δεύτερον, διά νά ήμπορή καθείς άπό ήμάς, νά άποδεικνύη εύκόλως τών βαρβάρων καί άχαρίστων άλλογενών, όπού τόσον όλίγον μάς ψηφώσι, ότι τό έλληνικόν γένος δέν έγεννήθη διά τήν δουλείαν. Αύτάς λοιπόν τάς αίτίας θέλω προσπαθήσει νά παραστήσω, όσον συντομώτερα μού σταθή δυνατόν, καί έπειτα νά είσέλθω είς τό άναγκαιότερον μέρος τού λόγου μου, διά νά άποδείξω, πόσον εύκολον είναι νά έλευθερωθή τώρα, καί πώς τάχιστα θέλει άκολουθήσει. 'Η 'Ελλάς, ώ άγαπητοί μου, όκτακοσίους χρόνους πρό Χριστού ήκμαζε, καί ήτον είς τόν άκρον βαθμόν τής εύτυχίας της. 'Αφού όμως είς τούς 375 πρό Χριστού, Φίλιππος, ό πατήρ τού Μεγάλου 'Αλεξάνδρου, έλαβε τό μακεδονικόν σκήπτρον, διά πρώτην φοράν, ήρχισε, φεύ! νά μιάνη τήν έλευθέραν γήν τής 'Ελλάδος μέ τήν άνεξάρτητον άρχήν του. Αύτός όντας πολλά φιλόδοξος, καί έν αύτώ φιλομαθής καί δίκαιος, όταν δέν ήτον πρός ζημίαν του, ή διά νά είπώ καλλίτερα όταν ήτον πρός όφελός του, είλκυσε κατ' όλίγον όλίγον είς τήν φιλίαν του τούς περισσοτέρους άρχηγούς τών τότε έλληνικών πόλεων, καί ούτως προετοίμασεν είς μέν τόν υίόν του μεγάλας νίκας, είς δέ τήν πατρίδα του καί όλην τήν 'Ελλάδα ένα έπικείμενον καί άφευκτον άφανισμόν. 'Εξ αίτίας του, εύθύς, ήρχισεν ό πόλεμος άναμεταξύ των, αί διχόνοιαι ηύξησαν, καί ή έλευθερία τής 'Ελλάδος άπ' όλίγον κατ' όλίγον έφθείρετο, έως είς τούς 146 πρό Χριστού, όπού παντελώς ήφανίσθη ύπό τής ρωμαΐκής μεγαλειότητος. Οί Ρωμαίοι, κατ' έκείνον τόν καιρόν, ήκμαζον. Αύτοί, έξ άρχής, ήτον όλίγοι φυγάδες, άλλά μετά ταύτα, διδαχθέντες παρά τών 'Ελλήνων κάθε λογής έπιστήμας, καί νόμους παρ' αύτών λαβόντες, κατεστήθησαν οί άξιώτεροι στρατιώται καί συμπολίται τού κόσμου. 'Η 'Ελλάς δέ έλλιπής, κατ' έκείνας τάς έποχάς, άπό άξίους στρατιώτας, όπού, ώς προείπον, είχαν θυσιάσει ή ματαιότης Φιλίππου καί 'Αλεξάνδρου καί οί άναμεταξύ των πολέμοι, ώσαύτως καί άπό άξια ύποκείμενα, όπού ό φθόνος καί ή πολυτέλεια είχαν φθείρει, έπαρώξυνεν σφόδρα τήν άχορτασίαν τών Ρωμαίων, οί όποίοι προσποιούμενοι νά βοηθήσουν τινάς τών έλληνικών δυνάστων, ώρμησαν είς τήν 'Ελλάδα καί έφερον μαζί των τόν καθ' αύτό άφανισμόν της, άφού έλεηλάτευσαν, άφού κατέκαυσαν πόλεις, άφού τέλος πάντων, τό όλον ήφάνισαν, έκήρυξαν τήν 'Ελλάδα ρωμαΐκήν έπαρχίαν. 'Από τότε, λοιπόν, έως είς τούς 364 μετά Χριστόν, όπού διεμοιράσθη τό ρωμαΐκόν βασίλειον είς άνατολικόν καί δυτικόν, οί 'Ελληνες ύπόκειντο είς φοβεράν τυραννίαν, καί έπαθον άνήκουστα βάσανα καί ταλαιπωρίας άπό τούς διαφόρους σκληροτάτους ίμπεράτορας, όπού ή Ρώμη τούς έπεμπεν. Δέν έδύναντο νά έλευθερωθώσι άπό τοιούτον ζυγόν - άγκαλά καί τά ήθη των νά μήν ήτον παντάπασιν διεφθαρμένα καί νά ύπόκειντο είς ξένην άρχήν - έπειδή ή έπικράτεια ήτον μεγαλωτάτη, καί δέν ύπέφερον όλοι έξίσου τάς δυστυχίας, καί έξακολούθως, δέν ήμπορούσαν νά ένωθούν όλοι μαζί, διά νά έξολοθρεύσουν τούς τυράννους των. 'Από τότε, λοιπόν, όπού έστερεώθη ό χριστιανισμός, έως είς τούς 1453, άντίς νά αύξήσουν τά μέσα τής έλευθερώσεώς των, φεύ! έσμικρύνοντο. 'Η δεισιδαιμονία καί ό ψευδής τε καί μάταιος ζήλος τών ίερέων καί πατριαρχών, κατεκυρίευσεν τάς ψυχάς τών βασιλέων, οί όποίοι, άντίς νά έπιμελούντο είς τό νά διοικώσι τόν λαόν, καθώς έπρεπε, άλλο δέν έστοχάζοντο, παρά νά φιλονικώσι, καί νά κτίζωσιν έκκλησίας. Τότε είς τήν 'Ελλάδα έφάνησαν τρείς κυριότητες' ή τυραννία, τό ίερατείον, καί ή εύγένεια, αί όποίαι διά ένδεκα αίώνας σχεδόν, κατέφθειραν τούς 'Ελληνας καί κατερήμωσαν τήν 'Ελλάδα. 'Η ματαιότης τών πατριαρχών, Είς μίαν πολιτείαν, παραδείγματος χάριν, έτύχαινεν ένας κυβερνητής καλοηθής καί δίκαιος, καί έκείνος ό λαός εύχαριστείτο, είς άλλην δέ όπού ό λαός έτυραννείτο, δέν έτολμούσαν οί κάτοικοι νά όρμήσουν έναντίον τών έχθρών των, έξ αίτίας τής μεγάλης διαφοράς είς τήν ποσότητα άναμεταξύ τής πολιτείας των καί τών άλλων πολιτειών. καί πάπων έπροξένησεν τό σχίσμα άναμέσον ήμών καί τών Λατίνων, καί ή δεισιδαιμονία ήνωσεν είς αύτό έν μίσος φοβερόν μέχρι τής σήμερον. 'Αφού, λέγω, τό ίερατείον ήθέλησε νά ένώση τά έκκλησιαστικά έντάλματα μέ τούς πολιτικούς νόμους, διά νά τιμάται έν ταύτώ καί νά όρίζη χωρίς δυσκολίαν, έκατάλαβεν, ότι άναγκαίον ήτον πρότερον νά τυφλώση τόν λαόν μέ τήν άμάθειαν, διά νά στερεώση καλλιότερα τόν σκοπόν του, καί ούτως έπροσπάθησεν νά έσβήση κάθε σπουδήν είς τήν 'Ελλάδα, καί ύπερασπίσθη τήν άμάθειαν. Αί έπιστήμαι, όπού πρότερον ήνθιζον, άρχισαν νά μαρανθώσι, τά σχολεία έσφαλίσθησαν, οί διδάσκαλοι έμωράνθησαν, καί ή άλήθεια μέ τήν φιλοσοφίαν έξωρίσθησαν. 'Αλλο βιβλίον δέν εύρίσκετο, είμή τά πονήματα τών ίερέων. Κάθε φιλόλογος άλλο δέν ήμπορούσε νά άναγνώση, είμή τά θαύματα καί τούς βίους τών άγίων, καί οί ταλαίπωροι 'Ελληνες, άγκαλά καί φιλελεύθεροι, ύστερημένοι όμως άπό τό φώς τής φιλοσοφίας, έγιναν σχεδόν δούλοι κατά συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δέ άπό τήν άμάθειαν καί δεισιδαιμονίαν, ύπήκουον καί έφοβούντο τούς τυράννους των, χωρίς νά ήξεύρουν τό διατί. 'Ενας άφορισμός τού άρχιερέως έτρόμαζεν τόσα μιλλιούνια άνθρώπων. 'Ω δεισιδαιμονία, πόσον φοβερά είσαι άνάμεσα είς τά άνθρώπινα πάθη, καί πόσον ούτιδανώνεις τήν άνθρωπότητα, όταν κυριεύσης τάς ψυχάς τών άπλών καί άμαθών λαών, οί όποίοι τόσον άπομωρώνονται, όπού τρέμουσιν είς τήν ψευδή λαλιάν σου, καθώς τά βρέφη φοβούνται ένα όφιν ξύλινον, ή ένα χαλκούν λέοντα! Είς τοιαύτην κατάστασιν, άδελφοί μου, εύρίσκετο ή 'Ελλάς, όταν πρό 453 χρόνων άπό τήν σήμερον, ή αύτή δεισιδαιμονία καί ή άμάθεια είχεν άναβιβάσει είς ύψηλόν θρόνον ένα άχρείον Αίθίοπα, ό όποίος ώρμησε μέ τά άρματα τού ψεύδους καί τής πλάνης, καί έκυρίευσεν σχεδόν τό τέταρτον μέρος τής γής. 'Η 'Ελλάς δέν ήμπόρεσεν βέβαια νά άποφύγη τόν ζυγόν του, ούτως προητοιμασμένη. 'Οθεν, καί είς βραχύτατον διάστημα έκλινε τόν αύχένα είς τήν τυραννικήν ράβδον τού Μωάμεθ. 'Η εύκαρπος γή τής 'Ελλάδος έγέμισεν άπό βαρβάρους άλλοτρίου όρίζοντος, καί τοιούτης λογής, ό ούτιδανός καί άχρείος θρόνος τών όθωμανών ύψώθη είς τήν Κωνσταντινούπολιν, καί εύρίσκεται μέχρι τής σήμερον, άγκαλά καί νά είναι είς τό τέλος του πλησιέστατος.
Ω! πόσον έκλαυσαν οί 'Ελληνες μετέπειτα! 'Αλλά ματαίως. 'Ο έχθρός των ήτον μεγάλος. Αύτοί, δέν είχον στρατεύματα γυμνασμένα, ούτε πόλεμον έδιδάσκοντο άπό τούς κυρίους των πλέον. Αύτοί, έκυβερνούντο άπό σκιάς καί φαντάσματα, καί άφού άπέρασαν τήν τυραννίαν τών Ρωμαίων καί έπειτα τών 'Ιερέων, έκατήντησαν, τέλος πάντων, νά ύποκύψουν είς τήν πλέον σιχαμεράν καί βάρβαρον κυριότητα, λέγω, είς τήν τυραννίαν τών όθωμανών. Τά ήθη των, άγκαλά καί νά μήν ήτον παντάπασιν διεφθαρμένα, δέν ήμπόρεσαν όμως νά τούς έλευθερώσωσι άπό τήν δυναστείαν τών Ρωμαίων, έπειδή οί έχθροί των ήτον δυνατοί καί πολλοί, ή δεισιδαιμονία δέ καί ή άμάθεια προητοίμασε διά πολλούς αίώνας τήν δόξαν τού άχρείου Μωάμεθ, καί ούτως ή τυραννία τών όθωμανών, είς διάστημα τεσσάρων αίώνων, έφερε τήν 'Ελλάδα είς τόσον άθλίαν κατάστασιν, όπού κανείς, βέβαια, κανείς δέν ήθελε τό πιστεύσει, άν όλοι ήμείς, ώ 'Ελληνες, δέν τό έγνωρίζαμεν, καθώς τό γνωρίζομεν καί τό πάσχομεν καθημερινώς. Δύο αίτια μέ έμπόδισαν, ώ άγαπητοί μου 'Ελληνες, όπού δέν έδιηγήθην καταλεπτώς τάς αίτίας, όπού έφερον τήν 'Ελλάδα είς τήν δουλείαν τών Ρωμαίων. Πρώτον μέν, ότι τό έπιχείρημα έχρειάζετο μίαν διεξοδικωτάτην περιγραφήν, διά νά μήν μείνη άτελές, καί δεύτερον, έχοντας σκοπόν νά όμιλήσω πλατύτερα διά τάς αίτίας, όπού έως τήν σήμερον τήν φυλάττουσι δούλην ύπό τών όθωμανών, ένόμισα, ότι αί αύταί αίτίαι, άν καί είς τό όλον δέν όμοιάζουσι μέ έκείνας, βέβαια, είς μέρος αύτών, ήμπορούσι νά άναφέρωνται μετά πάσης τής ίσότητος, καί ό άναγνώστης εύκόλως ήμπορεί νά προΐδή άπό τάς παρούσας τάς παρελθούσας.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ

Πρίν όμως νά είσέλθω είς τοιαύτην έρευναν, ώ άγαπητοί, κρίνω άναγκαίον νά έξιστορήσω, έν συντόμω, τού παρόντος αίώνος τήν έλληνικήν άθλίαν κατάστασιν, τήν όποίαν, άναγινώσκοντες οί μεταγενέστεροι όμογενείς μου, νά άναστενάξουν καί νά κλαύσουν, οί δέ νύν νά έξυπνήσουν μίαν φοράν άπό τήν δουλικήν ληθαργίαν, διά νά ήμπορέσουν οί μέλλοντες νά τούς δοξάζωσι καί εύχαριστώσι μέ τά δάκρυα τής χαράς καί τής εύγνωμοσύνης. 'Η όθωμανική διοίκησις είναι τυραννική. Οί νόμοι των είναι άτελείς, σκληροί καί όλίγοι. 'Η πρώτη διαταγή τών νόμων των είναι, νά νομίζουν τούς λόγους τού τυράννου ώς νόμους άπαραβάτους. 'Η θρησκεία των συνίσταται είς τό νά δοξάζουν ένα θεόν, καί όλίγους προφήτας, έξ ήν ό πρώτος είναι ό Μωάμεθ. Είναι όμως πλήρεις δεισιδαιμονιών καί πιστεύουσι πολλά γελοιώδη πράγματα (1). Τά ήθη των είναι βάρβαρα. 'Ο χαρακτήρ των σοβαρός καί ύπερήφανος. 'Η άμάθειά των άκρα καί γενική
Τούς σεληνιαζομένους νομίζουσιν ώς άγίους. Οί νόμοι των τούς έμποδίζουσι νά σπουδάσωσιν έπιστήμας, καί άλλο δέν ήξεύρουσιν οί φιλόσοφοί των, είμή νά άναγνώσωσι μ' εύκολίαν τά έντάλματα τού Μωάμεθ.'Ο τύραννος είναι πάντη έλεύθερος άπό κάθε στοχασμόν περί τής διοικήσεως, καί είναι ώσάν νά μήν είναι' οί νόμοι των δέ, έπειδή τόν άποθεώνοσι, διά τούτο δέν τού συγχωρούσι νά λάβη γυναίκα ώς σύζυγον, ώς πράγμα ούτιδανόν πρός τήν μεγαλειότητά του 'Εβγαίνει μίαν φοράν τήν έβδομάδα άπό τό παλάτιόν του καί ύπάγει νά προσκυνήση τόν κτίστην τού Παντός είς τόν ναόν του. Αύτός, δέν είναι είς χρέος νά ήξεύρη άλλο, είμή νά τρώγη, νά κοιμάται καί νά στέκεται είς τό άλογον. 'Οσον μέν διά τάς έπιστήμας ή ξένας γλώσσας τού
είναι έμποδισμένη ή σπουδή των άπό τούς νόμους των, άν δέ καί άπό τήν ίδίαν του γλώσσαν δέν ήθελεν ήξεύρει νά προφέρη είμή δέκα λέξεις, βέβαια ήθελε τού ήτον άρκεταί, ώσάν όπού ποτέ δέν έχει χρείαν νά όμιλήση, καί όταν όμιλή, μόνον προστάζει νά φονεύουν τόν ένα καί τόν άλλον. 'Ο λόγος του είναι νόμος άπαράβατος, καί οί σκλάβοι του νομίζουσι μεγαλείτερον άμάρτημα τήν παρακοήν πρός τά έντάλματά του, παρά ένεργούντες τα νά ήθελαν έκτελέσει τάς πλέον φοβεράς άδικίας.
