Friday, June 19, 2009

ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ

Αρειανισμός

Θρησκευτική αίρεση. Πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του 4ου αιώνα στην Ανατολή και με τη γρήγορη διάδοσή της συγκλόνισε τους χριστιανούς Ανατολής και Δύσης. Το κύριο στοιχείο του αρειανισμού είναι η άρνηση της πλήρους θεότητας του Ιησού Χριστού. Ενώ δηλαδή κατά τη χριστιανική διδασκαλία ο Χριστός είναι Υιός του Θεού και αληθινός Θεός, όπως ο Πατήρ, κατά τον αρειανισμό ο Υιός είναι απλώς το πρώτο κτίσμα του Θεού και όχι ουσιαστικά Θεός· έχει δηλαδή θεία ιδιότητα την οποία απόχτησε χάρη στη θέληση του μοναδικού, αγέννητου και αιώνιου Θεού. Έτσι, δεν μπορεί και δεν πρέπει να τιμάται από τους ανθρώπους ως αληθινός Θεός.
Με τη διδασκαλία του αρειανισμού κλονίστηκε η πίστη στην τριαδική Θεότητα. Έπειτα από τον αναβρασμό που δημιουργήθηκε στους κόλπους του χριστιανισμού, ο Μέγας Κωνσταντίνος, αφού προσπάθησε μάταια να συμβιβάσει τα πράγματα, συγκάλεσε το 325 την Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας, κατά την οποία καταδικάστηκε ο αρειανισμός και αναθεματίστηκε ο εμπνευστής του Άρειος και ορισμένοι επίσκοποι, επίσημοι οπαδοί του. Παρ’ όλα αυτά εξακολούθησε κατά καιρούς να συγκλονίζει το χριστιανικό κόσμο μέχρι τον 7ο αιώνα, οπότε υποχώρησε και εξαφανίστηκε τελικά.

Βούδας

Ινδός στοχαστής, ιδρυτής του βουδισμού. Η διδασκαλία του αποτέλεσε τη βάση του βουδισμού, φιλοσοφικού συστήματος που εξελίχτηκε αργότερα σε μια από τις μεγάλες θρησκείες της Ανατολής. Το αν πραγματικά έζησε ο Βούδας ή είναι ένα μυθικό πρόσωπο, παραμένει πάντα πρόβλημα, το οποίο και σήμερα ακόμη διχάζει τις γνώμες των ινδολόγων. Ωστόσο, ο Όλντεμπεργκ, ένας από τους πιο έγκυρους μελετητές του, δέχεται την ιστορική προσωπικότητά του. Ακόμη και η αρχαιολογία βεβαιώνει, με σημαντικά τεκμήρια, πως διακόσια χρόνια μετά το θάνατό του λάτρευαν τα λείψανά του, όπως αυτό φανερώνεται από επιγραφή πάνω σε μια λειψανοθήκη που βρέθηκε στην Πιπράβα, κοντά στο Νεπάλ. Στα βόρεια του Μπεναρές, στις ινδικές πλαγιές των Ιμαλαΐων, όπου και δίδαξε, βρέθηκε η ακριβής τοποθεσία του Καπιλαβαστού, του τόπου όπου θεωρείται ότι γεννήθηκε ο Βούδας. Η γέννησή του τοποθετείται γύρω στα 560 π.Χ. και ο θάνατός του γύρω στα 480 π.Χ.
Η παράδοση αναφέρει πως πατέρας του ήταν ο ηγεμόνας Σουδοδάνα (όνομα που σημαίνει Καθαρή Τροφή) της φυλής των Σακία, από την κάστα των πολεμιστών, των Κσατρίγια. Τη μητέρα του, που πέθανε λίγο μετά τη γέννησή του, την έλεγαν Μάγια (όνομα που σημαίνει αυταπάτη), ίσως γιατί ήταν πολύ όμορφη ή, συμβολικά, από τη θεώρηση ότι το παν είναι μη υπαρκτό, μια αυταπάτη.
Από τα κείμενα πληροφορούμαστε ότι πήρε πολλά ονόματα που όλα είναι συμβολικά και σχετίζονται με την κύρια ιδιότητά του, τη βαθιά γνώση («Βούδας» σημαίνει αυτός που ξύπνησε, ο φωτισμένος, αυτός που γνωρίζει, «Σιντάρτα», αυτός του οποίου ο σκοπός εκπληρώθηκε).
Παντρεύτηκε και απέκτησε ένα γιο. Όμως η ευτυχισμένη ζωή που ζούσε στο παλάτι δεν ικανοποιούσε την πνευματική του φύση. Διαπιστώνοντας τη ματαιότητα αυτής της ζωής αναζήτησε τη λύτρωση από τον πόνο, που έχει τη ρίζα του στις υλικές επιθυμίες. Τη νύχτα που η γυναίκα του γέννησε ο Βούδας φώναξε: «Γεννήθηκε ο γιος μου ο Ραχούλα. Σφυρηλάτησα νέες αλυσίδες για τον ίδιο τον εαυτό μου».
Εγκατέλειψε τα πάντα, αναζητώντας την επικοινωνία με το «Βράχμα» (την παγκόσμια ψυχή), με τη νηστεία και τις σκληρές σωματικές δοκιμασίες, η λύτρωση όμως βρισκόταν πολύ μακριά. Αντιλήφθηκε τότε πως και η ζωή των στερήσεων και η ζωή των απολαύσεων αποτελούν δύο αρνήσεις, που δεν οδηγούν πουθενά και γι’ αυτό αναζήτησε τη «Μέση Οδό». Η λυτρωτική γνώση, που μάταια αναζητούσε, του αποκαλύφτηκε κάτω από το δέντρο πιπάλ (την ιερή συκιά) στα δυτικά του Πάτνα, κοντά στο χωριό Ουρουβέλα. Από τότε το χωριό αυτό πήρε το όνομα Γκάγια και είναι ο τόπος προσκυνήματος των βουδιστών.
Κύριο θέμα της βουδιστικής σκέψης είναι η απολύτρωση, η απελευθέρωση από τον πόνο με την απαλλαγή από κάθε επιθυμία, που οδηγεί στην κατάσταση της ατομικής μακαριότητας (νιρβάνα). Η βουδιστική σκέψη έτσι δεν «οικειοποιείται» τον πόνο του συνανθρώπου, όπως συμβαίνει στο χριστιανισμό, για να μην «ξεφύγει» από την ατομική μακαριότητα.

Βουδισμός

Φιλοσοφικό και ηθικοθρησκευτικό σύστημα της Νότιας και Ανατολικής Ασίας. Το όνομά του το πήρε από τον ιδρυτή του Σιντάρτα Γκαουτάμα, που είναι περισσότερο γνωστός ως Βούδας.
Ο βουδισμός αναπτύχθηκε τον 6ο αι. π.Χ. Εμφανίστηκε στην Ινδία, αλλά δε ρίζωσε εκεί, λόγω των πολλών ομοιοτήτων της διδασκαλίας του με τον ινδουισμό. Σήμερα ένας μικρός μόνο αριθμός βουδιστών υπάρχει στη γενέτειρα αυτή χώρα. Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης πορείας του αναπτύχθηκε γύρω από αυτόν ένα πλήθος παραδόσεων. Οι πηγές της θεωρητικής και της ηθικής διδασκαλίας της βουδιστικής θρησκείας ονομάζονται «Τριπιτάκια», που σημαίνει «τρία καλάθια». Η ονομασία αυτή προήλθε από τα καλάθια στα οποία διατηρούσαν τους κυλίνδρους ή τα φύλλα επάνω στα οποία ήταν γραμμένη η διδασκαλία. Στο πρώτο καλάθι υπάρχουν όσα αναφέρονται στην Ηθική· στο δεύτερο οι λόγοι του Βούδα και στο τρίτο όσα έργα αφορούν τη φιλοσοφία και τη μεταφυσική.
Στο κέντρο της διδασκαλίας του Βούδα βρίσκεται η ταύτιση της ύπαρξης με τον πόνο, ο οποίος διαιωνίζεται με τη μετενσάρκωση. Όλη η διδασκαλία του βουδισμού είναι συγκεντρωμένη στον Κανόνα Πάλι, που ονομάστηκε έτσι από τη διάλεκτο Πάλι, στην οποία είναι γραμμένος. Ο Κανόνας Πάλι περιέχει τις «τέσσερις ευγενικές αλήθειες», τις οποίες συνέλαβε ο Βούδας τη νύχτα του φωτισμού του και κήρυξε αμέσως μετά στην πόλη Μπεναρές. Οι «τέσσερις ευγενικές αλήθειες» είναι:
1. Η ύπαρξη είναι πόνος. Όλα τα όντα, μεταξύ των οποίων και ο άνθρωπος, συναντούν τον πόνο σε διάφορα επίπεδα: τη γέννηση, τη φθορά, την αρρώστια, το θάνατο. Να έχεις εκείνο που δε θέλεις ή να μην έχεις εκείνο που θέλεις, είναι πόνος. Όλες οι καταστάσεις, ακόμη και οι ευχάριστες, υπόκεινται σε μεταβολή και αργά ή γρήγορα μετατρέπονται σε κάποια από αυτές τις οδυνηρές καταστάσεις. Αλλά σε ένα βαθύτερο επίπεδο ο πόνος παράγεται από τον τρόπο με τον οποίο υπάρχουν τα πάντα.
2. Αιτία του πόνου είναι η επιθυμία. Η επιθυμία έχει ως αντικείμενο πράγματα, καταστάσεις, όντα κ.ά. που ο άνθρωπος τα θεωρεί ως πραγματικά και τα επιθυμεί. Π.χ. ένα ψεύτικο νόμισμα που βλέπει κάποιος στο δρόμο είναι επιθυμητό μόνο όσο θεωρείται αληθινό. Παύει να είναι τέτοιο μόλις αποκαλυφθεί ότι είναι ψεύτικο. Τα πάντα γίνονται αντικείμενα της επιθυμίας με βάση την ιδέα ότι υπάρχουν πραγματικά, που σε αυτήν τη φάση του βουδισμού, σημαίνει να είναι μόνιμα και συμπαγή. Όμως, μόνο φαινομενικά υπάρχουν έτσι.
Η αληθινή ύπαρξή τους είναι φευγαλέα και σύνθετη. Συνεπώς η επιθυμία στηρίζεται πάνω σε μια αυταπάτη.
Η επιθυμία λοιπόν δημιουργείται από άγνοια. Εάν κάποιος γνωρίσει τον αληθινό τρόπο ύπαρξης των πραγμάτων, θα πάψει να τα επιθυμεί. Παύοντας να επιθυμεί θα πάψει να πράττει με τρόπο που παράγει κάρμα. Παύοντας να παράγει κάρμα θα πάψει να αναγεννάται. Η ανακάλυψη αυτής της αλυσίδας αποτελεί το κύριο μέρος του φωτισμού του Βούδα κατά τον Κανόνα Πάλι.
3. Η κατάπαυση του πόνου. Αυτή ονομάζεται «νιρβάνα» που σημαίνει «παύση». Αναφέρεται στην κατάσβεση της άγνοιας, της επιθυμίας και της απέχθειας, που δεν είναι παρά η άλλη όψη της επιθυμίας, κυρίως όμως σ’ εκείνο που η κατάσβεση αυτή οδηγεί, δηλαδή στην κατάπαυση της αναπαραγωγής της ύπαρξης. Τα τελευταία λόγια του Σιντάρτα ήταν: «δε θα ξαναγεννηθώ πια».
4. Το μονοπάτι που οδηγεί στην κατάπαυση του πόνου. Αυτό αποτελείται από οκτώ στάδια που μοιάζουν με την ινδουιστική γιόγκα, γι’ αυτό λέγεται «οκταπλό μονοπάτι». Τα πρώτα αφορούν στην αποφυγή βλάβης σε κάθε ζωντανό πλάσμα, στην απάρνηση της ιδιοκτησίας κ.ά. Τα τελευταία αφορούν στο διαλογισμό.
Στο βουδισμό κυρίαρχη είναι η αντίληψη ότι καθετί αποτελεί θλίψη: η γέννηση, το γήρας, η ασθένεια και ο θάνατος. Επίσης λύπη προκαλεί η προσκόλληση σε γήινα αντικείμενα. Η γέννηση και η αναγέννηση αποτελούν την αλυσίδα της μετενσάρκωσης, η οποία εκφράζει τη δίψα για τη ζωή μαζί με το πάθος και την επιθυμία να φτάσει ο άνθρωπος σε εκείνο το βαθμό τελειότητας, ώστε τελικά να εισέλθει στο νιρβάνα. Ο μόνος τρόπος διαφυγής του ανθρώπου από τις θλιβερές αυτές καταστάσεις και για να σβήσει κάθε επιθυμία είναι να ακολουθήσει το Οκταπλό Μονοπάτι, το οποίο ορίζει την ορθή πίστη, τη σωστή απόφαση, τον ορθό λόγο, την ορθή πράξη, τη σωστή ζωή, την ορθή προσπάθεια, το ορθώς σκέπτεσθαι και τον ορθό συλλογισμό (μελέτη). Βασικός στόχος του βουδισμού είναι η περιστολή της ανθρώπινης ταλαιπωρίας.
Στο βουδισμό συστάθηκαν αρκετά νωρίς, μικρές και μεγάλες μοναστικές κοινότητες (ανδρώες, γυναικείες ή και μεικτές), στις οποίες οργανώθηκαν και συντάχθηκαν αρτιότερα οι διατάξεις, οι θεσμοί και ολόκληρη η φιλοσοφία του. Μάλιστα εικάζεται πως είχαν δημιουργηθεί βουδιστικά μοναστήρια ακόμα και την εποχή που ζούσε ο Βούδας.
Με το πέρασμα του χρόνου ο κύριος πυρήνας του βουδισμού διαιρέθηκε σε δύο μεγάλους κλάδους, το Χιναγιάνα βουδισμό και το Μαχαγιάνα βουδισμό (Νότιος και Βόρειος Βουδισμός ή Μικρό και Μεγάλο Όχημα).
α. Χιναγιάνα βουδισμός. Ο Χιναγιάνα είναι ο συντηρητικός βουδισμός, ο οποίος ακολουθεί πιστά τον Κανόνα Πάλι. Επικρατεί στις χώρες Σρι Λάνκα, Μιανμάρ, Καμπότζη, Λάος και Ταϊλάνδη, καθώς και σε τμήματα του Βιετνάμ, του Μπαγκλαντές και της Ινδίας. Έχει περίπου 100.000.000 πιστούς.
β. Μαχαγιάνα βουδισμός. Ο Μαχαγιάνα διαφοροποιείται από τον Χιναγιάνα και αναπτύσσει ιδιαίτερες διδασκαλίες σχετικά με την αληθινή φύση της πραγματικότητας και την κοσμολογία. Κυριότερα κείμενα του Μαχαγιάνα είναι ο Κινεζικός και ο Θιβετιανός Κανόνας. Αυτοί περιέχουν: α) μεταφράσεις κειμένων παρόμοιων με εκείνα του Κανόνα Πάλι και β) διάφορα μαχαγιανικά έργα, όπως κείμενα δασκάλων αυτού του κλάδου κ.ά. Ο Μαχαγιάνα επικρατεί στην Κίνα, στο Θιβέτ, τη Μογγολία, την Ιαπωνία, την Κορέα και το Βιετνάμ. Επειδή η κατάσταση σχετικά με τις θρησκείες στην Κίνα είναι ασαφής και οι περισσότεροι πιστοί του σ’ όλες αυτές τις χώρες τον ασκούν σε συνδυασμό με άλλες θρησκείες, υπάρχει δυσχέρεια να εκτιμηθεί ο αριθμός των πιστών του.
Σ’ αυτούς ως ιδιαίτερος κλάδος μπορεί να προστεθεί ο βουδισμός του Θιβέτ και της Μογγολίας (Λαμαϊσμός).