Είς άναπλήρωσιν τοιαύτης έλλείψεως, φυλάττει περισφαλισμένας τετρακοσίας ή πεντακοσίας παλλακίδας είς τό εύρύχωρόν του παλάτιον, όπού άρπάζει άπό τά μέρη τής 'Ασίας καί άπό τήν 'Ελλάδα. Πρός τούτοις, ή μιαρά του ψυχή καί οί βάρβαροι νόμοι του τού συγχωρούσι νά άτιμάζη τήν φύσιν καί τήν άνθρωπότητα, καί ούτως φυλάττει είς άλλον παλάτιον έως διακοσίους νέους ώραιοτάτους, είς τοιαύτην χρήσιν προσδιωρισμένους. 'Οταν διορίζη καμμίαν συνέλευσιν είς τό παλάτιόν του, τότε αύτός δέν φανερώνεται, έπειδή φοβείται νά μήν τυφλώση τούς παρεστηκότας μέ τήν λάμψιν τής βασιλείας του. 'Οθεν, κρεμά άπό τό παράθυρον τό μανίκι τού φορέματός του, καί αύτός μένει μέσα νά πελεκά μερικά ξυλαράκια διά νά παστρεύη τά ώτία του. 'Οταν, πάλιν, έβγαίνει είς περιδιάβασιν, διά νά μήν μιανθή άπό τήν ούτιδανότητα τών λοιπών άνθρώπων, όπού αύτός νομίζει κατωτέρας φύσεως καί ότι νά έγεννήθησαν έξεπίτηδες διά νά ύπακούουν είς αύτόν, άλλάζει μορφήν, καί ένδύεται κοινά φορέματα, τό όποίον τού διορίζεται άπό τούς νόμους. 'Οσας φοράς δέ περιδιαβάζει είς τήν πολιτείαν, ή δύο ή τρείς, πάντοτε, προστάζει νά φονευθούν, πρίν έπιστρέψη, καί παραχρήμα ό δήμιος, όπού τόν άκολουθεί, τούς άποκεφαλίζει έπ' όδού. 'Οθεν, δέν εύρίσκεται ούτε ένας, όπού νά ζή βέβαιος ύπό τής δυναστείας του, δέν λέγω διά μίαν ήμέραν, άλλ' ούτε διά μίαν ώραν
Αύτός προσέτι νομίζεται παρά τών όθωμανών ώς καρδιογνώστης. 'Οθεν, εύθύς όπού τινός ή φυσιογνωμία δέν ήθελεν τού άρέσει, μέ ένα νεύμα τού ρίπτει τήν κεφαλήν χαμαί. 'Εν ένί λόγω, αύτός καταδικάζει είς θάνατον όποιον θελήση, καί κανείς δέν ήμπορεί νά τού άποκριθή. Τό «διατί;» είναι άμάρτημα τοιούτον ώς πρός αύτόν, όπού άν ήθελεν έχει έκείνος όπού ήθελε τό προφέρει δέκα ζωάς, βέβαια ήθελε τού δοθώσι δέκα θάνατοι
Δέν εύρίσκεται πράγμα, όπού οί νόμοι νά έμποδίζουσι τού τυράννου, έκτός τού οίνου. 'Αλλ' αύτός, όπού είναι συνηθισμένος νά μήν ύπακούη, όταν ένθυμήται αύτόν τόν όρισμόν τού Μωάμεθ, άδημονεί, καί άλλέως δέν ξεθυμώνει, παρά χύνοντας τό αίμα τινων ύπηκόων. Τοιούτος, λοιπόν, ύπάρχει, ώ άγαπητοί μου, ό τών 'Ελλήνων τύραννος, καί βέβαια πολλά χειρότερος άπ' ό,τι σάς τόν έπερίγραψα, καθώς όλοι σας τόν γνωρίζετε. Αύτό, λοιπόν, τό άγαλμα τής μωρίας έκλέγει έναν άπό τούς προειρημένους δούλους τής άσωτείας του, καί βέβαια τόν χειρότερον, καί τόν κηρύττει έπίτροπόν του, ήτοι άντιβασιλέα, καί δίδοντάς του τήν σφραγίδα τής κυριότητος, όσα κάμη, είναι καλά καμωμένα. 'Ιδού άλλος τύραννος χείρων τού πρώτου. Αύτός, λοιπόν, είναι έκείνος, όπού βαστά είς τάς μιαράς χείρας του τούς βαρυτάτους χαλινούς τής διοικήσεως καί τής δικαιοσύνης, καί τόσα μιλλιούνια ύπόκεινται είς τήν θέλησιν ένός άμαθούς τέρατος, όπού γεννηθείς καί άνατραφείς είς τόν κόλπον τής δουλείας καί τής άσωτείας, όχι μόνον δέν είναι άξιος νά διοικήση, άλλ' ούτε άξιος ήθελεν ήτον νά είναι ό ύποδεέστερος τών ύπηκόων. 'Ω! άλλοίμονον είς τούς 'Ελληνας, όπού τόν ύπακούοσι! 'Ακούσετε τώρα τόν τρόπον, μέ τόν όποίον αύτός διοικεί. 'Ο πρώτος, καί κυριώτερος, καί άπαράβατος νόμος είναι θέλησίς του. 'Οθεν, άν έξαιρέσωμεν μερικάς έντολάς τής θρησκείας των, κάθε άλλον νόμον άφανίζει τό κύρος του. 'Η άμάθειά του τόν βιάζει νά έκλέξη ένα κριτήν, τού όποίου δίδει τόν τίτλον τού Σοφωτάτου, ό όποίος άλλο δέν ήξεύρει, είμή νά γράφη καί νά άναγινώσκη τήν γλώσσαν του, μαζί μέ μερικά κεφαλαιώδη προστάγματα τού Μωάμεθ, όπού νά τά άκούση τινάς, τού έρεθίζουν γέλωτα. Τά περισσότερα άπό αύτά τά έντάλματα άναφέρονται είς τήν διατήρησιν τής θρησκείας καί μάλιστα είς τήν διαφύλαξιν τής άμαθείας. 'Αν τινας ήθελε συγγράψει τά όνόματα μόνον τών όσων ό νύν όθωμανός τύραννος έφόνευσεν άδίκως, ήθελεν ύπερέβη τοιαύτη καταγραφή τόν παρόντα μου λόγον είς τήν ποσότητα τών σελίδων. Κάθε φαμελίτης, όταν έβγαίνη άπό τό όσπίτιόν του, διά νά ύπάγη είς τήν άγοράν, νά θεωρήση τάς ύποθέσεις του, νομίζει τό ίδιον ώσάν νά έπήγαινε είς τόν πόλεμον, μέ τό νά μήν είναι βέβαιος, άν πλέον έπιστρέψη' όταν δέ έπιστρέφη, δέν ήμπορεί ούτε τότε νά αίσθανθή τήν γλυκύτητα τής συναναστροφής τών τέκνων του καί συγγενών του, φοβούμενος είς κάθε στιγμήν νά ίδή τό τέλος τής ζωής του. 'Η άπόφασις αύτού τού κριτού είναι άναντίρρητος. 'Ο κώδιξ τών τιμωριών του είναι βραχύτατος, καί δέν περιέχει, είμή τρείς μόνον τιμωρίας - τήν φυλακήν λέγω, τό ράβδισμα, καί τόν θάνατον, αί όποίαι είναι πάντοτε ένωμέναι μέ τήν χρηματικήν παιδείαν. 'Ο τρόπος, μέ τόν όποίον κρίνει καί άποφασίζει αύτός ό μωροκριτής, είναι τόσον παιδαριώδης καί άνόητος, όπού δύο ψευδομάρτυρες καί ένας κακούργος, είναι ίκανοί νά άφανίσουν τόν πλέον ένάρετον πολίτην . 'Ο δέ κριτής καθημερινώς πολιτεύεται, καί άποφασίζει τοιουτοτρόπως, ούτε ποτέ τόν τύπτει τό συνειδός διά τοιαύτας άνομίας . Διά τήν φύλαξιν καί εύταξίαν τής πόλεως, ό άντιβασιλεύς δίδει άπόλυτον έξουσίαν ένός δούλου του, νά κάμνη ό,τι τού φανή εύλογον. Αύτός, μήν ήξεύροντας πώς νά μεταχειρισθή τόν καιρόν του, είς άλλο δέν καταγίνεται, είμή είς τό νά γνωρίζη όλους τούς προδότας καί κακούργους τής πόλεως, καί νά έφευρίσκη τρόπους είς
'Αν κανείς κακοποιός φθονή κανένα πλούσιον, τρέχει εύθύς πρός τόν κριτήν καί λέγει ότι έκείνος νά τού χρεωστή τόσην ποσότητα. 'Ο κριτής, άφού δοξάση πρώτον τήν τύχην διά τό άφευκτον μέλλον κέρδος του, κράζει τόν έναγόμενον καί τόν έρωτά, άν άληθώς χρεωστή τού ένάγοντος έκείνην τήν ποσότητα όπού τού ζητείται, άποκρινόμενος δέ αύτός τό όχι, τότε έρωτά τόν ένάγοντα άν έχη μάρτυρας, ό όποίος λέγει τό ναί, καί ό μωροκριτής τού δίδει καιρόν τρείς ήμέρας, διά νά φέρη τούς μάρτυρας, καί τόν έναγόμενον βάζει είς φυλακήν. 'Αν μετά τρείς ήμέρας ό ένάγων εύρη καί παρησιάση δύο ψευδομάρτυρας, ό έναγόμενος είναι είς χρέος νά πληρώση όσα έκείνοι ψευδομαρτυρήσουν ότι χρεωστεί, άν δέ καί δέν τούς φέρη, τότε ό κριτής έλευθερώνει τόν άδικημένον, πλήν λαμβάνει παρ' αύτού τό δέκατον είς τήν ποσότητα όπού άδίκως τού έζητήθη, χωρίς ποσώς νά τιμωρήση τόν ψεύστην. 'Αν πάλιν ό άδικημένος όρκισθή ότι δέν χρεωστεί, τότε οί μάρτυρες δέν χρησιμεύουν, καί αύτός δέν πληρώνει άλλο είμή τό δέκατον, είς τρόπον όπού, άν καί άληθώς είναι χρεώστης, μέ τό ίδιον μέσον τού όρκου δέν πληρώνει τό χρέος του. 'Αφού πλύνη τάς χείρας καί ραντίση τά ύποδήματά του καί τήν κεφαλήν του μέ όλίγον νερόν, αύτός πιστεύει, κατά τήν θρησκείαν του, ότι μένει παστρικός καί άκηλίδωτος άπό κάθε άμαρτίαν. τό νά άδική τόν ένα ή τόν άλλον
'Οταν τινάς ήθελεν άποκριθή είς αύτούς τόν παραμικρόν λόγον, είναι τό ίδιον, ώσάν νά ήθελεν ύπογράψει τήν άπόφασιν τού θανάτου του, έπειδή εύθύς τόν συκοφαντούσι, καί μέ δύο ψευδομάρτυρας έμπροσθεν τού κριτού των βεβαιούσι, ότι τούς ύβρισε τήν θρησκείαν, καί παραχρήμα τόν θανατώνοσι. 'Ιδού, άγαπητοί μου, πώς διοικείται τήν σήμερον ή όθωμανική δυναστεία. Διοίκησις, όσον τυραννική, τόσον εύκολος, καί τοιαύτη, όπού δέν ήμπορεί τινάς νά ύποθέση μίαν χειροτέραν άπό αύτήν. Αύτός, λοιπόν, ό άντιβασιλεύς έκλέγει πάντοτε όποιον θελήση, τάς περισσοτέρας φοράς όμως δίδει αύτήν τήν τιμήν, ή τού μαγείρου του, ή τού δούλου του, καί τόν ψηφίζει κυβερνήτην καί άπόλυτον κύριον μιάς. Περιφερόμενος είς τήν άγοράν καί είς τάς όδούς, έχει κάθε έξουσίαν καί δύναμιν νά ξυλίση καί νά φυλακώση όποιον θελήση άπό τούς πολίτας, πολλάκις δέ καί θανατώνει, καί μένει πάντοτε άνερεύνητος. Οί βαρβαρώτατοι όπαδοί του μέ άκραν άσπλαγχνίαν καί αύθάδειαν, ποίον κτυπούσι, ποίου άρπάζουσι χρήματα, άλλου φορέματα, άλλου είδη πραγματειών, καί κανείς δέν τολμά νά τούς είπή κανένα λόγον.
Οί Θεσσαλονικείς καί Λαρσινοί ύποφέρουσι κατ' άναλογίαν πολλά περισσότερον άπό τούς λοιπούς 'Ελληνας, ώσάν όπού σχεδόν καθ' έκάστην φονεύονται δύο καί τρείς χριστιανοί.Μύριοι είναι οί τρόποι, μέ τούς όποίους οί σκληροτράχηλοι όθωμανοί δίδοσι τόν θάνατον είς τούς άθώους 'Ελληνας, ό συχνότερος όμως είναι τό κρέμασμα. Οί πλάτανες τών 'Ιωαννίνων είναι άδιακόπως πεφορτωμένοι άπό σώματα νεκρά. 'Ο σκληρόκαρδος τύραννος 'Αλής πολλούς άπεκεφάλισε μέ τό πριόνι, άλλους έπνιξεν είς τήν λίμνην, άλλους έφόνευσε, θέτοντας έπάνω είς τό στήθος των άνυπόφορα βάρη, άλλους έθαψεν ζωντανούς, πολλών έσύντριψεν τάς χείρας, τούς πόδας καί έπειτα τήν κεφαλήν, πλήθος έπαλούκωσε, καί άπό δύο Σουλιώτας όπού έφύλαττεν διά ένέχυρον, τόν μέν ένα έπρόσταξε καί τόν έγδαραν ζωντανόν, τόν δ' έτερον έσούβλισαν καί έπειτα έψησαν ζωντανόν. Πόλεως τής έπικρατείας, είς τρόπον όπού κάθε πόλις τής όθωμανικής έξουσίας διοικείται άπό ένα μάγειρα ή ένα δούλον. 'Η όθωμανική αύλή δέν φυλάττει μισθωτά στρατεύματα, καθώς τά έτερογενή βασίλεια, έκτός άπ' όσα διά τήν κοινήν εύταξίαν ύποθέτει άναγκαία είς τήν βασιλεύουσαν. 'Οθεν, όταν τής χρειασθούν, αύτοί οί κυβερνηταί τών διαφόρων πόλεων είναι είς χρέος, νά εύρουν στρατιώτας καί νά τούς πληρώσουν έξ ίδίων των, ό καθείς κατ' άναλογίαν τής έπικρατείας του. 'Η πενιχρότης τής καταστάσεως αύτών τών κυβερνητών, πρίν λάβωσι τό σκήπτρον τής δυνάμεως, άρκετώς μάς δηλοποιεί τήν πτωχείαν των, καί τάς περισσοτέρας φοράς, όταν πηγαίνουν είς τάς έπικρατείας των, εύρίσκονται καταχρεωμένοι, διά τά χαρίσματα όπού είναι
βιασμένοι νά κάμνωσι, καί διά τήν άκραν πολυτέλειαν, όπού φυλάττουσι. Εύθύς, λοιπόν, όπού λαμβάνει τό σκήπτρον τής κυριότητος κανείς άπό αύτούς, είσέρχεται είς έκείνην τήν πόλιν, καί πρώτος του στοχασμός είναι νά άρπάση όσα περισσότερα ήμπορέση, διά νά πληρώση τό χρέος του καί νά πλουτίση . 'Αλλά μέ ποίον τρόπον ‰ρα γε πλουτίζει; 'Ε, πολλά εύκολος είναι δι' αύ. Αύτοί οί κυβερνηταί είναι σχεδόν όλοι άγράμματοι, όταν δέ συμβαίνη ν' άπολαύση μία πόλις διά κυβερνητήν κανένα άπό έκείνους τούς νέους, όπού έχρησίμευσαν είς τήν άσωτείαν τού τυράννου, τότε έκείνη ή πόλις νομίζεται εύτυχής, διά τοιαύτην τιμήν, καί ό κυβερνητής λαμβάνει, μαζί μέ τόν τίτλον, καί τρείς ούράς άλόγων χάρισμα άπό τόν βασιλέα, διά σημείον μεγαλειότητος. Δύο αίτια τόν βιάζουσι, διά νά είπώ ούτως, νά πλουτίση μέ άδικίας' τό μέν πρώτον, είναι τό παράδειγμα τών πρό αύτού, τό δέ δεύτερον, ό άφευκτος καί ταχύς έξορισμός όπού τόν προσμένει. 'Οθεν καί προσπαθεί, όσον όγληγορώτερα δυνηθή, νά συνάξη περισσότερα χρήματα.