Βραχμανισμός

Θρησκευτικό, φιλοσοφικό και κοινωνικό σύστημα των Ινδών, στάδιο της εξέλιξης της ινδικής θεώρησης του ανθρώπου και του κόσμου. Πηγές του είναι οι Βέδες, τα ιερά βιβλία των Ινδών. Ο βραχμανισμός δημιούργησε τις τέσσερις κάστες στις Ινδίες: βραχμάνοι (ιερείς και κύριοι της θρησκείας), καστρίγια (πολεμιστές, βασιλιάδες και αριστοκράτες), βαισύα (γεωργοί, βιοτέχνες, έμποροι και μέλη άλλων επαγγελμάτων) και οι σούδρα (υπηρέτες, χωρικοί, εργάτες κ.ά.). Υπήρχαν επίσης οι παρία που δεν ανήκαν στην κοινωνία, ήταν δούλοι χωρίς δικαιώματα, περιφρονημένοι απ’ όλους.
Ο βραχμανισμός που συνοψίζεται ως ηθική διδασκαλία στο περίφημο ποιητικό κείμενο της «Μπαγκαβάτ Γκιτά» εκφράζεται παραστατικά από τις τρεις υποστάσεις της θείας μονάδας: α) Βράχμα, το δημιουργόν στοιχείο, β) Βισνού, αυτό που συντηρεί τα πάντα, και γ) Σίβα, αυτό που καταστρέφει το κακό για να ανανεωθούν οι άνθρωποι και να φτάσουν γρηγορότερα στην τελειότητα.
Το Βράχμα κατέχει ιδιαίτερη θέση στη δημιουργία του κόσμου. Είναι απρόσωπος θεός. Είναι η δημιουργική δύναμη, η οποία δημιουργεί από το μηδέν, όχι από το ακαθόριστο χάος, αλλά από τον εαυτό του. Από τον κυρίαρχο αυτό θεό στο Ινδουιστικό Τριμούρτι (Τριάδα) κλήθηκε ο ινδουισμός και βραχμανισμός, λόγω της επικράτησης της μορφής της θρησκείας αυτής των Αρειανών, μεταγενέστερων κατοίκων της Χώρας του Γάγγη. Οι ιερείς του Βράχμα, οι οποίοι αποτελούν τη λευϊτική τάξη στον ινδουισμό, καλούνται Βραχμάνες.
Οι Βραχμάνες επέφεραν τόση αλλαγή στον ινδουισμό, ώστε, με την πάροδο του χρόνου οι βεδικοί θεοί Ίντρα, Άγκνι, Βαρούνα και Μίθρας περιέπεσαν σε δεύτερη μοίρα και προηγήθηκαν στο Ινδουιστικό Πάνθεο ο Βράχμα, ο Βισνού και ο Σίβα.
Ο Βισνού είναι ο ανώτατος θεός των ινδουιστών. Είναι η προσωποποίηση της ηθικής τάξης που επικρατεί στον κόσμο και ταυτίζεται με τις πλέον αλλόκοτες ινδουιστικές θεότητες. Σε διάφορες καταστάσεις της ανθρωπότητας εμφανίζεται είτε ως λιοντάρι ή ιχθύς ή χελώνα ή νάνος ή αγριόχοιρος και ως άνθρωπος. Οι πιο συμπαθείς εμφανίσεις του είναι του Ράμα και του Κρίσνα.
Ο θεός Σίβα είναι ο θεός των λαϊκών στρωμάτων και θεωρείται θεός της ευσπλαχνίας. Κάποια χαρακτηριστικά του μας θυμίζουν τη λατρεία του θεού Απόλλωνα. Και ο Σίβα είναι ο φοβερός τοξότης ο οποίος απομακρύνει τις διάφορες ασθένειες. Είναι ο θεός του οποίου η ευσπλαχνία χαρίζει στους ανθρώπους τη σωτηρία τους. Γι’ αυτό και έχει αγαπηθεί από τα πλατιά λαϊκά στρώματα και πολλές φορές κατέχει την πρώτη θέση στο Ινδουιστικό Τριμούρτι.
Όλες οι λοιπές θεότητες που συναντάμε στον ινδουισμό, υπόκεινται και αυτές στην ίδια τύχη με τον άνθρωπο, δηλαδή του Σαμσάρα (μετενσάρκωση) ή είναι ενσαρκώσεις ή παρακλάδια του ενός μόνο θεού.
Ο θεός Κρίσνα θεωρείται η 8η και πληρέστερη ενσάρκωση του Βισνού. Η 7η ήταν ο Ράμα, που αναφέρεται στη Ραμαγιάνα, το ένα από τα δύο μεγάλα έπη των Ινδιών. Η τριάδα αυτή αποκαλείται «Τριμούρτι».
Ο βραχμανισμός, αντίθετα από τις Βέδες και την ινδουιστική σκέψη, δέχεται ότι η λύτρωση ή ακριβέστερα η απολύτρωση από τον κύκλο των μετεμψυχώσεων επιτυγχάνεται μόνο με τη γνώση και όχι με τα έργα ή με την πίστη.
Ένα από τα βασικά δόγματα της βραχμανικής θεολογίας είναι αυτό της μετενσάρκωσης. Η μετενσάρκωση, που έχει ως αφορμή το κάρμα ή το νόμο (Ντάρμα) του αιτιατού, είναι η ατέλειωτη σειρά των διαδοχικών αναγεννήσεων· προέρχεται από τα έργα κάθε προηγούμενης ζωής, με βάση το ηθικό κριτήριό τους.
Άλλο σημαντικό δογματικό στοιχείο του βραχμανισμού είναι η σχέση του Εγώ, της ατομικής ψυχής, του Άτμαν, που βρίσκεται μέσα σε κάθε άνθρωπο, με το παγκόσμιο Εγώ, την ψυχή του σύμπαντος, το Βράχμα. Η ορθή σχέση –που προέρχεται από τη γνώση– βοηθά τον άνθρωπο να πραγματοποιήσει την ανοδική πορεία του προς το Θεό και να φτάσει με την άσκηση του γιόγκα στην τελική ένωση του Εγώ, του Άτμαν, με το Βράχμα, το παγκόσμιο Εγώ. Γνωστή είναι η βραχμανική επιδίωξη που συνοψίζεται στο απόφθεγμα: Τατ τβαμ αζί (εσύ είσαι αυτό το πράγμα), δηλαδή ο πλήρης ταυτισμός χάρη στα έργα της ατομικής ψυχής με την ψυχή του σύμπαντος, που εκφράζεται με τον όρο Μόκσια, το οποίο είναι ό,τι και το Νιρβάνα στο βουδισμό.
Νεότεροι Ινδοί στοχαστές, όπως οι Ραμακρίσνα, Οραμπίντο, Βιβεκανάντα, Κρισναμούρτι και ακόμη έμμεσα και ποιητικά ο Ταγκόρ, εκφράζουν στην εποχή μας τη διδασκαλία αυτή.

Ιησουίτες ή Εταιρεία του Ιησού.

Μοναχικό τάγμα της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ιδρύθηκε το 1534 στη Ρώμη από τον Ιγνάτιο ντε Λογιόλα και αναγνωρίστηκε από τον πάπα Παύλο Γ’ το 1540. Συγκροτήθηκε από κληρικούς κυρίως και είχε σκοπό τον αγώνα για τη διατήρηση της πίστης του ρωμαιοκαθολικισμού και τη διάδοσή της, τον αγώνα για την εδραίωση της απόλυτης εξουσίας του πάπα και τη βελτίωση του θρησκευτικού βίου.
Είχε και έχει ως σήμερα αυστηρά συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης με επικεφαλής ισόβιο γενικό προϊστάμενο, που εκλέγεται από γενική συνέλευση επαρχιακών αντιπροσώπων. Ο αρχηγός αυτός διορίζει τους αξιωματούχους του τάγματος. Αυστηρότατη πειθαρχία και αναντίρρητη υπακοή των κατώτερων προς τους ανώτερους επικρατεί στις γραμμές του.
Το τάγμα των Ιησουιτών μόρφωνε και υπέβαλλε σε αυστηρή δοκιμασία –σε τρία στάδια– τα υποψήφια μέλη του. Τα κολέγια και άλλα μορφωτικά ιδρύματά του εκπαίδευαν και ασκούσαν τους νεαρούς Ιησουίτες, ώστε να αποτελέσουν ικανά μέλη του πολυάριθμου «στρατού» της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, άξια να ανταποκριθούν στα πολλαπλά καθήκοντά τους. Σιγά σιγά εκτός από κληρικούς περιλάμβανε και λαϊκούς με κοσμικά καθήκοντα, κυρίως στο χώρο της εκπαίδευσης και της νοσοκομειακής περίθαλψης.

Με τα δεδομένα αυτά οι Ιησουίτες αποτέλεσαν το πιο ισχυρό όργανο του παπισμού στον αγώνα του κατά της Μεταρρύθμισης και του Διαφωτισμού, το κυριότερο όπλο υπεράσπισης των θεσμών του ρωμαιοκαθολικισμού και του κύρους του πάπα και το μέσο για την εκτέλεση οποιασδήποτε αποστολής «προς μείζονα δόξαν του Θεού» (ad majorem Dei gloriam). Από την πολύμορφη αυτή δραστηριότητα, που καθοριζόταν από τη σκοπιμότητα, διαμορφώθηκε και η ιησουίτικη ηθική, που συνοψίζεται στο ότι όλα τα μέσα είναι επιτρεπτά, εφόσον εξυπηρετούν το σκοπό. Έτσι αποδόθηκε στους Ιησουίτες η κατηγορία ότι υποστήριζαν την αρχή «ο σκοπός καθαγιάζει τα μέσα», ότι αναμειγνύονταν στην πολιτική και εκτρέπονταν από το θρησκευτικό ηθικό σκοπό τους, ότι οργάνωναν συνωμοσίες και πραξικοπήματα, ότι έδειχναν ιδιαίτερο ζήλο για την απόκτηση πλούτου κ.ά. Αυτές οι κατηγορίες θεωρούνται από ορισμένους όχι και τόσο υπερβολικές.
Με τα πανεπιστήμια και τα κολέγια ο ιησουιτισμός άσκησε μεγάλη επίδραση στην εκπαίδευση (σε μερικές χώρες εξακολουθεί ακόμη η επιρροή), ενώ με το μορφωμένο προσωπικό του (επιστήμονες κάθε ειδικότητας), τις ιεραποστολές, την κατήχηση και τη φιλανθρωπία εισχώρησε παντού και επηρέασε πλατιές μάζες σε πολλές χώρες του κόσμου.
Το τάγμα των Ιησουιτών από χίλια μέλη που αριθμούσε, όταν πέθανε ο ιδρυτής του, έφτασε να έχει δεκάδες χιλιάδες και άπλωσε τη δράση του σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Γαλλία, Φλάνδρα, Γερμανία, Πολωνία, Ρωσία κ.ά.). Στη συνέχεια οι Ιησουίτες επέκτειναν τη δραστηριότητά τους και σε άλλες ηπείρους. Στην Ιαπωνία, στην αρχή, είχαν μεγάλες επιτυχίες, αργότερα όμως διώχτηκαν. Στην Ινδία και την Κίνα στερέωσαν την επιρροή τους. Εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία (Κωνσταντινούπολη 1609), τη Συρία, την Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, την Αιθιοπία και άλλες χώρες της Αφρικής, καθώς και στη Βόρεια και τη Νότια Αμερική.
Η περίοδος της μεγαλύτερης ανάπτυξης και ακμής του τάγματος είναι τα μέσα του 18ου αι. Αλλά τότε αρχίζει και η παρακμή του. Οι Ιησουίτες διώχνονται από την Πορτογαλία (1759), από τη Γαλλία (1762), από την Ισπανία (1767), τη Σικελία (1768) και τέλος διαλύεται το τάγμα από τον πάπα Κλήμη ΙΔ’, ύστερα από αξίωση του βασιλιά της Γαλλίας το 1773. Τότε αριθμούσε 24.000 κληρικούς και 600 κολέγια. Τα αίτια ήταν πολιτικά: αντίθεση του Διαφωτισμού, που είχε αρχίσει να επικρατεί, η άνοδος της αστικής τάξης και η προσπάθεια της απολυταρχίας να την τραβήξει με το μέρος της περιορίζοντας τη δύναμη, την επιρροή και τον πλούτο του τάγματος, αντίδραση των εθνικών εκκλησιών κατά του τάγματος κτλ.
Το 1814 το τάγμα ξανασυστάθηκε από τον πάπα Πίο Ζ’, αναδιοργανώθηκε και ξεχύθηκε και πάλι σ’ όλο τον κόσμο με πιο περιορισμένο και προσαρμοσμένο στις νέες συνθήκες σκοπό: ιεραποστολικό και κατηχητικό έργο μέσω ιεραποστόλων, σχολείων, εντύπων κτλ. Και πάλι όμως αντιμετώπισε δυσκολίες σε ορισμένες χώρες, όπως στο Βέλγιο, την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ελβετία, την Αυστρία, την Κολομβία, τη Γερμανία κ.α. Παρ’ όλα αυτά είναι το μεγαλύτερο και πλουσιότερο τάγμα της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.