τόν. Εύθύς, όπού είσέλθη είς τήν πόλιν, κράζει τούς πλουσιωτέρους πολίτας, καί τούς λέγει, ότι ό βασιλεύς των έχει χρείαν άπό στρατεύματα, καί ότι αύτός είναι είς χρέος νά προβλέψη άναλόγως είς τήν δύναμίν του. 'Οθεν, έξακολουθεί, τού είναι άναγκαία τόση ποσότης χρημάτων, καί ότι είς δύο ήμέρας νά τού τήν φέρωσι, άλλέως θέλουσι τιμωρηθή μέ τόν θάνατον. Οί ταλαίπωροι χριστιανοί, άν άγαπώσι τήν ζωήν των, πρέπει νά έτοιμάσωσι καί πρωτύτερα καί περισσοτέραν τήν ζητηθείσαν ποσότητα, άν δέ κανένας άποκοτήση νά είπή τό όχι, εύθύς θανατούται. 'Επειτα προστάζει αύτούς τούς ίδίους, νά τού έτοιμάζωσι, καθ' έκάστην, τόσην ποσότητα άπό κάθε είδος ζωοτροφίας, δι' όσους έχει μαζί του καί διά φορέματά των όμοίως, έκτός άπό τά όσα οί ύπ' αύτού μικροί τύραννοι άρπάζουσι καί κλέπτουσι άπό τούς ύπηκόους (1) καί ούτως, είς όλίγον καιρόν, πλουτίζει μέ χωρίς δυσκολίαν ούτε κίνδυνον. Παρακαλώ τόν άναγνώστην νά μήν θαυμάση διά τήν τοιαύτην διήγησιν. 'Εγώ τήν έγραψα, όχι πώς δέν ήξεύρω, ότι είναι πασίδηλος τοίς όμογενέσι μου 'Ελ 'Ο τών 'Ιωαννίνων τύραννος, διά νά ύπερέβη τούς όμοίους του είς τήν κακίαν, άγόρασεν στανικώς, καί χωρίς ποτέ νά πλη- ρώση, όλα τά πέριξ ύπάρχοντα τών κατοίκων. Καί ούτως, συνάζει αύτός μόνον τούς καρπούς όλης τής έπικρατείας, άφήνοντας τών γεωργών μόλις όσον χρειάζεται διά νά ζήσουν. 'Ανάμεσα δέ είς τούς διαφόρους τρόπους, όπού έπιχειρίζεται, διά νά έκδύη τούς ύπηκόους του, ό συχνότερος είναι ό άκόλουθος: 'Εκλέγει κανένα άπό τούς δούλους του, καί τόν κάμνει διοικητήν είς ένα ή είς περισσότερα χωρία, πλήν αύτήν τήν διοίκησιν τού τήν πωλεί όσον θέλει. 'Οθεν έκείνος, διά νά έβγάλη τά όσα έπλήρωσε, καί νά κερδίση, άρπάζει πλέον καί έκδύει φανερά όλους, άλλ' άφού πλουτίση, εύθύς ό τύραννος τόν κράζει, τόν βάζει είς τήν φυλακήν καί τού τά παίρνει, καί έπειτα, ή τόν φονεύει, ή τόν ξαναβάνει είς τήν ίδίαν έπιχείρησιν, διά τό ίδιον πρώτον τέλος. άλλ' άν κατά τύχην τό παρόν βιβλιάριον έκπέση είς τήν όψιν τινών, όπού έχουσι τήν αύθάδειαν νά όμολογούσι, ότι σχεδόν σχεδόν τούς άρέσκει ή όθωμανική διοίκησις, νά καταλάβουν, άν είναι δυνατόν, μίαν φοράν τό λάθος των, καί νά τρομάξουν είς τήν άναισθησίαν των. Τώρα, άγαπητοί μου, όπού έδιηγήθην τόν άνυπόφορον τρόπον τής διοικήσεως τών τυράννων τής 'Ελλάδος, όχι βέβαια όσον έπρεπε διεξοδικώς, άλλ' όσον τό παρόν θέμα καί ό σκοπός μου τό έσυγχώρησε, τώρα, λέγω, όπού ή μόνη διήγησις, άρκετώς μάς άπέδειξε, πόσον είναι ό αύτός τρόπος τυραννικός καί άνυπόφορος, μέ τήν αύτήν συντομίαν θέλω σάς ένθυμίσει μέ πόσην στενοχωρίαν οί ταλαίπωροι 'Ελληνες άναπληρούσι είς τά πρός τό ζήν άναγκαία, καί πόσα βάρη ύποφέρουσι. Μετά ταύτα δέ θέλω έρευνήσει τάς αίτίας τής μέχρι τούδε άναιδεστάτης μας ύπομονής. Διά περισσοτέραν σαφήνειαν όμως κρίνω άναγκαίο νά όμιλήσω πρώτον περί τού άριθμού τών 'Ελλήνων καί τών τυράννων αύτών. 'Αλλ' έπειδή, ώ άγαπητοί μου, τά περιστατικά μ' έμπόδισαν άπό τό νά έκτελέσω τήν θέλησίν μου, καί νά περιδιαβάσω τήν 'Ελλάδα καί όλην την όθωμανικήν έπικράτειαν, διά νά έπαριθμήσω μόνος μου καί καθώς πρέπει, τούς έν αύτή κατοικούντας, διά τούτο συντρέχω είς τούς πλέον νέους καί πλέον άξιοπίστους γεωγράφους, νά άντλήσω κάν άπ' αύτούς έκείνο, όπού μόνος μου δέν έδυνήθην νά άπολαύσω. 'Αφού, λοιπόν, μέ άκραν έπιμέλειαν έξέτασα πολλούς συγγραφείς, οί περισσότεροι άπό τούς όποίους δέ συμφωνούσιν άλλήλων των, καί σχεδόν όλοι έκτείνοντα, είς περιττολογίας καί άφήνουσι είς σκότος τά άναγκαιότερα πράγματα τής γεωγραφίας, εύρον δι' άληθεστέραν ή πλησιεστέραν είς τήν άλήθειαν τήν έπακόλουθον έπαρίθμησιν, είς τήν όποίαν, βέβαια, ούτε έγώ δέν τολμώ νά καταπεισθώ μέ άναμφιβολίαν, άλλ' ούτε άπίστευτος καθόλου μού φαίνεται. 'Οθεν, έγώ μέν τήν έκθέτω, όποιος δέ είναι βεβαιότερος, άς τή διορθώση, καί θέλω τού μείνει εύχάριστος. Τό όθωμανικόν βασίλκειον είς τήν Εύρώπην διατρεί ται είς τάς άκολούθους δεκατρείς έπαρχίας, δηλαδή Βλαχίαν, Μολδαβίαν, Βουλγαρίαν, Σερβίαν, Μπόσναν, Δαλματίαν, 'Αλβανίαν, 'Ηπειρον, Θεσσαλίαν, Λειβαδίαν, Πελοπόννησον, Μακεδονίαν καί Ρούμελην. Οί κάτοικοι δέ είναι σχεδόν δέκα όκτώ μιλλιούνια, μαζί μέ τούς νησιώτας τού 'Αρχιπελάγους. Οί δέ χριστιανοί ώς πρός τούς όθωμανούς, είναι ώς τό 115 πρός τό 29. Διά τούς ξένους, όπού κατοικούσι είς τήν όθωμανική έπικράτειαν, καί άλλογενείς, όντες κατά πολλά όλίγοι, δέν τούς άναφέρω. Τόσον πλήθος 'Ελλήνων, ώ άγαπητοί, πώς άραγε νά ζή; Αύτό λοιπόν, θέλω έξετάσει τώρα καί άκούσετε 'Ας ύποθέσωμεν, διά τό εύκολώτερον, τούς κατοίκους τού όθωμανικού κράτους είς τήν Εύρώπην άς 100. 'Αναλόγως, λοιπόν, είς τήν είρημένην έπαρίθμησιν, οί χριστιανοί πρέπει νά είναι άς 80, καί οί όθωμανοί άς 20. 'Από τήν άνωθεν έπαρίθμησιν, εύκόλως φαίνεται, ύφείλοντας άπό κάθε έκατόν μόνον δεκαπέντε, ότι άξιοι διά τά άρματα άπό μέν τούς χριστιανούς ήμπορούσαν νά είναι 2.156.250, άπό δέ τούς όθωμανούς 543.750. Είναι πρός τούτοις άναγκαίον νά ένθυμηθή ό άναγνώστης, ότι οί περισσότεροι άπό τούς όθωμανούς κατοικούσιν είς τάς πολιτείας, καί έξακολούθως δέν είναι όσο οί χριστιανοί έπιτήδειοι είς τά άρματα, άλλά περί αύτών κατωτέρω ρηθήσεται. 'Από αύτούς τούς έκατόν, είς μέν τάς πόλεις μόλις εύρίσκονται τά 3/10, οί δέ λοιποί κατοικούσιν είς τά χωρία. 'Εκ τών όθωμανών ούν οί περισσότεροι ζώσιν άπό χρονικά είσοδήματα, όπού συναθροίζουσιν άπό τά πλήθη τών ύποστατικών των, οί δέ λοιποί διά τού έμπορίου καί τεχνών, ώς πάντως άσύδοτοι, κερδίζουσιν άρκετώς, καί ζώσιν κάλλιστα. 'Αλλ' οί χριστιανοί τής 'Ελλάδος, φεύ! οί γλυκύτατοί μου όμογενείς καί όμόθρησκοι, είναι τήν σήμερον τό πλέον θλιβερόν θέαμα είς τό θέατρον τού κόσμου. 'Αρχινώντας λοιπόν άπό τούς γεωργούς, ήτοι χωριάτας, φρίττει τό πνεύμα μου, είς τό νά διηγηθώ τήν ζωήν τους. Αύτοί οί τάλανες, άφού κοπιάσουν δι' όλον τόν χρόνον καί ύποφέρουν άνεκδιήγητα βάσανα, ποτέ δέν τούς περισσεύει ό καρπός τών ίδρώτων των, διά νά άναπαυθώσιν ούτε μίαν ήμέραν, καί σχεδόν πάντοτε εύρίσκονται στενοχωρημένοι νά πωλώσι μέρος άπό τά φορέματά των, διά νά ζωοτρέφωνται. Τόσα μεγάλα είναι τά βάρη, όπού ύποφέρουσι, καί τόσον μιαρά ή ψυχή τών όθωμανών Τοιαύτας καλώ, όσας περιέχουσι μίαν ποσότητα 20 χιλιάδων καί έπέκεινα κατοίκων. Πρός τούτοις, οί περισσότεροι τών όθωμανών κατοικούσιν είς τάς πολιτείας, καί έξακολούθως φανερόν άποκαθίστατα, ότι οί περισσότεροι χωριάτες καί γεωργοί είναι χριστιανοί, καί οί άξιώτεροι διά τ' άρματα. Πασίδηλος είναι ή φθορά όπού προξενείται είς τά χωρία, όταν διέρχωνται τά άτακτα στρατεύματα τών όθωμανών. Αύτοί οί βάρβαροι καί σκληροκάρδιοι 'Αλβανίται, άφού λάβωσι άπό τούς ταλαιπώρους χωριάτες όσον τούς ζητήσουσι, καί άφού φάγωσιν πλουσιοπαρόχως καί γαστριμάργως όσα πρόβατα καί άλλα εύρωσιν, ή άχόρταγος ψυχή των ποτέ δέν εύχαριστείται, καί μέ βίαν τούς άρπάζουσιν, δέν λέγω χρήματα, έπειδή δέν έχουσιν, άλλ' ό,τι
τής συμφωνίας των μετά τών κυρίων τών ύποστατικών, έκτός όπού είναι τυραννικώτατος, είναι, πρός τούτοις, καί άκατάστατος καί άνομος (1). Πώς ούν ζώσι; 'Ε! άδελφοί μου, φίλτατοί μου 'Ελληνες, έσείς τό ήξεύρετε, χωρίς νά σάς τό είπώ. Οί γεωργοί, ή σεβασμιωτέρα κλάσις μιάς πολιτείας, ό σταθερώτερος στύλος τής πολιτικής εύτυχίας, ζή χειρότερα άπό τά ίδια ζώα. Βέβαια, ό πλούσιος όθωμανός τρέφει τά άλογά του μέ πολλά καλλιότερα φαγητά άπό έκείνα, όπού φυλάττουσιν είς τή ζωήν καί είς τάς θλίψεις τόν άθώον καί δίκαιον χωριάτην. 'Αλλά, μήπως τελειώνει είς αύτά μόνον ή δυστυχία του; Αύτός ό ταλαίπωρος πρέπει πρός τούτοις - ώ έντροπή άνυπόφορος! - πρέπει, λέγω, νά χορτάση τήν λύσσαν καί τού ληστού τής έκκλησίας, ήτοι τού άρχιεπισκόπου, ώς κατωτέρω ρηθήσεται, είς τρόπον όπού οί χωριάτες, έξαιρώντας έκείνους τούς προδότας καί κακούς άνθρώπους, οί όποίοι διά νά μήν διψήσωσι, πίουσι τό αίμα τών συναδελφών των, καί άποκαθίστανται συνεργοί τών τούς εύρουσι, καί άσπλάγχνως άλλον τύπτουσι, άλλον όνειδίζουσι, καί πολλούς φονεύουσι. 'Ο κύριος, παραδείγματος χάριν, δίδει τόν σπόρον τού γεωργού, ό όποίος, άφού δουλεύση μαζί μέ τήν συμβίαν του καί τέκνα του δι' όλον τόν χρόνον, άφού, λέγω, άφανίση τά βόδια του καί καταχαλάση τά έργαλεία του, συνάζει, τέλος πάντων, τόν καρπόν, - καί πολλάκις ή φύσις δέν άνταποκρίνεται δικαίως είς τούς κόπους του - τόν όποίον άς ύποθέσωμεν άς 10. 'Ευθύς ό κύριος τού χωραφίου λαμβάνει τά 2/3, καί μένουσι 3 1/3. 'Ο έπιστάτης τού χωρίου, ή μάλλον είπείν ό φανερός κλέπτης, άρπάζει άλλο έν, καί μένουν 2 1/3. 'Ο κύριος τού χωραφίου λαμβάνει διά τόν σπόρον 1/3 καί ούτως μένουν τού γεωργού μόνον 2, άπό τά όποία έχει νά ζωοτραφή καί νά ένδυθή αύτός καί ή φαμιλία του. Τοιαύτη περιγραφή πρέπει νά κινήση είς σπλάγχνος τάς πλέον σκληράς καρδίας, καί κάθε 'Ελλην πρέπει νά κλαύση είς τήν άναγνωσίν της τυραννικών προσταγμάτων, άφού χάνουν τά όσα οί όθωμανοί τούς άρπάζουσι καί τά όσα δίδουσι τών καλογήρων, μόλις ήμπορούσι νά ζήσωσι άπ' όσα τούς μένουσι. 'Αλλά, πώς νά παραιτήσω τάς καθημερινάς άγγαρείας όπού ύποφέρουσι! 'Ω ούρανέ, πώς δέν κατακαίεις μέ τούς κεραυνούς σου τόσα βδελυρά τέρατα, όπού μιαίνουν καί άφανίζουν τό άνθρώπινον γένος! Δέν είναι χωρίον, ώ άγαπητοί, καί μάλιστα είς τήν έπικράτειαν τού τυράννου τών 'Ιωαννίνων, όπού καθ' έκάστην νά μήν πέμπη τό έν τρίτον τών κατοίκων του, διά νά δουλεύη είς τά άνωφελή καί πολυέξοδα κτίρια τού τυράννου, χωρίς άλλην άνταμοιβήν, είμή ραβδίσματα καί πολλάκις θάνατον. Τοιαύτην λοιπόν θλιβεράν καί άνυπόφορον ζωήν διάγουσιν οί χωριάτες τής έλληνικής γής, καί, βέβαια, πολλά χειροτέραν άπ' ό,τι σάς τήν παρέστησεν ή διήγησίς μου. 'Αλλά, τί νά είπώ, διά τούς πολίτας; 'Ε, αύτοί χωρίς νά έχουν όλιγοτέρους κόπους καί μόχθους άπό τούς χωριάτας, έχουν τά βάσανα, καί περισσότερα καί φοβερώτερα, άπό αύτούς. Οί τεχνίται, λοιπόν, δουλεύουν σχεδόν 18 ώρας τό ήμερόνυκτον, καί ποτέ δέν ήμπορούν νά άναπληρώσουν τάς άναγκαίας χρείας των. Οί προεστοί μέ τά άδικα δοσίματα, όπού τούς έπιφορτώνοσι, τούς άρπάζουσιν, άπό τό έν μέρος, τόν όλίγον καρπόν τών ίδρώτων των, τό πλήθος τών έορτών καί αί άγγα