Ιουδαϊσμός

Η παλαιότερη μονοθεϊστική θρησκεία. Τα ιερά κείμενά της είναι η Παλαιά Διαθήκη, με ιδιαίτερη τιμή στην Πεντάτευχο (Torah - Νόμος), και το Ταλμούδ, το οποίο έχει περισώσει την προφορική παράδοση του ιουδαϊσμού.
Ο ιουδαϊσμός είναι τρόπος θρησκευτικής ζωής και εθνικής συνοχής, τόσο στο Ισραήλ όσο και στην ιουδαϊκή (εβραϊκή) διασπορά. Κέντρο πανιουδαϊκής λατρείας είναι ο ναός στην πόλη των Ιεροσολύμων, ενώ ως τόπο προσευχής οι Ιουδαίοι της διασποράς, από τη Βαβυλώνια αιχμαλωσία ως τη σύγχρονη εποχή, χρησιμοποιούν τη συναγωγή.
Τόσο ο χριστιανισμός όσο και ο ισλαμισμός συνδέονται στενά με τον ιουδαϊσμό, όχι γιατί ο Ιησούς και οι απόστολοι ήταν Ιουδαίοι ή ο Μωάμεθ αυτοανακηρύχθηκε ως ο τελευταίος των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά γιατί και οι δύο θρησκείες, ο χριστιανισμός και ο ισλαμισμός, αντλούν μέρος της διδασκαλίας τους από την Παλαιά Διαθήκη.
Ο ιουδαϊσμός δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ένα αυθεντικό δόγμα. Είναι, μάλλον, το σύνολο των εμπειριών του ιουδαϊκού λαού για μια περίοδο 4.000 ετών και είναι σύνθεση νόμου, προφητειών και παράδοσης.
Σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση, ιδρυτής του μονοθεϊσμού και της ιουδαϊκής θρησκείας είναι ο Αβραάμ, με τον οποίο ο Θεός έκανε συμφωνία αυτός και οι απόγονοί του να μεταφέρουν στην ανθρωπότητα το μήνυμά Του. Αυτή η συμφωνία κρατεί ως τη σύγχρονη εποχή με την πράξη της περιτομής στα άρρενα μέλη του ιουδαϊσμού. Σ’ αυτή τη συμφωνία υπήρχε και η υπόσχεση του Θεού να δοθεί στον Αβραάμ η Γη της Χαναάν (Γη της Επαγγελίας).
Όταν οι νομαδικές φυλές του Ισραήλ εγκαταστάθηκαν στη Γη της Χαναάν, υιοθέτησαν πολλές θρησκευτικές τελετές των ντόπιων και έθιμά τους. Ο Μωυσής είναι εκείνος που οργάνωσε τους Ιουδαίους σε έθνος, αφού τους έσωσε από τη δουλεία στην Αίγυπτο. Αυτός έλαβε στο όρος Σινά τις Δέκα Εντολές και το Νόμο (Torah) και πάνω σ’ αυτές στήριξε την όλη θρησκευτική και εθνική οργάνωση του ιουδαϊκού λαού. Ο ναός, η καθιέρωση της ιεροσύνης και οι νομικοί κώδικες κρίθηκαν από την αρχή απαραίτητα στοιχεία για τη θρησκευτική και την εθνική ενότητα των Ιουδαίων. Κάθε φορά που απομακρύνονταν από τις αρχές αυτές ο Θεός έστελνε τους Προφήτες, οι οποίοι τους επανέφεραν στον εθνικο-θρησκευτικό δρόμο της ιουδαϊκής παράδοσης.
Ο όρος «ιουδαϊσμός» με τη σημασία των ηθών και των εθίμων καθώς και της εθνικής υπόθεσης των Ιουδαίων, για πρώτη φορά απαντά στο β’ βιβλίο των Μακκαβαίων. Η πίστη στην εθνική ενότητα έχει ενθαρρύνει σε ύψιστο βαθμό την αλληλεγγύη, η οποία παρατηρείται σε όλους τους επί Γης Ιουδαίους, τόσο στις μεταξύ τους συναλλαγές, όσο και απέναντι στις ιουδαϊκές κοινότητες της διασποράς και του κράτους του Ισραήλ ειδικότερα. Η συναγωγή για τους Ιουδαίους, όπως και ο ναός για τους χριστιανούς, είναι ο χώρος όπου οι ραβίνοι διδάσκουν την εμμονή τους στις θρησκευτικές παραδόσεις, τη μη απορρόφησή τους από τις ντόπιες κοινωνίες και την οικονομική συνδρομή τους για τα κοινά των κοινοτήτων και τις ανάγκες του κράτους του Ισραήλ.
Αν και σήμερα ο ιουδαϊσμός δεν ασκεί πρόγραμμα προσηλυτισμού, υπάρχουν παρ’ όλα αυτά ιουδαϊκές οργανώσεις οι οποίες έχουν συσταθεί με σκοπό να μεταφέρουν το μήνυμα της αλήθειας του Ιεχωβά προς όλους εκείνους οι οποίοι ακόμη θεωρούνται εθνικοί.
Λόγω των κλειστών κοινωνιών τους οι Ιουδαίοι δεν υπήρξαν συμπαθείς στις χώρες που κατά καιρούς εγκαταστάθηκαν, μολονότι έχουν συνεισφέρει παρά πολύ στην οικονομική ανάπτυξη αυτών των χωρών. Το φαινόμενο αυτό δεν οφείλεται σε αντιπαλότητα ανάμεσα στο χριστιανισμό και τον ιουδαϊσμό, αφού αυτό το φαινόμενο έχει παρατηρηθεί και σε περιόδους πριν από την εμφάνιση του χριστιανισμού, αλλά σε εθνικιστικά στοιχεία και την ξενοφοβία ορισμένων λαών.
Ο βιβλικός δεκάλογος συμπυκνώνει την ηθική διδασκαλία του ιουδαϊσμού. Γύρω από αυτόν κινούνται τα κείμενα του Ταλμούδ και τα έργα των Εβραίων φιλοσόφων του μεσαίωνα. Απαίτηση του ιουδαϊσμού είναι η περιτομή, με την οποία ο Ιουδαίος γίνεται πραγματικά μέλος της κοινότητάς του. Η κυριότερη γιορτή είναι το Σάββατο, με απόλυτη αποχή από κάθε είδους εργασία. Το Σάββατο, καθώς και όλες οι άλλες εβραϊκές γιορτές, αρχίζουν από το βράδυ της παραμονής και τελειώνουν την επόμενη το βράδυ.
Ιουδαϊκές γιορτές είναι: α) Το Πάσχα (Πεσάχ) που διαρκεί 8 μέρες. Καθιερώθηκε σε ανάμνηση της εξόδου από την Αίγυπτο. Κατά τη διάρκεια αυτής της γιορτής οι Εβραίοι τρώνε μόνο άζυμα. β) Η Πεντηκοστή (εβρ. Σεβονόθ), όταν 50 μέρες μετά το Πάσχα έγινε η αποκάλυψη στο όρος Σινά. γ) Το Νέο Έτος (εβρ. Ρος χα’ Σανά). Τότε σαλπίζουν το «Σοφάρ» (το κέρας). δ) Η γιορτή του Εξιλασμού (εβρ. Γιομ Κιπούρ), η οποία γιορτάζεται δέκα μέρες μετά το Νέο Έτος. Στη γιορτή αυτή νηστεύουν, προσεύχονται και μετανοούν. ε) Η γιορτή της Σκηνοπηγίας (εβρ. Σκουκόθ), που γιορτάζεται πέντε μέρες μετά το Κιπούρ και διαρκεί 7 μέρες. Ταυτίζεται με την αρχαία γιορτή της συγκομιδής και του τρύγου. Τότε στήνουν καλύβες και στρώνονται τραπέζια. Αναφέρουμε επίσης και μερικές άλλες γιορτές που συμπληρώνουν την εικόνα των θρησκευτικών εκδηλώσεων. Αυτές είναι: α) Πουρίμ (η γιορτή των Κλήρων), σε ανάμνηση του θριάμβου της Εσθήρ πάνω στις δολοπλοκίες του Αμάν. β) Χανουκά (γιορτή των Μακκαβαίων). Κρατά 8 μέρες και γίνεται σε ανάμνηση των αγώνων και των θριάμβων των Μακκαβαίων εναντίον του Αντίοχου Δ΄ του Επιφανή και των Ρωμαίων.
Κατά καιρούς παρατηρήθηκαν μεταρρυθμιστικά κινήματα (Αμερική, Γαλλία, Γερμανία), που αφορούσαν κυρίως τη λειτουργία στη συναγωγή, το κήρυγμα στη γλώσσα του τόπου, τη συντόμευση των προσευχών κτλ. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν υπάρχει αίρεση. Ο μονοθεϊσμός παραμένει η χαρακτηριστική θρησκεία με κέντρο τον Ιαβέ. Το κακό ενσαρκώνεται, σύμφωνα με τον ιουδαϊσμό, στο Σατανά.
Στο μεσαίωνα ο φιλόσοφος Μαϊμονίδης συνόψισε όλη τη διδασκαλία του ιουδαϊσμού σε 13 άρθρα. Αργότερα αυτά περιορίστηκαν σε οκτώ από το φιλόσοφο Κρέσκα, για να περιοριστούν τελικά σε δύο, δηλαδή τη θεία ενότητα και το μεσσιανισμό, αφού ως σήμερα οι Ιουδαίοι αναμένουν το Μεσσία, ο οποίος δε θα είναι Θεός, αλλά άνθρωπος και μέσα του θα υπάρχει το πνεύμα του Θεού. Με τον ερχομό του όλοι οι άνθρωποι θα ζήσουν ειρηνικά και ενωμένοι κάτω από την ίδια και κοινή πίστη στον έναν και μοναδικό Θεό.
Αν και υπάρχει πίστη για αμοιβές στους αγαθούς και τιμωρίες στους κακούς, ο μεταθανάτιος βίος δεν έχει τίποτε το ξεκαθαρισμένο στην Παλαιά Διαθήκη. Έτσι, παρά τις εξωτερικές, μη ουσιαστικές, διαφορές που αφορούν το τυπικό μέρος της ιουδαϊκής θρησκείας, ο ιουδαϊσμός της διασποράς, αλλά και μετά την ίδρυση εθνικής εστίας (1948), διατηρεί ζωντανή την πίστη σ’ ένα Μεσσία, που θα λυτρώσει το εβραϊκό έθνος από τις δοκιμασίες του (βλ. λλ. Ισραήλ, Εβραίοι κτλ.).