Τά συνηθισμένα των φαγητά είναι άγριολάχανα καί ψωμί άπό κριθάρι, δύο ή τρείς φοράς τόν χρόνον μόνον τρώγοσι κρέας. 'Εκτός τών είρημένων άγγαρευμάτων καί άδιακόπων δοσιμάτων, όπού ύποφέρουσι, πρός τούτοις άπ' όσα ξύλα, τυρί, βούτυρον, λάδι καί κάθε άλλον είδος έχουσι, τά 9/10 τά πηγαίνουσι τού τυράννου καί τών ύπ' αύτού τυραννούντων. Ρείαι τούς έμποδίζουσιν, άπό τό άλλο μέρος, κάθε περισσότερον κέρδος, όπού ήθελαν ήμπορέσει νά κάμωσι, καί άνάμεσα είς τόσας χιλιάδας, όταν τινάς φθάση νά άναπληρώση τάς χρείας του μέ όσον κέρδος τού μένει, νομίζεται πολλά εύτυχής. Πρόσθες άκόμη τά άνυπόφορα κακά, όπού καθημερινώς δοκιμάζουσιν άπό τούς άχρείους έπιστάτας τού τυράννου, οί όποίοι, μέ άκραν άσπλαγχνίαν, καί χωρίς συνείδησιν, έπιφορτώνοσιν είς τούς άλλους τά βάρη τού μέρους των, καί αύτοί μένουν άσύδοτοι. 'Εκείνοι, λέγω, οί άφρονες καί μωροί άνθρωποι, όπού κράζονται προεστοί καί άρχοντες, οίτινες, άπό τήν βρωμεράν συνήθειαν, έχασαν σχεδόν καί τήν έντροπήν τών άνθρώπων καί τόν φόβον τού Θεού, καί μέ άκραν άναισχυντίαν δέν διστάζουσιν άπό τό νά άρνώνται, ποτέ μέν, τάς ποσότητας τών πληρωμών, ποτέ δέ, νά ξαναζητώσι έκείνο, όπού έλαβαν ήδη, καί τό χειρότερον νά καυχώνται, είς τό νά δεικνύωνται πιστοί όπαδοί καί δούλοι τού τυράννου έκούσιοι. 'Ε, σκληροί καί άναιδέστατοι άνθρωποι, ταχέως θέλετε μετανοήσει, ναί, θέλετε μετανοήσει καί θέλετε κλαύσει πικρώς διά τάς κακοεργίας σας. Πού νομίζετε, ώ άγαπητοί μου 'Ελληνες, νά στέλνωσι, διά νά κατοικήσωσι, αύτοί οί άπάνθρωποι καί άναιδέστατοι άρχοντες έκείνους τούς δυσώδεις καί βρωμερούς 'Αλβανίτας ή άλλης έπαρχίας όθωμανούς, όπού ό κάθε τύραννος βαστά διά τήν φύλαξίν του, καί μάλιστα είς τήν Θετταλίαν καί 'Ηπειρον; 'Ισως είς όσπίτια καμωμένα έξεπίτηδες, ίσως είς τά εύρύχωρα μετόχια τών μοναστηρίων, ίσως είς τά μεγάλα παλάτια των, ίσως έξω άπό τήν πόλιν, ή είς έρημά τινα κτίρια, ή, τέλος πάντων, είς τά μοναστήρια; Ούχί, ούχί, άγαπητοί μου, μήν προσμένετε τόσην κρίσιν άπό τόν μεμεθυσμένον τους δουλικόν νούν' αύτοί έκλέγουσι καί πέμπουσιν αύτούς τούς αίμοβόρους λύκους είς τά όσπίτια, όπου εύρίσκονται γυναίκες καί κοράσια. Καθείς, ώ άγαπητοί μου, καθείς άπό έσάς ήμπορεί εύκόλως νά καταλάβη τάς φοβεράς έξακολουθήσεις. 'Εγώ δέ, άπό τήν δικαίαν μου άγανάκτησηιν, ή χείρ μου τρέμει καί ή όρασις μου έθάμπωσε, ούτε πλέον ήμπορώ νά έπαριθμήσω τάς δυστυχίας τών 'Ιωαννίτων καί όλων τών Θετταλών, χωρίς άπό τόν θυμόν μου νά είπώ, βέβαια, όλιγότερα άπ' ό,τι άνήκουσι έκείνων τών μωροαρχόντων άλλ' ίσως περισσότερα άπ' ό,τι ή χρηστοήθεια καί τό όμογενές μέ διδάσκουσι. 'Αν έγώ, όμως, σιωπώ, δέν θέλουσι σιωπήσει αί τρομασμέναι μητέρες, όπού μετά δακρύων καί γονυκλιτώς έμπροσθεν αύτών τών άχρείων τεράτων ματαίως δέονται καθ' έκάστην, σπανίως δέ έκείνοι καταδέχονται νά τάς άκροασθώσι, καί πολλάκις, άντίς νά τάς παρηγορήσωσι, τάς έπιπλήττουσι καί μέ βίαν τάς έκβάλλουσιν έξω, χωρίς ποτέ νά τούς δώσωσι τήν παραμικράν βοήθειαν 'Αν έγώ σιωπώ, βέβαια, τά κρεμνισμένα σπίτια .'Ενθυμούμαι μίαν φοράν, όπού έτυχα παρών, όταν μία γυναίκα χήρα καί μέ πέντε τέκνα άνήλικα είχεν ύπάγει νά παρακαλέση ένα άρχοντα, τού όποίου τό όνομα σιωπώ διά όλιγοτέραν του έντροπήν, διά νά τής κατεβάσουν τό δόσιμον, λέγουσα, ότι, διά νά πληρώση τό άπερασμένον, είχεν πωλήσει κάθε περιττόν στολίδι, όπού τής είχεν μείνει, καί δέν είχεν άλλο τι νά πωλήση, διά νά πληρώση τά όσα τής έζητούσαν, μάλιστα κλαίουσα έφώναζεν, ώς έχει νά θρέψη καί νά ένδύση τρείς θυγατέρας καί δύο υίούς... ό σκληρός άρχων δέν τήν άφησε νά τελειώση τήν περίοδον, καί εύθύς, όπού ήκουσε νά λέγη, ότι έχει τόσα παιδία, μέ άνήκουστον βαρβαρότητα καί άδιαφορίαν τής λέγει «πώλησον δύο άπό τά παιδία σου καί πλήρωσον τό δόσιμον». 'Εγώ σιωπώ, ό δέ άναγνώστης άς κρίνη, όπως θελήση τών ταλαιπώρων Θετταλών καί 'Ηπειρώτων, τά ξεσχισμένα στολίδια τών όσπιτίων των, αί αίματωμέναι όδοί καί τείχη τών πόλεων άρκετώς όμιλούσι είς τάς όράσεις, όχι μόνον τών 'Ελλήνων, άλλά καί τών ίδίων ξένων. 'Αν έγώ σιωπώ, άκούονται όμως οί άναστεναγμοί τών δυστύχων πατέρων, οίτινες, άφού δέν δύνανται νά κερδίσωσι τήν ζωοτροφίαν των, ούτε νά ένδυθώσι μέ τόν καρπόν τών ίδρώτων των, είναι άναγκασμένοι νά άφήσουν είς τήν φαμελίαν των δέκα όθωμανούς καί άλλα τόσα άλογα, καί αύτοί νά ύπάγουν είς τήν φυλακήν, καί όχι όλίγας φοράς, είς θάνατον. 'Αν έγώ σιωπώ, θέλει λαλήσουν τά άθώα στόματα τών τρομασμένων κορασίδων καί πεφοβισμένων έφήβων. Καί άν έγώ, τέλος πάντων, δέν τούς δηλοποιώ τό τέλος των, τά παραδείγματα καί αί ίστορίαι όλου τού κόσμου μέ μεγάλην σαφήνειαν τούς τό προλέγουσι, καί άρκετά ήμπορούσαν νά τό προΐδώσι μόνοι των, άν άξιοι κρίσεως καί συλλογισμού ήτον τοιαύτα τέρατα. 'Ιδού, ώ 'Ελληνες, οί τεχνίται πώς ζώσι, καί μήν νομίσετε ότι έννοώ διά μόνον τούς 'Ιωαννίτας. Αύτοί δέν είναι δυστυχέστεροι, είμή μόνον, ότι ό τύραννός των είναι κακοηθέστατος. 'Αλλά είς όλας τάς πολιτείας τού όθωμανικού κράτους εύρίσκεται ή αύτή διοίκησις, ό αύτός τρόπος, αί ίδίαι αίτίαι, καί τά αύτά άποτελέσματα. σΑς έλθωμεν τώρα είς τήν κλάσιν τών πραγματευτών, λέγω, έκείνων όπού πωλώσι διάφορα είδη είς τά έργαστήριά των, διότι περί τών ταξιδευόντων παραιτέρω ρηθήσεται. 'Αλλά τί ήμπορώ νά είπώ δι' αύτούς, χωρίς νά ξαναειπώ τά ίδια προλεχθέντα διά τούς τεχνίτας; Αύτοί βασανίζονται άπό τήν ίδίαν κακήν τύχην, μάλιστα δέ αί δυστυχίαι των αύξάνουσιν άναλόγως μέ τάς ύποθέσεις των. Αύτοί καθ' έκάστην δίδοσι τώ τυράννω τόσας ποσότητας άπό κάθε είδος πραγματείας, όπού έχουσι, αύτοί πληρώνοσι βαρύτατα δοσίματα, αύτοί ύποφέρουσι μέ μεγαλειτέρας ζημίας είς τά όσπίτιά των πάντοτε τούς βρωμερούς 'Αλβανίτας. Αύτοί είς φυλακήν, αύτοί είς άγγαρείας. Αύτοί τέλος πάντων είναι ύποκείμενοι είς όλα τά χειρότερα κακά, όπού ήμπορεί τινάς νά στοχασθή. Πολλάκις ή τύχη τούς κατατρέχει καί είς τάς έμπορικάς των έπιχειρήσεις, καί πολλοί άπεθνήσκουν είς τήν φυλακήν. Ποίος έμβαίνει είς μίαν πολιτείαν τής 'Ελλάδος, καί δέν αίσθάνεται μίαν ψυχρότητα είς τήν καρδίαν του, άκούοντας πανταχόθεν νά έξέρχεται τό καί τό άλλοίμονον! Τί άλλο άκροάζεται ένας ξένος, πάρεξ άναστεναγμούς; Τί άλλο βλέπει ό 'Ελλην, είμή δάκρυα; Τί άλλο εύρίσκεται, τέλος πάντων, είς τούς 'Ελληνας, είμή λύπη, φόβος, φυλακή καί θάνατος; 'Ενα γενικόν μουρμούρισμα λύπης, μία σιωπή άπελπισίας κυριεύει όλων τάς καρδίας. Καί πολλών ή άδυναμία μιάς δικαίας έκδικήσεως καί ή πολλά αίσθαντική των καρδία φθείρει τήν ζωήν καί θνήσκουν άπελπισμένοι. 'Η πτωχεία, τέλος πάντων, ώς μία άδιάκοπος μικρή θέρμη, άδυνατίζει τό πλέον ύγιές σώμα. Ούτως καταβάλλει τήν γενναιότητα καί σταθερότητα τών δυστύχων πατέρων καί θαμπώνει τό πνεύμα τών τέκνων. Πώς στοχάζεσαι τώρα, ώ άναγνώστα, νά ζώσιν οί άγαπητοί μας 'Ελληνες, Πολλοί εύρίσκονται στενοχωρημένοι άπό ξυλίσματα καί φοβερισμούς τών άπανθρώπων 'Αλβανίτων, έκτός τής κατοικίας, νά τούς δίδωσι καί τήν ζωοτροφίαν. Είς τά 'Ιωάννινα έφερον τά ξύλα, τάς πέτρας καί τήν λάσπην όλοι οί κάτοικοι χωρίς έξαίρεσιν. 'Ισως δέν τό άγνοείς, καί ίσως μαζύ μου συγκλαίεις καί έσύ τάς κοινάς έλληνικάς μας δυστυχίας. Πλήν, μ' όλον τούτο, δέν θέλω σιωπήσει έγώ, ξαναενθυμώντας σου τόν τρόπον τής δυστυχεστάτης καί πτωχικής ζωής τών 'Ελλήνων, άπό τό νά εύφημίσω τήν άγαθήν καρδίαν καί τήν φιλανθρωπότητα τών εύεργέτων τής 'Ελλάδος. 'Εξαιρώντας, λοιπόν, όλους τούς προεστώτας, ή μάλλον είπείν τούς προδότας, καί όλους έκείνους τούς άχρειεστάτους σκλάβους καί όπαδούς τών κατά μέρος τυράννων τής 'Ελλάδος, οί λοιποί σχεδόν άπαντες άναπληρούσι είς τάς χρείας των άπό εύεργεσίας έκείνων τών όλίγων 'Ελλήνων, οίτινες καί έν τή πατρίδι, καί πόρρω αύτής, όταν εύρίσκωνται, δέν παύοσι άπό τό νά βοηθώσι καθ' έκάστην τούς συμπατριώτας των, άπό τό νά τούς παρηγορώσι μέ έξαφνα χαρίσματα, καί τέλος πάντων, άπό τό νά τούς στολίζωσι τό πνεύμα μέ τά σχολεία, όπού έξ ίδίων των έκτισαν καί φυλάττουσι. Συγχωρήσετέ με, ώ άνδρες γενναιότατοι καί φιλεύσπλαγχνοι, άν μία μεγάλη αίτία μ' έμποδίζη άπό τό νά έκθέσω είς τούτον μου τόν λόγον τά ένδοξα όνόματά σας' ή εύγνωμοσύνη μου όμως ώς 'Ελλην, καί τό χρέος τών συναδελφών μας, έντός όλίγου θέλουν ένεργήσει, διά νά έγχαράξουν μέ χρυσά ψηφία τοιούτον κατάλογον είς τούς ναούς τής 'Ελλάδος, καθώς καί τώρα τόν φυλάττουσι έγκεχαραγμένον είς τάς καρδίας των. Δέν μένει τώρα άλλη κλάσις, είμή τών ταξιδιώτων, όπού νά ζητή έξήγησιν, άλλά περί αύτών, ώς προείπον, θέλω όμιλήσει παρεμπρός, καί τελειώνω τοιαύτην θλιβεράν διήγησιν μέ μίαν γλυκείαν παρατήρησιν, όπού σάς παρακαλώ νά κάμητε είς τό έλληνικόν γένος, διά κοινήν μας χαράν. 'Η τυραννία, ώ 'Ελληνες - καί όποία τυραννία! - δέν έδυνήθη νά έξαλείψη άπό τό γένος μας τά χαρακτηριστικά του σημεία, διά νά είπώ ούτως. 'Η σταθερότης καί ή φιλευσπλαγχνία σώζονται είς όλους τούς 'Ελληνας καί ή άρετή λάμπει άνάμεσα είς τόν βόρβορον τής τυραννίας (1). 'Ω άρετή, ώ θείον καί ίερόν δώρον! Σύ, όπού καταπρααίνεις τά άλογα πάθη. Σύ, όπού συνοδεύεις διά παντός μέ τήν ψυχήν είς μίαν ήσυχον καί γαληνήν άνάπαυσιν. Σύ, όπού καθιστάς τόν άνθρωπον εύτυχή, άποκαθιστώντας του όλίγας τάς χρείας' όπού τόν άρματώνεις έναντίον είς τάς καταδρομάς τής τύχης, καί τόν καθιστάς άδιάφορον είς τάς εύτυχίας. Σύ, όπού ύψώνεις τήν άνθρωπίνην ούτιδανότητα καί κατασταίνεις τόν άνθρωπον άνώτερον τού είναι του. Σύ, όπού χαρακτηρίζεις καί καταστείς άμετάτρεπτον τόν ένάρετον. Ναί, ό ναός σου δέν είναι έσφαλισμένος είς τήν ύποδουλωμένην 'Ελλάδα! Σύ λατρεύεσαι άπό τούς εύεργέτας τού γένους. Αύτοί σέ τιμούσι μέ τά καθημερινά δώρα, όπού προσφέρουσιν είς τούς 'Ελληνας, καί έγώ τούς τό κοινοποιώ διά δόξαν μας. 'Αλλ' έσείς, ώ εύεργέται, νομίζετε νά έκπληρούται τό χρέος σας διά τών εύεργεσιών σας μόνον; Ούχί, άγαπητοί μου, έγώ δέν είμαι κόλαξ, διά νά σιωπήσω τό τί πρέπει νά κάμετε, καί έσείς άγαπάτε άρκετώς τήν άρετήν, διά νά σάς κακοφανή ή άλήθεια καί νά μείνητε είς τό λάθος σας. 'Η άρετή, ώ άδελφοί μου, τόσον διαφέρει άπό τήν κακίαν, ώς ή ζωή Είς όλας τάς πολιτείας τής 'Ελλάδος, καί έξόχως είς τά 'Ιωάννινα, κάθε ήμέραν όλοι οί συμπολίται, στέλνουσιν είς τούς φυλακωμένους καί φαγητά καί ένδύματα καί κάθε άλλον άναγκαίον' όταν δέ κανείς άδικήται καί κατατρέχεται, κάθε γείτων νομίζει χρέος του νά τόν βοηθήση, ώς δύναται άπό τόν θάνατον. Καθώς λοιπόν άνάμεσα ζωής καί θανάτου, δέν εύρίσκεται μέσος όρος, ούτε άνάμεσα άρετής καί κακίας ήμπορεί νά εύρεθή, καί έξακολούθως δέν ήμπορεί νά είπή τινάς, ούτε ότι ό δείνας είναι περισσότερον άπεθαμένος άπό τόν δείνα άπεθαμένον, ούτε ότι ό ένας έναρετώτερος άπό τόν άλλον ένάρετον . 'Ενάρετος, ώ εύργέται τής 'Ελλάδος, είναι μόνον έκείνος, όπού θέλοντας νά ζήση είς πολλούς - δηλαδή ώφελώντας τούς συναδέλφους του, νά άθανατίση τό όνομά του, καί διά νά είπώ ούτως, νά ζή καί άποθαμένος - κάμνει όχι όσον θέλει, άλλ' όσον πρέπει, καί όχι έκείνο όπού είς ούδέν τόν έγγίζει άλλ' έκείνο, όπού είναι άναγκάιον, προκρίνοντας πάντοτε τό κοινόν όφελος, χωρίς νά στρέψη τούς όφθαλμούς του είς τήν μικράν ή μεγάλην ζημίαν, όπού ήθελε τού προξενήσει έν έργον του ένάρετον. Είς τάς νομαρχικάς διοικήσεις, είς τάς όποίας ή άρετή είναι ή κυρία βάσις καί τό θεμέλιον όλης τής πολιτικής διαγωγής, ό ένάρετος κάμνει όσον πρέπει, καί ποτέ δέν ζημιούται, έπειδή ποτέ δέν συγχωρεί ή όρθή διοίκησις ξεχώρισιν άπό τάς μερικάς είς τάς κοινάς ύποθέσεις, καθώς είς τήν άρχήν τού παρόντος μου λόγου άρκετώς άπεδείχθη. Καί έξακολούθως, ό ένάρετος. 'Ας μήν παραξενευθή ό άναγνώστης άπό αύτήν τήν πρότασιν, άλλ' άς στοχασθή ότι, όσάκις βλέπομεν ένα ένάρετον νά κάμνη περισσότερα καλά άπό ένα άλλον ένάρετον, αίτία είναι μόνον καί μόνον αί περιστάσεις. Πολλοί ένόμισαν καί νομίζουν έναρέτους τινάς βασιλείς, διά τό ότι έκαμον καλά πράγματα, χωρίς νά έρευνήσουν τό ό,τι ήμπορούσαν νά κάμωσι.
Ώσάν όπού ή τυραννία έχει διά βάσιν καί θεμέλιον τήν άνομοιότητα καί τήν άδικίαν. 'Οσοι δούλοι είναι, τόσαι διαιρέσεις εύρίσκονται, καί είς τό λεξικόν τής δεσποτείας ή λέξις «ένωσις» δέν εύρίσκεται. 'Οθεν, είναι φανερόν, ότι ένας ένάρετος ύπό τής δουλείας πρέπει έξ άνάγκης νά πάσχη, καί έξακολούθως, όποιος δέν πάσχει ύπό τής δουλείας, δέν
είναι ένάρετος. Καλόν ήθελεν ήτον, ώ 'Ελληνες, άν οί ένάρετοι τής 'Ελλάδος δέν ήθελον ύποφέρει, άλλά, κάμνοντες τό χρέος των, ήθελον ώφελήσει τούς άλλους καί τόν έαυτόν τους. Πλήν αύτό είναι άδύνατον νά θεωρηθή, έως όπού ή 'Ελλάς εύρίσκεται ύπό τυραννίας. 'Ας ύποφέρωσι λοιπόν ώς φιλογενείς καί φιλελεύθεροι. Οί περίεργοι άλλογενείς, καί μάλιστα οί Βρεττανοί, περιερχόμενοι είς τήν 'Ελλάδα καί άπαντούντες ένθεν κακείθεν διεσπαρμένα τά διάφορα λείψανα τής μεγαλειότητός της, εύρίσκονται ύποχρεωμένοι νά κράζωσι: «'Εδώ έστάθη τό σχολείον τής οίκουμένης». Οί δέ νύν φιλόσοφοι καί πολυπράγμονες 'Ελληνες, θεωρώντες άναμεταξύ είς τούς ταλαιπώρους όμογενείς μας μερικούς έναρέτους καί άξίους άνδρας, μέ κρυφίαν ήδονήν κραυγάζουσι: «Ούχί, ούχί, ή 'Ελλάς δέν θέλει μείνει διά πολύν καιρόν ύπό τής τυραννίας, άλλά ταχέως θέλει συντρίψει τάς άλύσους της». 'Εγώ έλαβα τήν εύχαρίστησιν νά γνωρίσω άρκετούς έναρέτους 'Ελληνας καί εύεργέτας τής 'Ελλάδος, τών όποίων ή φιλευσπλαγχνία καί ή καλή καρδία, δέν μού συγχωρούσι νά τούς κράξω μή έναρέτους, όντας βέβαιος ότι, άν δέν κάμνουσι είς τήν 'Ελλάδα όσον έπρεπε καί όσον ήμπορούσαν, ή μόνη αίτία είναι, όπού δέν γνωρίζουσι έκείνο, όπού έπρεπε νά κάμωσι, έπειδή, ώ 'Ελληνες, δέν είναι δύσκολον είς ένα καλόν άνθρωπον νά κάμη έν καλόν έργον τόσον, όσον είναι δύσκολον νά τό κάμη καλώς καί καθώς πρέπει. 'Οθεν, παρεμπρός, θέλω φανερώσει πρός τούς εύεργέτας τής 'Ελλάδος τό τί πρέπει νά κάμωσι, καί έλπίζω ώς ένάρετοι, όπού είναι, νά κάμωσι, τό χρέος των, καθώς τυχαίνει, διά νά άποκαθιστώσι άξιοι τής άρετής. 'Η εύεργεσία είναι άναντιρρήτως τό χρηστότερον έργον ένός έναρέτου πλουσίου, άλλά, άγαπητοί μου 'Ελληνες, όποίον όφελος προξενεί είς τούς 'Ελληνας τήν σήμερον; 'Αν μέχρι τούδε τούς ώφέλησε, φεύ! τώρα αύτό τό χρηστόν έργον, άντίς νά ώφελήση, βλάπτει, καί άλλο δέν προξενεί είς τούς 'Ελληνας, είμή μόνον μίαν έπιζήμιον παρηγορίαν καί τούς κάμνει νά μένουν πάντοτε άκίνητοι ύπό τής τυραννίας. Οί χρείαν έχοντες, άφού εύεργετηθούν, ύποφέρουν περισσότερον, καί όσον περισσότερον εύεργετούνται, τόσον όλιγότερον τούς βαρύνει ή τυραννία. Καί ίδού ότι έν καλόν, όπού γίνεται είς τόπον ένός μεγαλειτέρου καλού, προξενεί τό χειρό .Οί κάτοικοι δέ είναι σχεδόν δέκα όκτώ μιλλιούνια, μαζί μέ τούς νησιώτας τού 'Αρχιπελάγους. Οί δέ χριστιανοί ώς πρός τούς όθωμανούς, είναι ώς τό 115 πρός τό 29. Διά τούς ξένους, όπού κατοικούσι είς τήν όθωμανική έπικράτειαν, καί άλλογενείς, όντες κατά πολλά όλίγοι, δέν τούς άναφέρω (1). Τόσον πλήθος 'Ελλήνων, ώ άγαπητοί, πώς 'άρα γε νά ζή; Αύτό λοιπόν, θέλω έξετάσει τώρα καί άκούσετε: 'Ας ύποθέσωμεν, διά τό εύκολώτερον, τούς κατοίκους τού όθωμανικού κράτους είς τήν Εύρώπην άς 100. 'Αναλόγως, λοιπόν, είς τήν είρημένην έπαρίθμησιν, οί χριστιανοί πρέπει νά είναι άς 80, καί οί όθωμανοί άς 20. 'Από τήν άνωθεν έπαρίθμησιν, εύκόλως φαίνεται, ύφείλοντας άπό κάθε έκατόν μόνον δεκαπέντε, ότι άξιοι διά τά άρματα άπό μέν τούς χριστιανούς ήμπορούσαν νά είναι 2.156.250, άπό δέ τούς όθωμανούς 543.750. Είναι πρός τούτοις άναγκαίον νά ένθυμηθή ό άναγνώστης, ότι οί περισσότεροι άπό τούς όθωμανούς κατοικούσιν είς τάς πολιτείας, καί έξακολούθως δέν είναι όσο οί χριστιανοί έπιτήδειοι είς τά άρματα, άλλά περί αύτών κατωτέρω ρηθήσεται. 'Από αύτούς τούς έκατόν, είς μέν τάς πόλεις (1) μόλις εύρίσκονται τά 3/10, οί δέ λοιποί κατοικούσιν είς τά 7 στ.2 χωρία (2). 'Εκ τών όθωμανών ούν οί περισσότεροι ζώσιν άπό χρονικά είσοδήματα, όπού συναθροίζουσιν άπό τά πλήθη τών ύποστατικών των, οί δέ λοιποί διά τού έμπορίου καί τεχνών, ώς πάντως άσύδοτοι, κερδίζουσιν νικηθή άπό ένα έχθρόν, όπού δέν ήθελε τόν όμοιάσει καί ή φιλευσπλαγχνία του, κακώς ένεργημένη καί παράκαιρα, προξενεί τήν δυστυχίαν
ένός γένους όλοκλήρου. 'Ας μήν τολμήση ό άναγνώστης, καί διά τούτο τόν όρκίζω έμπροσθεν τής δικαιοσύνης καί είς τόν ναόν τής άρετής, άς μήν τολμήση, λέγω, όποιος καί άν είναι, νά μέ κράξη άγνώμονα. 'Εγώ είμαι ύπόχρεως είς τούς εύεργέτας τής 'Ελλάδος όχι όλίγον, είμαι εύγνώμων είς τάς χάριτάς των, μαζί μέ όλους τούς 'Ελληνας. Πόσον όμως ήθελεν ήτον καλλίτερον, νά μήν ήθελον έχει χρείαν άπό τάς εύεργεσίας των! 'Οποιος ίατρεύεται άπό μίαν άσθένειαν, είναι εύγνώμων πρός τόν ίατρόν του, πλήν όλοι παρακαλούσι νά μήν λάβωσι χρείαν άπό τόν ίατρόν.


ΟΙ ΣΥΝΕΡΓΟΙ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ

Δύο αίτια είναι, ώ 'Ελληνες μου άκριβοί, όπού μέχρι τής σήμερον μάς φυλλάτουσι δεδεμένους είς τάς άλύσους τής τυραννίας, είναι δέ τό άμαθές ίερατείον καί ή άπουσία τών άρίστων συμπολίτων. Είς τήν διήγησιν τής δευτέρας αίτίας, είς τήν όποίαν συγκαταλέγεται καί ή κλάσις τών εύεργέτων τής 'Ελλάδος, θέλω φανερώσει τό χρέος των, ώς έταξα. Τά δέ προλεχθέντα περί τής άρετής αύτών χρησιμεύουν ώς προλογίδιον είς τήν έξέτασιν, έν ή είσέρχομαι τώρα, διά νά άποδείξω, ότι δέν είναι ούτε δειλία, ούτε άστοχασία τών 'Ελλήνων, όπού μέχρι τής σήμερον μάς φυλάττει ύπό τής όθωμανικής τυραννίας, καί νά άποστομώσω τάς φθονεράς καί καταλάλους γλώσσας τών άλλοφύλων. 'Αλλά, πόσον θέλει συγχύσει, ή άκόλουθος διήγησις τής πρώτης αίτίας μερικούς άρχιεπισκόπους, ή άλλου τάγματος ίερείς, άν κατά τύχην τόν παρόντα μου λόγον άναγνώσωσι - τό όποίον μού φαίνεται δύσκολον - βλέποντας ξεσκεπασμένας τάς ψευδείς των άρετάς. 'Ω, πόσον ταχέως θέλει ρίψουσιν είς τό πύρ τούτο μου τό βιβλιάριον, όσοι φοβούνται τό φώς τής άληθείας! Διά τούτο λοιπόν κρίνω άναγκαίον νά τούς προειδοποιήσω, ότι τό πατριωτικόν χρέος μου μέ προστάζει νά όμιλήσω τήν άλήθειαν, καί δέν φοβούμαι ούτε τούς άμαθείς, ούτε τούς σπουδαίους καί έναρέτους
Τούς μέν πρώτους, έπειδή δέν είναι άξιοι φόβου, τούς δέ δευτέρους έπειδή ή άλήθεια δέν έπιδέχεται κατάκρισιν. Μάλλον δέ οί σπουδαίοι θέλουν έπικυρώσει τούς λόγους μου μέ τήν νουνεχή των έπιβεβαίωσιν, καί θέλουν προσπαθήσει, όσον όγληγορώτερον δυνηθώσι, νά διορθώσωσιν όπωσούν τάς φοβεράς καί έπιζημιώδεις καταχρήσεις αύτού τού ίερού τάγματος, διά νά άναλάβη ή 'Ελλάς τήν προτέραν της λάμψιν καί εύτυχίαν. Διά τούτο, λοιπόν, μετά δακρύων παρακαλώ τούς σοφούς καί έναρέτους άνδρας, όπού φέρουσι τό σεβέσμιον ένδυμα τής ίερωσύνης, νά μέ συγχωρήσουν, άν μέ άκραν τόλμην άποφασίζω νά έλέγξω αύστηρώς τούς άναξίους καί άμαθείς καλογήρους, καί νά άποδείξω μέ γεωμετρικήν βεβαιότητα τό πόσον κακόν προξενούσι τήν σήμερον είς τήν 'Ελλάδα. 'Ας μήν μέ νομίσουν άνευλαβή, άν άκούσωσι νά καταφρονώ τήν σημερινήν καλογερικήν των σύστησιν καί διαγωγήν, άλλ' ώς ζηλωταί τής έπανορθώσεως καί δόξης τής κοινής πατρίδος μας 'Ελλάδος, νά στοχασθώσι, άν είναι εύκολον, νά ξαναλάβη τό γένος μας τήν έλευθερίαν του, έν όσω σώζεται ό οίκιακός έχθρός της, ή άμάθεια, λέγω, ή δεισιδαιμονία καί ή κατάχρησις. Δέν είναι όλίγοι βέβαια οί όντως άξιοι εύλαβείας καί τιμής ίερείς, ώς έπί παραδείγματι ό σεβασμιώτατος καί ένάρετος άνήρ, ό σοφώτατος λέγω οίκονόμος τών 'Ιωαννίνων κύρ Κοσμάς Μπαλάνου, ό όσιώτατος καί έλλογιμώτατος διδάσκαλος είς Κερκύραν κύρ 'Ανδρέας ίερεύς, καί άλλοι πολλοί.