Ισλαμισμός (ισλάμ)

Η νεότερη από τις μονοθεϊστικές θρησκείες που εμφανίστηκε στην Αραβία στις αρχές του 7ου αιώνα και αποκαλύφθηκε από τον Μωάμεθ (570-632).
Πρωτοεμφανίστηκε στις δυτικές ακτές της Αραβικής χερσονήσου, στις πόλεις Μέκκα και Μεδίνα. Η αραβική λέξη «ισλάμ» σημαίνει «υποταγμένος, αφοσιωμένος» και ως θρησκευτικός όρος «ο αφοσιωμένος στον θεό». Οποιοσδήποτε είναι αφοσιωμένος στο θεό λέγετε ισλαμιστής ή μουσουλμάνος και υπάρχει ένα και μόνο ρητό –γνωστό ως «σαχαμπάχ»– που δηλώνει την πίστη του: Μαρτυρώ ότι δεν υπάρχει άλλος θεός παρά μόνο ο Αλάχ και προφήτης του ο Μωάμεθ.
Οι ισλαμιστές αποφεύγουν να χαρακτηρίζονται «μωαμεθανοί» για να μην εμφανίζονται ως οπαδοί του Μωάμεθ, αφού πιστεύουν ότι ήταν μόνο ο μεσολαβητής του Αλάχ για να παραδώσει το θεϊκό μήνυμα. Αυτό είναι και το βασικό σημείο διαφοράς με τους χριστιανούς, που η πίστη τους στον Ιησού τον υιό του Θεού, δεν ισχύει για τους ισλαμιστές που τον θεωρούν μόνο έναν από τους προφήτες του.
Οι μουσουλμάνοι πιστεύουν σε ένα και μοναδικό θεό (Αλάχ), που παρέδωσε τη συλλογή των αποκαλύψεών του (Κοράνιο) στο Μωάμεθ για να διδάξει το λόγο του θεού (Καλάμ Αλάχ). Ο Μωάμεθ είναι ο τελευταίος προφήτης –κατά το Κοράνιο «η σφραγίδα των προφητών»– που στάλθηκε από το θεό και δεν θα υπάρξει άλλος μετά απ’ αυτόν.
Ο ισλαμισμός, ως μονοθεϊστική θρησκεία, ξεκινάει με τη διδασκαλία των προφητών (ναμπί στην αραβική γλώσσα). Οι πρώτοι προφήτες ήταν ο Αβραάμ (Ιμπραήμ) που στο Κοράνιο αναφέρεται ως μουσουλμάνος, ο Μωυσής (Μούσα) και ο Ιησούς (Ίσα). Επειδή οι μετέπειτα από αυτούς προφήτες διαστρέβλωσαν το λόγο του θεού, ο Αλάχ στο έλεός του έστειλε το Μωάμεθ για να διδάξει στην ανθρωπότητα την πραγματική αλήθεια.
Ως συμπλήρωμα του φυσικού κόσμου, ο θεός δημιούργησε τους αγγέλους και τα πνεύματα. Οι άγγελοι εκτός των άλλων αρμοδιοτήτων, ήταν αυτοί που μετέδωσαν την αποκάλυψη του θεού στους προφήτες. Τα πνεύματα (γνωστά ως τζίνι) επηρεάζουν τους πιστούς με διάφορους τρόπους. Διακρίνονται σε καλά πνεύματα και κακά (ιμπλίς).
Οι ισλαμιστές διακατέχονται από πλούσια εσχατολογική και αποκαλυπτική παράδοση. Πιστεύουν ότι πριν έρθει το τέλος του κόσμου, θα υπάρξει μια μικρή περίοδος δικαιοσύνης και ισότητας, η οποία θα σηματοδοτηθεί με τον ερχομό του Μαχντί, ενός είδους μεσσία. Ο κάθε μουσουλμάνος, μετά το θάνατό του, κρίνεται σύμφωνα με την πίστη και τις πράξεις του όσο ζούσε και ή κερδίζει την αθανασία στον κήπο της Εδέμ ή καταδικάζεται στη κόλαση για να μετανοήσει.Για το μουσουλμάνο είναι αδιανόητη η ζωή χωρίς θρησκεία, γι’ αυτό πιστεύει ότι ακόμη κι αν κάποιος δεν είναι οπαδός του Ισλάμ πρέπει οπωσδήποτε ν’ ανήκει κάποια από τις άλλες θρησκείες, όπως τον ιουδαϊσμό και το χριστιανισμό, αποδεκτές από το Κοράνιο και γνωστές από το Μωάμεθ ως Αλ αλ Κιτάμπ.
Τα θεμέλια του ισλαμισμού αποτελούν το Κοράνιο, η Σούνα και οι Χαντίθ. Και τα τρία αποτελούν τη βάση της ισλαμικής κοινωνίας (ούμα) που δε μπορεί να αποκλίνει από τις υποδείξεις τους. Το Κοράνιο τονίζει την ευεργεσία, την καλοσύνη και την παντοδυναμία του Ενός θεού, που η ύπαρξή του –όπως και στη Βίβλο– δε χρειάζεται αιτιολόγηση. Σύμφωνα με το Κοράνιο ο θεός επεμβαίνει στη συνεχή ακόμη διαδικασία της δημιουργίας και είναι ο δικαστής κατά τη Μέρα της Κρίσης. Η ισλαμική άποψη ότι το Κοράνιο δεν ανήκει σε καμιά από τις