τής θρησκείας, ή όπόσην φθοράν θέλει προξενήσει μία αίφνίδιος άνάστασις, καί έπανόρθωσις είς όσους άδίκως καί άναισχύντως παρέβηκαν τάς έκκλησιαστικάς καί ήθικάς νομοθεσίας, άν έν καιρώ δέν θέλουσι διορθωθή. 'Ω, πόσον αίσθάνομαι τήν φλόγαν τής άγανακτήσεως καί έντροπής είς τή καρδίαν μου, τώρα όπού τόσον καταφρονητικώς θέλω λαλήσει διά τήν πλέον τιμιωτέραν κλάσιν τής πολιτικής διαγωγής! Πόσον μέ λυπεί, όπού, άντίς νά έπαινέσω αύτό τό ίερόν τάγμα, ή άλήθεια καί τό πατριωτικόν χρέος μου μέ βιάζουσι νά τό κατηγορήσω. Μεγάλον βέβαια είναι τό έπιχείρημά μου, άλλ' έγώ έταξα νά κάμω κάθε θυσίαν έμπροσθεν είς τό άγαλμα τής 'Ελευθερίας, καί δέν θέλω παραιτήσει τήν άναγκαιοτέραν. 'Ω σύ μιαρά Σύνοδος τής Κωνσταντινουπόλεως, είς τί όμοιάζεις, ήθελα νά ήξεύρω άπό έσέ τώρα όπού σέ έρωτώ, είς τί, λέγω, όμοιάζεις τούς ίερούς καί θείους άποστόλους τού λόγου τής σοφίας τού 'Ιησού Χριστού; 'Ισως είς τήν ένδειαν καί άφιλοκέρδειαν, όπού έκείνοι έκήρυττον; 'Αλλ' έσύ είσαι γεμάτη άπό χρήματα, όπού καθημερινώς κλέπτεις άπό τούς ταλαιπώρους χριστιανούς. 'Ισως είς τήν έγκράτειαν καί χαλιναγωγίαν τών παθών; 'Αλλ' είς ποίον μεγάλον ξεφάντωμα δέν εύρίσκεται μέρος άπό τούς συγκλήτους σου, καί ποίος άπό αύτούς δέν λατρεύει δύο καί τρείς άρχοντίσσας μέ άκραν άναισχυντίαν καί σχεδόν φανερά ; Μήπως τούς όμοιάζεις κάν είς τήν εύλάβειάν των πρός τήν θρησκείαν; 'Αλλά ποίος δέν γνωρίζει τήν 'Ο νύν άρχιερεύς τών 'Ιωαννίνων είναι μοιχός καί άρσενοκοίτης, χωρίς τήν παραμικράν συστολήν. Άκραν άνευλάβειάν σου καί ποίος δέν ήξεύρει πόσον γελοιωδώς καί χλευαστικώς έκτελείς τάς ίερουργίας (1); Είς τί λοιπόν τούς όμοιάζεις; Είς τήν φιλανθρωπότητα; 'Εσύ, τούς πτωχούς δέν καταδέχεσαι ούτε κάν νά τούς ίδής, ούχί δέ νά τούς βοηθήσης. 'Η λύσσα σου διά τά χρήματα είναι άπερίγραπτος (2). Τούς όμοιάζεις ίσως είς τήν φιλαδελφότητα, είς τήν όμόνοιαν, είς τήν έπάλληλον άγάπην; 'Αλλά ποίος δέν γνωρίζει πόσον προσπαθεί ό ένας νά βλάψη τόν άλλον (3). Είς τί λοιπόν τούς όμοιάζεις; Βέβαια είς ούδέν. 'Ω τής δυστυχίας σας, άνθρωποι βάρβαροι καί μωροί. 'Επρεπε νά ξαναγυρίση ό Χριστός, γιά νά σάς φωτίση, έπειδή έσείς ούτε κάν στοχάζεσθε νά άνοίξητε ποτέ έν βιβλίον, διά νά λαμπρύνητε τόν έσκοτισμένον σας νούν. Σύ, λοιπόν, ώ Σύνοδος, άγκαλά καί νά φέρης τούς τίτλους τής άγιωσύνης καί τά σημεία τής άρετής, ούχί, ούχί, ποσώς δέν όμοιάζεις τά ύποκείμενα, όπού προσπαθείς νά παρησιάσης. Σύ είσαι μία μάνδρα λύκων, όπού δέν ύπακούεις τόν ποιμένα σου καί κατατρώγεις τά άθώα καί πολλά ήμερα πρόβατα τής όρθοδόξου. 'Εγώ είδα πολλάκις ένα άρχιεπίσκοπον είς τήν μέσην τής λειτουργίας, νά ύβρίζη, νά άναθεματίζη, καί νά δέρνη όχι όλίγας φοράς τούς παπάδες, καί ώς έπί τό πλείστον τούς διακόνους. 2. 'Εγώ έγνώρισα ένα καλόγηρον τόσον φιλάργυρον, όπού μέ τό νά τού έκλέφθησαν μερικά χρήματα, ύστερα άπό ένα μήνα άπέθανεν άπό τήν θλίψιν του. 3. 'Ο θάνατος κανενός άρχιεπισκόπου άποδεικνύει φανερώτατα τόν βρωμερόν χαρακτήρα τής Συνόδου. 'Επειδή τότε γεννάται έν μίσος άναμεταξύ των, μεταχειριζόμενος καθείς κάθε ούτιδανώτερον μέσον, όπού δυνηθή, διά νά άποκτήση έκείνην τήν έπαρχίαν, τό όποίον άκολουθεί είς όποιον δώση περισσότερα χρήματα. 'Ακούσατε νύν, άγαπητοί μου 'Ελληνες, όσοι άπό έσάς μέχρι τής σήμερον τό άγνοούσαν, άκούσατε τήν θλιβεράν διήγησιν τής σημερινής καταστάσεως τού ίερατικού τάγματος τής κοινής μας πατρίδος, καί ίδατε είς τί καταντεί τούς άνθρώπους ή τυραννία. Στοχαστικώτατος καί μεγάλος άνθρωπος έστάθη βέβαια ό νομοδότης Λυκούργος, ό όποίος προβλέποντας τά άφευκτα κακά, όπού ήθελε προξενήσει είς τούς συμπατριώτας του ή μεταχείρισις τών χρημάτων, τήν άπέβαλεν έξ άρχής άπό τήν Σπάρτην, καί κατέστησεν έκείνον τόν καλότυχον λαόν τόσον εύτυχή καί ένάρετον, ώστε όπού θέλει δοξάζεται καί τιμείται, έως όπού ύπάρχωσιν οί άνθρωποι. 'Επειδή, λοιπόν, ό νύν έλληνικός κλήρος, διά βάσιν τού συστήματός του καί διά γενικόν όργανον τής διαγωγής του έχει μόνον καί μόνον τόν χρυσόν, δέν νομίζω περιττόν, εί καί συντόμως, νά είπώ τι περί τής χρήσεώς του καί τής αύτού καταχρήσεως. Δέν είναι όμως ό σκοπός μου νά καταπείσω τούς χρυσολάτρας, ότι άπατώνται, έπειδή μού φαίνεται τό ίδιον, άν ήθελα παραστήσει τί έστί μανία, διά νά καταπείσω ένα τρελλόν, ότι είναι τρελλός. Αύτός, έν όσω είναι τρελλός, δέν τό πιστεύει νά είναι, μάλιστα κρίνει τόν έαυτόν του φρονιμώτερον άπό κάθε άλλον. Ούτως καί οί χρυσολάτραι. 'Εως όπού μέ τόν χρυσόν κάμνουσιν ό,τι θέλουσι, βέβαια δέν νομίζουσι άτοπον τήν λατρείαν των. 'Οθεν, άναγκαία είναι διά τούς πρώτους ή φρόνησις καί διά τούς άλλους ή καλή διοίκησις. Καί τότε ήμπορούν νά καταλάβουν έκείνοι ότι ήτον λωλοί, καί έτούτοι ότι έβαστούσαν τόσον καπνόν, έσφαλισμένον είς σιδερένια σεντούκια. 'Ομιλώ μόνον, λοιπόν, έπειδή ή ύπόθεσις είναι άξία περιεργείας, καί έπειδή νομίζω νά μήν δυσαρέση κάθε έξέτασις πραγμάτων, όπού άναφέρονται είς τό κοινόν καλώς έχειν. Τά χρήματα, ώ 'Ελληνες, είς άλλο δέν χρησιμεύουν, ούτε δι' άλλο τέλος ό έφευρετής τά έμεταχειρίσθη, παρά μόνον διά σημεία άριθμητικά, ήτοι διά μέτρον γενικόν τών πραγμάτων καί δηλωτικόν τής τιμής των. Ούτως λοιπόν έξ άρχής, διά νά διευκολύνουν τά δανείσματα καί άλλαγάς τών διαφόρων άναγκαίων των πραγμάτων, οί άνθρωποι έκαμαν τόσας μονάδας χρυσάς ή χαλκίνους, διά τών όποίων τά έμετρούσαν καί τά έμοίραζον όρθώς. Αύτή ή έφεύρεσις είς όλίγον καιρόν εύκόλυνεν τάς άμοιβαίας άλλαγάς, όχι μόνον άπό ένα ύποκείμενον είς άλλον, άλλά καί άπό πόλιν είς πόλιν, καί αύτός τρόπος, αί ίδίαι αίτίαι, καί τά αύτά άποτελέ σματα. σΑς έλθωμεν τώρα είς τήν κλάσιν τών πραγματευτών, λέγω, έκείνων, όπού πωλώσι διάφορα είδη είς τά έργαστήριά των, διότι περί τών ταξιδευόντων παραιτέρω ρηθήσεται. 'Αλλά τί ήμπορώ νά είπώ δι' αύτούς, χωρίς νά ξαναειπώ τά ίδια προλεχθέντα διά τούς τεχνίτας; τόσα μιλλιούνια ύπόκεινται είς τήν θέλησιν ένός άμαθούς τέρατος, όπού γεννηθείς καί άνατραφείς είς τόν κόλπον τής δουλείας καί τής άσωτείας, όχι μόνον δέν είναι άξιος νά διοικήση, άλλ' ούτε άξιος ήθελεν ήτον νά είναι ό ύποδεέστερος τών ύπηκόων. 'Ω! άλλοίμονον είς τούς 'Ελληνας, όπού τόν ύπακούοσι! 'Ακούσετε τώρα τόν τρόπον, μέ τόν όποίον αύτός διοικεί. 'Ο πρώτος, καί κυριώτερος, καί άπαράβατος νόμος είναι θέλησίς του. 'Οθεν, άν έξαιρέσωμεν μερικάς έντολάς τής θρησκείας των, κάθε άλλον νόμον άφανίζει τό κύρος του. 'Η άμάθειά του τόν βιάζει νά έκλέξη ένα κριτήν, τού όποίου δίδει τόν τίτλον τού Σοφωτάτου, ό όποίος άλλο δέν ήξεύρει, είμή νά γράφη καί νά άναγινώσκη τήν γλώσσαν του, μαζί μέ μερικά κεφαλαιώδη προστάγματα τού Μωάμεθ, όπού νά τά άκούση τινάς, τού έρεθίζουν γέλωτα. Τά περισσότερα άπό αύτά τά έντάλματα άναφέρονται είς τήν διατήρησιν τής θρησκείας καί μάλιστα είς τήν διαφύλαξιν τής άμαθείας. 'Η άπόφασις αύτού τού κριτού είναι άναντίρρητος. 'Ο κώδιξ τών τιμρι, βλέποντας ότι ήμπορούσε νά δώση μονάδας καί νά λάβη σιτάρι, τού έφάνη εύκολώτερον νά πλάση άπό αύτάς παρά νά σκάψη. 'Ο Δ. όπού δέν ήθελεν ούτε νά σκάψη, ούτε νά ζητήση τό μέταλλον, έπιτηδεύθη νά έφεύρη έν είδος καινούργιον, καί άφού τό έτελείωσεν, ήρεσεν τού Ε. όπού είχεν πολλάς μονάδας, καί εύθύς τάς άλλαξεν μ' έκείνο. 'Ιδού λοιπόν πώς ήρχισαν νά πληθύνουν τά μή άναγκαία πράγματα, τό όποίον έπρεπε νά άκολουθήση έξ άνάγκης, έπειδή τό περισσότερον σιτάρι, παραδείγματος χάριν, δέν ήτον άναγκαίον είς κανένα, ώσάν όπού ό άνθρωπος δέν τρώγει, άφού χορτάση' άλλ' αί μονάδες ηύξησαν είς άκρον. 'Οθεν έπρεπε νά άγοράσουν καί άλλα είδη, έκτός τών πρός τό ζήν άναγκαίων, καθώς ήκολούθησεν' καί τήν σήμερον είναι περισσότερα τά μή άναγκαία είδη, όπού μεταχειρίζονται οί άνθρωποι, παρά αί πολιτείαι όλης τής γής.
Οί άνθρωποι, ώς έπί τό πλείστον, εύχαριστούνται περισσότερον νά άκούωσι πράγματα ίδεαστικά, παρά άληθή, ώσάν όπού τά μή άληθή μέν έπιδέχονται κάθε αύξησιν καί έλάττωσιν, όπού ό καθείς ήθελε τούς δώσει κατά τήν άρέσκειάν του, τά δέ άληθή δέν ήμπορεί νά τά νομίση άλλέως, είμή καθώς είναι. 'Οθεν, καί γενικώς μία άλήθεια προξενεί όλιγότερον κρότον, παρά έν ψεύμα, όταν πιστεύεται ώς μία άλήθεια, καθώς βλέπομεν νά ήκολούθησεν είς τήν έφεύρεσιν τού χρυσού. Τώρα, λοιπόν, όπού άπεδείχθη ότι ή ύπόληψις, όπού τήν σήμερον εύρίσκεται είς τά χρήματα, είναι θετή καί ίδεαστική, πολλά εύκόλως ήμπορούσε νά έννοηθή, ότι καί άχρηστος είναι, μάλλον δέ έπιζήμιος, όμιλώντας γενικώς, ή έφεύρεσις καί μεταχείρισίς των. 'Αλλά διά περισσοτέραν σαφήνειαν, άς ύποθέσωμεν δύο, έξ ήν ό είς νά διαυθεντεύη τήν έφεύρεσιν τού χρυσού, καί ό άλλος νά τού είναι έναντίος, καί άς συγγράψωμεν τούς διαλόγους των. 'Ο πρώτος λοιπόν, μού φαίνεται, ότι ήθελεν είπεί: 'Η έφεύρεσις τών χρημάτων εύκόλυνεν τούς τρόπους. Τό έμπόριον δεικνύει φανερώς τήν ίδεαστικήν ύπόληψιν τών χρημάτων μέ τήν έφεύρεσιν τών άριθμητικών χαρτίων, διά μέσου τών όποίων μέ μίαν κονδυλίαν μελάνι ήμπορεί τινάς νά μετρήση όλα τά πλούτη τής γής. Πολλά μέ λυπεί, όπού αί περιστάσεις δέν μού τό συγχωρούσι νά όμιλήσω τι περί έμπορίου. 'Ισως άλλος τις έκπληρώση τήν έπιθυμίαν μου. 'Ο νέος Σοφοκλής τής 'Ιταλίας, είς έν σατιρικόν του έγχειρίδιον όμιλώντας περί τού έμπορίου καί πραγματευτών, κατά πολλά νουνεχώς τε καί άστείως λέγει : τής ζωοτροφίας, έδωσεν έκείνα τά είδη είς έν γένος, όπού δέν τά είχε, ηύξησε τάς ίδέας τών άνθρώπων, αύ ξάνοντας τόν άριθμόν τών πραγμάτων. 'Εγκαρδίωσεν τούς τεχνίτας, τιμώντας καί άγοράζοντας τά τεχνουργήματά των, καί, τέλος πάντων, έτίμησε τήν άνθρωπότητα καί τήν κατέστησεν εύγενή καί χρηστοηθή. 'Ο άλλος, βέβαια, ήθελεν άποκριθή: 'Η έφεύρεσις τών χρημάτων ήθέλησεν κατ' άρχάς νά μετρήση τά πρός τό ζήν άναγκαία πράγματα, έπειτα έμέτρησεν καί τά μή άναγκαία, καί μετά ταύτα έγινεν άνταμοιβή καί μέτρον τής άρετής. 'Αλλ' αύξάνοντας περισσότερον τά μέτρα άπό τά μετρητά, έξ άνάγκης καί άφ' έαυτού των τά μετρητά έμέτρησαν τά μέτρα, καί έξακολούθως τήν σήμερον τά χρήματα μετρώνται άπό τά πράγματα καί οί ήθικοί όρισμοί κατεστάθησαν μέτρα τού χρυσού. 'Η έφεύρεσις τών χρημάτων κατέστησεν τούς άνθρώπους έχθρούς τής φύσεως καί τού έαυτού των. 'Η έφεύρεσίς των κάμνει νά πιστεύουν οί περισσότεροι. Πρώτον δηλαδή έλεγεν τινάς έν κιλόν σιτάρι άξίζει τρείς μονάδας χρυσίου. 'Υστερα άπ' όλίγον είπεν ότι καί μία άρετή άξίζει δέκα μονάδας, καί, τέλος πάντων τώρα, ή λέγομεν, ή ύπονοείται άφ' έαυτού του, ότι τρείς μονάδες χρυσίου άξίζουν έν κιλόν σιτάρι, καί δέκα μονάδες άξίζουν μίαν άρετήν, ώστε όπού διά νά άποκτήση τινάς πολλάς άρετάς, άλλο δέν τού χρειάζεται, είμή νά έχη πολλάς μονάδας χρυσίου. 'Η 'Αφρική κάθε χρόνον θυσιάζει πλήθος άνθρώπων, όπού ή άχόρταγος λύσσα τών ύπερηφάνων Βρεττανών καί άλλων άρπάζει καί πέμπει είς τήν 'Αμερικήν, διά νά σκάπτουν καί νά έβγάζουν αύτά τά μέταλλα άπό τά βαθύτατα έντόσθια τής γής. Οί ταλαίπωροι, όταν έλευθερωθούν άπό τόν θάνατον δέκα άπό τούς έκατόν είς ένα χρόνον, νομίζονται κατά πολλά εύτυχείς. Τόσον μεγάλους κόπους, ραβδίσματα, φόνους καί πείναν ύποφέρουν. Μάλιστα, πολλάκις εύρισκόμενοι είς τά βάθη τής γής, κρεμνίζεται τό χώμα καί θάπτει ζωντανούς πολλάς έκατοντάδας τών άνθρώπων, μεγαλείτερον τό μικρόν άπό τό μεγάλον (1). 'Η έφεύρεσίς των έφθειρε τά ήθη τών άνθρώπων, μέ τήν πολυτέλειαν (2), καί, τέλος πάντων, τά χρήματα έδωσαν ύπαρξιν άλλων δύο γενών άνάμεσα είς τούς άνθρώπους. 'Οθεν, έκτός τού άρσενικού καί τού θηλυκού, τήν σήμερον εύρίσκεται τό τρίτον γένος, διά νά είπώ ούτως, τών πλουσίων, καί τό τέταρτον, τών πτωχών. Ποίος έχοντας κρίσιν στοχασμού δέν φρίττει θεωρώντας τούς ένενήντα έννέα νά μήν ζώσι, νά μήν δουλεύωσι, νά μήν κοπιάζωσι δι' άλλο τι, ή διά τόν έαυτόν των, παρά μόνον καί μόνον διά τό καλώς έχειν τού ένός; Καί ποίος, βλέποντάς το, δέν καταλαμβάνει, ότι ή αίτία είναι, όπού όχι μόνον τά φυσικά καί ήθικά ύποδουλώθησαν είς τά χρήματα, άλλά καί οί ίδιοι άνθρωποι καταστάθησαν μέτρα τού χρυσού, καί ότι, όποιος έχει περισσοτέρας μονάδας χρυσίου, ήμπορεί νά άγοράση περισσοτέρους άνθρώπους; Χειρότερον πράγμα γίνεται άπό αύτό άραγε; Οί άνθρωποι νά ούτιδανωθώσι τόσον, ώστε όπού μέ άκραν άδιαντροπίαν νά άκούη τινάς τόν όθωμανόν νά λέγη, όμοίως καί τόν βρεττανόν, «σήμερον άγόρασα δέκα άνθρώπους»! Πώς ήμπορεί, έκείνος όπού τά στοχάζεται, νά ζήση, καί νά ήξεύρη, ότι, χωρίς νά θέλη νά πωληθή ένας, τόν άγοράζουν μέ βίαν, καί μάλιστα νά είναι αύτός ό ίδιος ύποχρεωμένος νά άγοράση άλλους, καί νά γίνη. Είναι πασίδηλον πόσον νομίζονται άξιώτεροι οί άνάξιοι πλούσιοι άπό τούς άξιωτάτους πτωχούς. 2. 'Η πολυτέλεια έδίδαξεν όποιον είχεν πολλάς μονάδας, όχι μόνον νά μή δουλεύη πλέον τήν γήν καί νά μήν φυλάττη τά πρόβατα, άλλ' ούτε νά κοιμάται, χωρίς νά τού έτοιμάσουν τήν κοίτην, ούτε νά τρώγη, χωρίς νά τού έτοιμάσουν τό φαγί καί τά έξής. 'Ο δέ μή έχων μονάδας, διά νά άποκτήση, ήναγκάσθη νά ύπάγη είς δούλευσιν τού έχοντος, κακός, θέλοντας καί μή θέλοντας; 'Οποία είναι ή καλωσύνη, όπού μάς ήλθεν άπό τήν έφεύρεσιν τών χρημάτων; 'Ισως όπού μάς εύκόλυνεν τάς άμοιβαίας διαλλαγάς; 'Αλλά ποία άνάγκη ήτον, διά νά μάς τάς εύκολύνη; Καί πώς έζούσαν οί άνθρωποι, πρίν νά έφεύρουν τούς χρυσούς άριθμούς; Οί 'Αμερικάνοι πρό τεσσάρων αίώνων δέν έτρωγον ίσως, δέν ένδύοντο, δέν είχον ίσως όλας τάς άρετάς, μήν έχοντες κανένα έλάττωμα; 'Απέθανον άπό πείναν ίσως οί Λάκωνες, όπού δέν έμεταχειρίζοντο τόν χρυσόν; Η μήπως δέν ήφανίσθη όλη ή 'Ελλάς έξ αίτίας του; Δέν τυραννείται μέχρι τής σήμερον άπό αύτόν; Καί, τέλος πάντων, τό άνθρώπινον γένος δέν άσχημώθη τόσον άπό αύτόν; Δέν πωλείται ίσως ή δικαιοσύνη διά τού χρυσού; Δέν άγοράζονται ίσως οί κριταί διά τού χρυσού; Δέν σκεπάζει ίσως ό πλούσιος τάς άνομίας του διά τού χρυσού; Δέν χάνει ίσως ό πτωχός τά δίκαιά του διά τής έλλείψεως τού χρυσού (1); Διατί, τάχατες, νά βλέπωμεν ένα άνθρωπον νά όρίζη άλλους άνθρώπους, καί δέκα άνθρωποι νά τρέχουν όπισθεν είς τόν ένα, ώσάν νά ήτον αύτοί χοίροι, καί αύτός χοιροβοσκός; Τί περισσότερον άπό τούς άλλους έχει αύτός, όπού τόσον αύστηρώς καί ύπερηφάνως κτυπά, ύβρίζει καί καταφρονεί τούς άλλους; Διατί, διατί, ό ένας νά όνομάζεται δούλος καί ό άλλος κύριος; Διατί ό πλούσιος νά τρώγη, νά πίνη, νά κοιμάται, νά ξεφαντώνη, νά μήν. 'Η πτώχεια, φεύ, έκνευρώνει καί άδυνατίζει τάς πλέον σταθεράς καί ήρωικάς ψυχάς, πόσον μάλλον τούς άπλούς καί άθώους νύν 'Ελληνας, όπού τήν ύποφέρουσι. 'Ενας πατήρ δέκα τέκνων, μήν έχων τήν άναγκαίαν κυβέρνησιν, πού δύναται, ή πού τού μένει καιρός νά στοχασθή διά τό μέλλον καλόν, όταν τά τέκνα του παντοτινά τού ζητούσι τόν έπιούσιον άρτον; κοπιάζη καί νά όρίζη, ό δέ πτωχός νά ύπόκειται, νά κοπιάζη, νά δουλεύη πάντοτε, νά κοιμάται κατά γής, νά διψή, καί νά πεινά; Ποία είναι ή αίτία, ώ άνθρωποι, παρά ή έφεύρεσις τού χρυσού; Ποία άνάγκη μάς βιάζει, λοιπόν, νά τόν φυλάττωμεν; Μήπως οί άνθρωποι ζώσι μέ μέταλλα, ή μήπως διά τού χρυσού καλλιεργείται ή γή; Καί διατί τάχατες δέν ήθελον ήμπορέσει νά ζήσουν οί άνθρωποι χωρίς τόν χρυσόν; Καί τί ήθελε γίνει ό χρυσός, άν τού έλειπεν άπό όλους ή ύπόληψις (1); Καί διατί τοσαύτη ύπόληψις είς έν μέταλλον (2); Δέν είναι ίσως ή πρώτη καί ή κυρία πρόξενος τόσων φοβερών πλημμελημάτων ό χρυσός (3); Δέν πωλείται 'Ω, πόσον άξιον γέλωτος θέαμα ήθελεν σταθή, άν καθ' ύπόθεσιν ήρχετο μία γενική θέλησις τών όσων δέν έχουν χρυσάφι, νά σηκώσουν τήν ύπόληψιν άπό αύτό δι' όλίγον καιρόν! 'Ω, τής ταλαιπωρίας τών πλουσίων! Πόσοι άπό αύτούς ήθελον μείνει πάντοτε είς τό κρεβάτι, μήν έχοντας τόν δούλον, ή τήν δούλην νά τούς σηκώση! Πόσοι ήθελον κατακοπρισθή έπάνω των, μήν ήξεύροντες πώς νά λύσουν τά δεσίματα τών φορεμάτων των! Πόσοι ήθελον σκωληκιάσει καθήμενοι, μήν ήξεύροντες νά περιπατήσουν! Πόσοι άλλοι ήθελον μείνει γυμνοί μήν ήξεύροντες πώς νά ένδυθώσι! Καί άναμφιβόλως ήθελον άπεθάνει οί περισσότεροι άπό πείναν, μήν έχοντες ποίον νά τούς μαγειρεύση. 'Ω, πράγμα γελοιώδες, όπού ήθελεν σταθή! 'Ανθρωπότης, άνθρωπότης, έως πότε νά μήν βλέπης μέ τά όμμάτια άνοικτά! Οί γέροντες εύχονται καί λέγουσι τών νέων: «Προσπάθησε, τέκνον μου, νά γίνης άνθρωπος», έννοούντες, νά άποκτήση χρήματα. Καί πάλιν λέγουσι: «'Ο δείνας πρό τριών χρόνων δέν ήτον τίποτες, τώρα έγινεν άνθρωπος», δηλαδή άπόκτησε χρυσάφι, είς τρόπον, όπού οί μή έχοντες χρυσίον, δέν νομίζονται παρ' αύτών άνθρωποι.
Οί μή έχοντες χρυσίον προσπαθούσι νά άπολαύσωσι, καί μή δυνάμενοι νά έπιτύχουσι τού σκοπού των ταχέως διά τής όρθής όδού, ποίος γίνεται φονεύς, ποίος προδότης καί σχεδόν όλοι κόλακες καί κλέπται. ή τιμή ίσως διά τού χρυσού; Δέν άγοράζεται ίσως ή άξιότης δι' αύτού; Δέν κλαίει, τέλος πάντων, τό άνθρώπινον γένος έξ αίτίας του; 'Εν ένί λόγω δέν είναι πρόξενος τής πολιτικής άνυποφόρου άνομοιότητος καί τών έξ αύτής προερχομένων μυρίων κακών; Φεύ! Βαβαί!..Τώρα λοιπόν, όπού έτελείωσεν καί ό διάλογος τού έναντίου, τί μέλλει νά είπή άναγνώστης; 'Ο άναγνώστης άς άποφασίση, όπως τού φανή εύλογώτερον. Μία καλή διοίκησις όμως ήμπορεί νά διορθώση τήν κατάχρησιν τών πλούτων, καί άν δέν ήμπορέση νά έξαλείψη όλα τά είρημένα κακά, όπού προξενεί ή ύπόληψις τού χρυσού, κάν θέλει τά μετριάσει, έπειδή, άγαπητοί μου, κάθε δύναμις σκιώδης καί ψευδής, όσον περισσοτέραν ένέργειαν έχει είς τήν άρχήν της, τόσον περισσότερον καταφρονείται είς τό τέλος, καί άφού γνωρισθή. 'Αλλ' αύτό είναι έπιχείρημα μεγάλου άνδρός, διότι ό καλός νομοδότης φέρεται πρός τόν λαόν, ώς άριστός τις ίατρός πρός τόν άρρωστον. Καί καθώς έτούτος, πρίν δώση τό ίατρικόν, έξετάζει πρώτον τήν κράσιν τού άσθενούντος, ώσάν όπού πολλάκις τό ίδιον ίατρικόν, όπού ίατρεύει ένα, ήμπορεί νά βλάψη άλλον, ούτως καί ό νομοδότης, άφού έξετάση τά ήθη καί τά έθη ένός γένους καί τό κλίμα τής κατοικίας του, τότε δίδει άναλόγους τούς νόμους, έπειδή τήν σήμερον είς μερικά γένη ό χρυσός είναι άναγκαιότατος, καί ένταυτώ είς άλλα, όχι μόνον άχρηστος, άλλά καί έπιζήμιος. 'Ας είσέλθωμεν τώρα είς τήν διήγησιν τού έλληνικού κλήρου, ή όποία όχι όλίγον θέλει μάς παραστήσει τά κακά, όπού προξενεί ή κατάχρησις τών χρημάτων. Είς τήν Κωνσταντινούπολιν, λοιπόν, εύρίσκεται ό πατριάρχης καί ή Σύνοδος' άλλος πατριάρχης εύρίσκεται είς 'Αλεξάνδρειαν' άλλος είς τήν 'Αντιόχειαν καί άλλος είς 'Ιερουσαλήμ. 'Ο πρώτος όνομάζεται οίκουμενικός. Καί άν άλλο δέν σημαίνη αύτός ό γελοιώδης τίτλος μαζί μέ τούς τόσους άλλους όπού λαμβάνει, φανερώνει όμως, ότι οί άλλοι τρείς πατριάρχαι ύπόκεινται είς αύτόν. Αύτός λοιπόν διαμοιράζει είς όλας τάς έπαρμάτων, ώς πρός τούς λοιπούς, όπού δυστυχούσι, είναι ώς ή γή μας πρός τό πάν. Τά χρήματα, τέλος πάντων, ήμπορούν νά παρομοιασθούν είς μίαν ράβδον, αί δέ νύν δυναστείαι είς τόσους ποδαλγούς. Καί, καθώς έτούτοι βαδίζουσιν όπωσούν μέ τήν βοήθειαν τών βακτηριών, ούτως καί τά νύν βασίλεια, ώς διοικήσεις άτελείς καί κακώς κυβερνημέναι, μόλις βαστώνται διά μέσου τών χρημάτων. 'Αλλ' άνίσως ό ποδαλγός ίατρευθή, δέν έχει πλέον χρείαν άπό ράβδον, διά νά άκουμβήση' ούτως καί αί διοικήσεις, όταν διορθωθούν, δέν θέλουν έχει πλέον χρείαν άπό χρήματα.
'Η Σύνοδος άγοράζει τόν πατριαρχικόν θρόνον άπό τόν όθωμανικόν άντιβασιλέα διά μίαν μεγάλην ποσότητα χρημάτων, έπειτα τόν πωλεί ούτινος τής δώση περισσότερον κέρδος, καί τόν άγοραστήν τόν όνομάζει πατριάρχην. Αύτός, λοιπόν, διά νά ξαναλάβη τά όσα έδανείσθη διά τήν άγοράν τού θρόνου, πωλεί τάς έπαρχίας, ήτοι τάς άρχιεπισκοπάς, ούτινος δώση περισσοτέραν ποσότητα, καί ούτως σχηματίζει τούς άρχιεπισκόπους, οί όποίοι πωλώσι καί αύτοί είς άλλους τάς έπισκοπάς των. Οί δέ έπίσκοποι τάς πωλώσι τών χριστιανών, δηλαδή γυμνώνουσι τόν λαόν, διά νά έβγάλωσι τά όσα έξώδευσαν. Καί ούτος έστίν ό τρόπος, μέ τόν όποίον έκλέγονται τών διαφόρων ταγμάτων τά ύποκείμενα, δηλαδή ό χρυσός. 'Ο τρόπος δέ, μέ τόν όποίον έκπληρούσι τάς ύποσχέσεις των πρός τόν λαόν καί πρός τούς έκκλησιαστικούς νόμους, είναι ό άκόλουθος. 'Ο πατριάρχης, άφού ήξεύρει νά άναγνώση δύο κατεβατά άπό τό Ψαλτήριον τού Δα-βίδ, κρίνεται άξιος τοιαύτης άρχής άπό τήν Σύνοδον, αύτή δέ ήξεύρει νά άναγνώση περισσότερον άπό αύτόν καί τάς Πράξεις τών 'Αποστόλων. Διά νά γράψη, δέν έρωτάται άν ήξεύρη, έπειδή δέν τού είναι άναγκαίον. 'Ας μέ συμπαθήση ό άναγνώστης διά τήν ύπερβολήν τού λόγου, ώσάν όπού όλοι οί νύν ίερείς, έξαιρώντας, ώς προείπον, τινάς, μόλις σπουδάζουν όλίγον τά γραμματικά, καί κανείς δέν γνωρίζει ούτε τήν λέξιν «έπιστήμη». Μάλιστα, τό όνομά του τό γράφει μέ τόσα κλωθογυρίσματα - είς τό όποίον τόν μιμούνται καί οί άρχιεπίσκοποι καί οί έπίσκοποι καί μερικοί πρωτοσύγκελλοι - όπού καί άνορθόγραφον άν είναι, όπερ καί πιθανώτατον, κανείς δέν τό καταλαμβάνει, καί διά τούτο φυλάττει γραμματικούς, νέους προκομμένους, έχει δέ καί τόν πρωτοσύγκελλον καί άρχιμανδρίτην, οίτινες όπωσούν μετριάζουν τήν θηριότητα τής άμαθείας τού κυρίου των. 'Η πρώτη έγνοια τού πατριάρχου, λοιπόν, είναι νά άποκτήση τήν φιλίαν τών φίλων τής Συνόδου, όπού, ώς έπί τό πλείστον, είναι αί γυναίκες τών πρώτων άρχόντων, ήτοι πλουσίων άμαθών τού Φαναρίου. Καί αύτό τό κάμνει διά δύο αίτια: Πρώτον μέν, διά νά ήμπορή νά κλέπτη μέ περισσότερον θάρρος, δεύτερον δέ νά κλέπτη διά περισσότερον καιρόν, ώσάν όπού αύτή ή Σύνοδος έχει όλα τά μέσα είς τήν όθωμανικήν δυναστείαν, καί έξακολούθως, όταν ό πατριάρχης, δέν τής άρέσκη, εύθύς τόν έξορίζει. Καί δέν τής άρέσκει πάντοτε, όταν δέν όμογνωμή μέ αύτήν, καί όταν δέν ύπογράφη, χωρίς νά άναγνώση ό,τι γράμμα τού παραδώση. 'Ο πατριάρχης έχει μίαν έξουσίαν σκιώδη καί ψεύτικην έπάνω είς τήν Σύνοδον, άλλά κανείς δέν τολμεί νά έξορίση κανένα άπό αύτήν, άν καί όλα τά δίκαια ήθελε τόν βιάσουν, έπειδή, τότε, οί λοιποί εύθύς έξορίζουν αύτόν, καί βάζουν άλλον καί ξανακαλεί τόν έξορισθέντα σύντροφόν των. Διά τούτο, πολλάκις έτυχε νά πατριαρχεύσουν, ποίος όκτώ μήνας, ποίος έξ, καί ποίος δύο μόνον. 'Η ύπερηφάνεια καί διεστραμμένη ψυχή αύτών τών δώδεκα μωρών τής Συνόδου τούς έμποδίζει άπό τό νά στοχασθώσι τήν φθοράν, όπού προξενούσι είς τόν λαόν μέ τά μεγαλώτατα έξοδα τών συχνών άλλαγών τών πατριάρχων, καί άλλο δέν ένθυμούνται, παρά ότι, όσα έξοδεύσουν, τά ξαναλαμβάνουν άπό τόν νεόφυτον, καί πάντοτε μέ τό διάφορόν τους. Εύκόλως ήμπορεί νά προΐδή ό άναγνώστης τά περί τών άρχιεπισκόπων, όταν ή άρχή είναι τοιαύτη. 'Ας μάθη όμως, ότι αύτοί ύπερβαίνουσιν καί είς τήν άμάθειαν καί είς τά κακά έργα, καί τήν Σύνοδο καί τόν πατριάρχην. 'Επειδή ή μέν Σύνοδος, όπού έξοδεύει, διά νά κάμη τόν πατριάρχην όπως θέλει, λαμβάνει εύθύς άπό τόν ίδιον τά όσα έξώδευσεν, όμοίως καί ό πατριάρχης τά ξαναλαμβάνει άπό τούς άρχιεπισκόπους διπλά καί τριπλά. 'Αλλά αύτοί, άφού λάβουν μέρος άπό τούς έπισκόπους, τά λοιπά πρέπει νά τά έβγάλουν άπό τούς χριστιανούς, καί είς αύτό μιμούνται τούς όθωμανικούς διοικητάς τής άρχιεπισκοπής των, άπό τούς όποίους είς άλλο δέν διαφέρουσι, είμή ότι οί άρχιεπίσκοποι πληρώνουν αύτούς, καί αύτοί τούς δίδουν τήν άδειαν νά κλέψωσιν όσα ήμπορούσι. 'Η άμάθεια τού λαού άκόνισεν τόσον τά άρχιερατικά σπαθία, όπού κανείς δέν τούς άντιστέκεται. Μ' έν κατεβατόν <μέ> κατάρας, όπού ή πλέον διαβολική διάθεσις φοβερωτέρας βέβαια δέν ήθελεν ήμπορέσει νά έφεύρη, τό όποίον όνομάζουσιν άφορισμόν, έκδύουσι καί πλουσίους καί πτωχούς. Καί άν πολλάκις μ' έτερον κατεβατόν μ' εύχάς, εύλογίας καί συγχώρησιν, διαλύουσι τόν άφορισθέντα, δι' άλλο τέλος δέν τό κάμνουσι, παρά διά νά ήμπορέσωσι νά τόν ξαναφορίσωσι. 'Επειδή τόν άφορισθέντα δέν δύνανται νά τόν ξαναφορίσωσι, άν πρώτον δέν τόν συγχωρήσωσι. Μετά τόν άφορισμόν, όπού είναι. Οί άφορισμοί είς τήν 'Ελλάδα, καί έξόχως είς τά 'Ιωάννινα καί Πάτραν, ήθελαν νομισθή εύχαί τής λειτουργίας άπό κανένα άλτό πρώτον τους άρμα, έπονται οί άγιασμοί καί τά μνημόσυνα (1). Καί τέλος πάντων, τό μεγαλείτερον κέρδος των είναι αί κληρονομίαι καί τά χαρίσματα .'Αν είς αύτά εύρη άνθίστασιν, τότε εύθύς άφορίζει, δέν δίδει τήν άδειαν τών ίερέων νά βαπτίσουν τό γεννηθέν βρέφος, ούτε νά θάψουν τόν νεκρόν. 'Αλλά πού νά διηγηθώ, όσα ή μιαρά των ψυχή έφευρίσκει! Φθάνει λοιπόν νά ήξεύρετε, ότι, όσα καί άν κάμνωσι, τά κάμνοσι διά χρημάτων, καί πληρώνοντάς τους τινάς ήμπορεί νά λάβη τήν συγχώρησιν διά κάθε άμάρτημα. Τόσον έβαρβαρώθη καί ούτιδανώθη ή κλάσις τής ίερωσύνης τών 'Ελλήνων! Πρός τούτοις ό άρχιεπίσκοπος πωλεί τάς ένορίας τής πόλεως ούτινος ίερέως θελήση, καί έπειτα κάμνει άργόν ή έξορεί όποιον θέλη άπό αύτούς, καί ξαναπωλεί τήν ένορίαν άλλου Τόσον είναι συχνοί, καί σχεδόν κάθε Κυριακήν είς κάθε έκκλησίαν άναγινώσκονται δύο καί τρείς άφορισμοί, πάντοτε δέ διά ούτιδανωτάτας διαφοράς, καί ώς έπί τό πλείστον διά δύο ή τριών γροσίων ύπόθεσιν. Αύτοί οί άναιδέστατοι άνδρες, εύθύς όπού έλθουν είς τήν άρχιεπισκοπήν των, ύποχρεώνουν όλους τούς πολίτας, νά τούς δεχθώσιν είς τά όσπίτιά των, διά νά τούς ψάλωσι τόν άγιασμόν, καί ούτως λαμβάνουσι τήν πληρωμήν άπό πενήντα έως δέκα γρόσια τό όλιγότερον. Τά δέ μνημόσυνα συνίστανται είς τό νά λειτουργούν διά τήν ψυχήν τού άποθανόντος, τού όποίου ξεθάπτουν τά όστά καί τά εύλογούν.'Οταν άπεθάνη κανένας πολίτης τής πρώτης ή δευτέρας κλάσεως καί τό άκούση ό άρχιερεύς, είναι δι' αύτόν μία άνεκδιήγητος χαρά, έπειδή, διά νά ήμπορέσουν νά τόν θάψουν, πρέπει, άφού πληρώσουν τόν όθωμανόν τύραννον, νά πληρώσουν καί τόν άρχιερέα. 'Η ποσότης όμως είναι άόριστος, πότε δέκα χιλιάδας γρόσια, πότε πέντε, καί τό όλιγότερον χίλια. 'Οταν πάλιν ό πολίτης μισεύη άπό τήν πατρίδα του, πρέπει νά δώση ένα χάρισμα τού άρχιερέως. 'Οταν έπιστρέφη, πάλιν τού χαρίζει. 'Αλλά τί λέγω τού χαρίζει; Καί πώς ήμπορεί νά όνομασθή δώρον έκείνο όπού ζητείται μέ βίαν; τού κάμη τό ίδιον ύστερα άπ' όλίγον. Κάθε τόσον τούς ζητεί δάνεια, καί ποτέ δέν τούς τά έπιστρέφει. Κανείς δέν τολμεί νά άντισταθή είς τούς λόγους του, έπειδή εύθύς τόν άφορίζει καί έπειτα τόν έξορεί καί λαμβάνει τήν περιουσίαν του
Καί ούτος έστίν ό τρόπος, μέ τόν όποίον ένεργούσι τά ήδύτατα έντάλματα τού Χριστού.
Πώς άραγε ζώσιν αύτοί οί άρχιεπίσκοποι είς τάς μητροπόλεις των καί όποίαι είσί αί άρεταί των; Τρώγοσι καί πίνοσι ώς χοίροι (2). Κοιμώνται δεκατέσσαρας ώρας τήν νύκτα καί δύο ώρας μετά τό μεσημέρι. Λειτουργούσι δύο φοράς τόν χρόνον, καί όταν δέν τρώγωσι, δέν πίνωσι, δέν κοιμώνται, τότε κατεργάζονται τά πλέον άναίσχυντα καί ούτιδανά έργα, όπού τινάς ήμπορεί νά στοχασθή (3). Καί ούτως είς τόν βόρβορον τής άμαρτίας καί είς τήν ίδίαν άκρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, καί οί άναστεναγμοί τού λαού είναι πρός αύτούς τόσοι ζέφυρες. 'Ο χορός τών έπισκόπων έξακολουθεί μετά τούς άρχιεπισκόπους. Αύτοί, πάλιν, είναι άλλοι λύκοι, ίσως χειρότεροι άπό τούς πρώτους, έπειδή κυριεύουσι τούς. 'Ο νύν 'Ιωαννίνων έλαβε τήν αύθάδεια νά άφορίση τόν ένάρετον καί φιλόσοφον κύρ Κοσμά, διά νά μήν ήμπόρεσε νά τόν καταπείση είς τάς κακάς του θελήσεις. 'Ο νύν 'Ιωαννίνων, καθώς ήκουσα άπό ένα μάρτυρα αύτόπτην, είς τό πρόγευμα τρώγει δύο όκάδες γιαούρτι, καί είς τό δειλινόν μισήν όκά σαρδέλας ξεκοκκαλισμένας, τάς όποίας τρώγει μέ τό χουλιάρι. 'Ο 'Αρτης, ό Γρεβενών καί ό 'Ιωαννίνων είναι οί πρώτοι προδόται τού τυράννου, καθώς όλοι τό γνωρίζουσι. 'Ο ύστερος άπό αύτούς ίκέτευσεν τόν τύραννον, καί έκούρευσεν τόν έγγονά του, ώς νά τού έγίνετο νουνός. 'Ο 'Αρτης ήπάτησεν καί έπρόδωσεν τούς ήρωας Σουλιώτας' είναι δέ καί οί τρείς άσελγείς, άσωτοι είς τό άκρον, μοιχοί, πόρνοι καί άρσενοκοίται φανεροί. χωρικούς καί ίδιώτας. 'Ανεκδιήγητα είναι τά άνομήματά των καί ή σκληρότης των διαπερνά κατά πολλά έκείνην τής ίδίας παρδάλεως. Αύτοί πέμπουσι τόσους ληστάς, διά νά είπώ έτζι, είς τά χωρία τής έπισκοπής των, καί τούς δίδοσι τόν τίτλον ή τού πρωτοσυγκέλλου ή τού άρχιμανδρίτου ή άλλου τινός τάγματος, οί όποίοι άλλο δέν ήξεύρουσι, παρά νά γράφουν όνόματα τών χριστιανών μέ όλην τήν άνορθογραφίαν, καί νά προφέρωσι τό «νά είσαι κατηραμένος», «νά έχης τήν εύχήν» καί «δός μοι». Αύτοί, λοιπόν, περιφέρονται είς όλα τά χωρία τής έπισκοπής καί μέ άκραν άσπλαγχνίαν έκδύουσι τούς πολλά άθώους χωριάτας, καί μάλιστα τάς γυναίκας. 'Οταν δέν τούς εύρίσκουσι χρήματα, τότε τίνος άρπάζουσι έν φόρεμα, τίνος έν έργαλείον τής γεωργικής, τίνος έν στολίδι τής γυναικός του, καί φθάνουσι νά τούς παίρνουσιν έως καί τά δοχεία τών φαγητών. 'Από άλλους πάλιν λαμβάνουσι τόσα κιλά σιτάρι ή τόσον κρασί. 'Εν ένί λόγω, τούς γυμνώνουσι, καί έπειτα τούς εύλογούσι καί φεύγουσι. Πολλάκις δέ περιέρχεται ό ίδιος έπίσκοπος είς τά χωρία, καί τότε πλέον άκολουθούν τά χειρότερα. Αύτός ό άναίσχυντος καί βάρβαρος καί άμαθέστατος άνθρωπος, άφού τρώγει δι' όσας ήμέρας μένει είς τό χωρίον άπό τήν πτωχήν κοινότητα. Μίαν φοράν έρώτησα ένα παπάν χωριάτην, έως έξηκοντούτην, πόθεν είχεν άγοράσει τό κονδύλι του, τό όποίον ήτον λεπτόν, ώς τό μεγαλείτερόν μου δάκτυλον, καί μού άπεκρίθη, ότι τό είχε κληρονομήσει άπό τόν πατέρα του, καί έπειδή είχε τρείς υίούς, είχε σκοπόν νά τό κάμη τρία κομμάτια, καί νά άφήση άπό ένα τού κάθε υίού του. 'Αλλος ένας, μέ πλατύ ράσον, ήθέλησεν νά μού έξηγήση, ότι τά μέν «γενέσια» έννοεί τήν γέννησιν, τά δέ «γενέθλια» έννοεί τόν θάνατον. 'Ο 'Ελλην άναγνώστης άς μήν γελάση, άλλά άς κλαύση. Ζει όσα περισσότερα δυνηθή, τότε άφορίζει ένα δύο, καί άλλους τόσους κάμνει παπάδες, καί έπειτα φεύγει. 'Ο τρόπος δέ, μέ τόν όποίον κρίνει άξιον, ένα χωριάτην, τής ίερωσύνης, είναι ό άκόλουθος. Πρώτον τού ζητεί έκατόν, ή περισσότερα, ή όλιγότερα γρόσια, καί τά λαμβάνει, έπειτα τόν ρωτά, άν ήξεύρη γράμματα, ήτοι νά γράψη καί νά άναγνώση, ύστερον τού φέρει τό Ψαλτήριον, καί αύτός άναγινώσκει έν κατεβατόν, καί εύθύς τόν κάμνει ίερέα. 'Η άμάθεια αύτών τών ίερέων είναι άκρα, καί άπό αύτούς οί περισσότεροι κατά συμβεβηκός άποκαθίστανται άρχιμανδρίται, έπειτα δέ κερδίζοντας, άγοράζουν έπισκοπάς, καί έξακολούθως γίνονται άρχιεπίσκοποι καί όχι όλίγας φοράς πατριάρχαι. 'Οθεν, όλοι σχεδόν οί άρχηγοί τής έκκλησίας κατάγονται άπό τήν ίδίαν ποταπότητα, καί οί περισσότεροι είναι άμαθέστατοι Μετά τών 'Επισκόπων, λοιπόν, έρχονται έκείνοι οί πρωτοσύγκελλοι, οί άρχιμανδρίται καί οί πνευματικοί, οί όποίοι στέλλονται άπό τά μοναστήρια - δι' ήν κατωτέρω ρηθήσεται - μέ κάποιας πανταχούσας Αύτοί είναι άναρίθμητοι, έπειδή δέν εύρίσκεται πόλις ή χωρίον, όπού νά μήν φυλάττη ή ένα ή δύο άπό αύτούς τούς λαοκλέπτας, οί όποίοι παρησιάζονται είς τόν άρχιερέα καί άγοράζουν παρ' αύτούτήν άδειαν τού κλεψίμα
1. 'Ενας άρχιμανδρίτης, άναγινώσκοντας έπ' έκκλησίας τό εύαγγέλιον, έτυχεν είς τό τέλος τού κατεβατού τό άπαρέμφατον έπανέρχεσθαι. 'Οθεν αύτός άνέγνωσε τό έπανέρ - όπου έτελείωνε τό κατεβατόν, καί έπειτα γυρίζοντας τό φύλλον έπρόφερε τό - χέσθαι, είς τρόπον όπού έρέθισε ένα γενικόν γέλωτα είς τούς παρεστώτας. 2. Αύταί, αί ούτως καλούμεναι πανταχούσαι, είναι κάποιαι παρακαλεστικαί έπιστολαί τών μοναστηρίων, όπού τάς στέλνουν πρός τούς χριστιανούς, καί είναι γεγραμμέναι μέ διάφορα χρώματα καί μέ μεγάλα στοιχεία. τος, καί έπειτα, μέ άκραν αύθάδειαν, άρχινούσιν άπό όσπίτιον είς όσπίτιον, νά ζητούσιν έλεημοσύνην, καί έκδύουσιν έξόχως τάς γυναίκας, όσον ήμπορούσι. Τόν τρόπον, όπού μεθοδεύονται, είναι άξιος γέλωτος ένταυτώ καί δακρύων. Αύτοί έχουσιν έν κιβωτίδιον γεμάτον άπό άνθρώπινα κόκκαλα καί κρανία άκέραια, τά όποία άσημώνοσι, καί έπειτα όνοματίζουσιν, άλλα μέν τού 'Αγίου Χαραλάμπους καί άλλα τού 'Αγίου Γρηγορίου. 'Εν ένί λόγω, δέν άφίνουν άγιον, χωρίς νά έχουν μέρος άπό τά κόκκαλά του (1). Οί περισσότεροι άπό αύτούς τούς κοκκαλοπωλητάς έξέρχονται άπό τό όρος τού 'Αθους, όπού όνομάζουν 'Αγιον 'Ορος, είς τό όποίον εύρίσκεται ή πηγή αύτών τών καλογήρων. Τά δέ μονοστήρια αύτά έχουσιν είς κάθε πολιτεία ύποστατικά καί όσπίτια, τά όποία καλούσι μετόχια καί τά κατοικούσιν αύτοί οί περιηγηταί. 'Εκεί μετρούσι τά κλεφθέντα χρήματα, διά νά λάβωσιν αύτοί κρυφίως τά μισά καί τά λοιπά νά τά ύπάγωσιν είς τά μοναστήριά των (2). Αύτά τά τέρατα λοιπόν, έπειδή ποτέ δέν τούς έβγαίνει άπό τό στόμα τους ένας άναστεναγμός, συνηθίζουν κατ' όλίγον όλίγον είς τήν άπάθειαν, καί φθάνουσιν είς τοιούτον βαθμόν, όπού, ό κόσμος καί άν 1. 'Εγώ, έως τώρα βέβαια, είδα έως τέσσαρας κεφαλάς τού 'Αγίου Χαραλάμπους, έπειδή, όταν άκολουθή ή πανούκλα, τότε κάθε πολιτεία έχει άπό μίαν κεφαλήν τού 'Αγίου Χαραλάμπους.
2. 'Εγώ έγνώρισα ένα πνευματικόν 'Αγιορείτην, ό όποίος δέν ήτον τόσον άμαθής, όσον ήτον ύποκριτής καί φιλάργυρος. Πολλάκις, λοιπόν, καυχώμενος μού έδιηγείτο, ότι είς είκοσι χρόνους έκαμεν ένα καπιτάλι άπό έκατόν πενήντα χιλιάδας γρόσια, καί είχε δοσμένα είς τό μοναστήριόν του τά δύο τρίτα, τά δέ λοιπά είχε μοιρασμένα είς διαφόρους πραγματευτάς μέ τό διάφορον. Αύτός είχε τήν κάραν τού 'Αγίου Θεοδώρου.
χαλάση, τίποτε δέν τούς μέλει. Είναι δέ κατήγοροι είς τό άκρον, καί άν είς καμμίαν πολιτείαν εύρεθή τινάς, ή ίερεύς, ή λαΐκός, νά είναι όπωσούν προκομμένος, αύτοί τόν έχουσι διά έχθρόν τους άθανάσιμον. Τότε περιφερόμενοι είς τά όσπίτια, εύθύς μέ άκρον ύποκριτικόν τρόπον τόν κακολογούσι, τόν κηρύττουσιν εύθύς άνευλαβή καί άθεον. 'Ο μεγαλείτερος στοχασμός των είναι νά κρύπτωσι τήν άμάθειάν των, καί διά τούτο ζητούσι πάντοτε νά συνομιλώσι μέ τάς γυναίκας. 'Ω γλυκύτατε 'Ιησού! 'Ω δίκαιοι 'Απόστολοι! 'Ω φιλόσοφοι Πατέρες! Πού είσθε τήν σήμερον, νά ίδήτε τούς άπογόνους σας, καί νά συγκλαύσητε, μαζί μέ όσους τήν άλήθειαν γνωρίζουσι, διά τήν άθλιότητά τους; 'Εσείς έπαραγγείλετε τήν νηστείαν, διά νά χαλινώσητε όπωσούν τούς γαστριμάργους, αύτοί άναθεματίζουσι καί τούς άσθενείς, όταν κρεοφάγωσι. 'Εσείς έδιωρίσατε τάς έλεημοσύνας, διά νά στερεώσητε τήν άρετήν, αύτοί δέ άρπάζουσι καί άπό πλουσίους καί άπό πτωχούς, όσα περισσότερα δυνηθώσι.

No comments:

Post a Comment