δημιουργικές πράξεις του Αλάχ, αλλά είναι η έκφραση της θέλησης του θεού και η ρήση του, προσδίδει στον ισλαμισμό μια μοναδικότητα έναντι των άλλων θρησκειών, των οποίων οι γραφές είναι ανθρώπων έργα. Το Κοράνιο, όσο ζούσε ο Μωάμεθ, το χρησιμοποιούσε από μνήμης και μόνο μετά το θάνατό του συντάχθηκε γραπτώς από τους διαδόχους του για την καθοδήγηση της όλο και αυξανόμενης ισλαμικής κοινότητας. Το Κοράνιο –στην τελική διατύπωση του τρίτου χαλίφη Οσμάν– περιλαμβάνει 114 Σούρες, ταξινομημένες με φθίνουσα, ως προ το μέγεθός τους, σειρά. Οι Σούρες ως προς την γραφή τους μπορούν να κατανεμηθούν σε τέσσερις περιόδους. Οι τρεις πρώτες, πριν από την Εγίρα (φυγή από τη Μέκκα στη Μεδίνα), χαρακτηρίζονται από την ανωτερότητα της νέας θρησκείας έναντι των ειδωλολατρικών παραδόσεων.Η τέταρτη, της Μεδίνας, προσδιορίζει τις βάσεις για τη δημιουργία της ισλαμικής κοινότητας.Η Σούνα, που είναι συλλογή των λόγων, της δράσης και των αποφάσεων του Μωάμεθ δημιουργήθηκε για να αποτελέσει τον οδηγό της ορθής ερμηνείας του Κορανίου. Από τη στιγμή που η Σούνα αποτελεί την πρακτική έκφραση της θρησκείας, για το μουσουλμάνο έχει την ίδια αξία με το Κοράνι. Η τρίτη πηγή που καθορίζει την ορθή συμπεριφορά του μουσουλμάνου είναι οι Χαντίθ.
Στις Χαντίθ είναι συγκεντρωμένες, οι πράξεις και οι λόγοι του Μωάμεθ. Σε κάθε Χαντίθ, που αποτελείται από δύο μέρη, στο πρώτο μέρος αναφέρονται οι παραδόσεις και στο δεύτερο οι αυθεντικές ρήσεις του προφήτη.
Η ταχεία εξάπλωση του ισλαμισμού στις αραβικές πόλεις Μέκκα και Μεδίνα και αμέσως μετά σ’ όλη την Αραβική χερσόνησο, οφείλεται στο ότι η νέα θρησκεία δεν μιλούσε για κάποιον εκλεκτό λαό, άρα ήταν ανοιχτή σ’ όλους.Έτσι γρήγορα πέρασε τα σύνορα αφού οι λαοί είχαν την δυνατότητα να ενσωματώσουν τον πολιτισμό τους στην έννοια ενός κυρίαρχου, αλλά αφηρημένου θεού.Το αποτέλεσμα ήταν μετά το θάνατο του Μωάμεθ η ισλαμικοαραβική κουλτούρα να επεκταθεί στη Συρία, στη Μεσοποταμία, στην Αίγυπτο και στην Ισπανία.Από την στιγμή μάλιστα που ο ισλαμισμός απαγορεύει ρητά τον πόλεμο μεταξύ των κοινοτήτων του, οι αραβικές φυλές πλέον ενωμένες αρχίζουν τις κατακτήσεις υπό την ηγεσία του διαδόχου του Μωάμεθ και πρώτου χαλίφη Αμπού Μπακρ. Η εξασθένηση του βυζαντινού στρατού μετά την νίκη του επί των Περσών δίνει την δυνατότητα στους Άραβες να εισβάλουν στην Συρία το 636, ενώ κατακτούν και την Περσία το 637. Ο δεύτερος χαλίφης Ομάρ κυριεύει την Ιερουσαλήμ το 638 και προσαρτά την Παλαιστίνη και την κάτω Αίγυπτο. Στους κατακτημένους λαούς που κατά κανόνα ήταν χριστιανοί, ιουδαίοι και οπαδοί του Ζωροάστρη επιβλήθηκαν μεν φόροι, αλλά είχαν εξασφαλισμένη την θρησκευτική και κοινωνική τους αυτονομία. Επίσης οι φορολογικές ελαφρύνσεις των μουσουλμάνων από το κράτος οδήγησε στον προσηλυτισμό μεγάλη μερίδα του κατακτημένου πληθυσμού. Ο διωγμός των μονοφυσιτών χριστιανών από την Ανατολική Εκκλησία ως αιρετικών και η κοινωνικοπολιτιστική τους εγγύτητα με τους Άραβες μουσουλμάνους τους οδηγούν στον ισλαμισμό. Ακόμη η αποδοχή από το Ισλάμ της ελληνικής φιλοσοφίας είναι το κίνητρο που προσανατολίζει τους νεστοριανούς χριστιανούς προς αυτό.
Η μεγαλύτερη όμως εξάπλωση του ισλαμισμού έγινε επί του Χαλιφάτου των Ομεϊάδων (661-70) με πρωτεύουσα τη Δαμασκό. Το κράτος εκτεινόταν δυτικά έως το Μαρόκο και την Ισπανία, ανατολικά έως τον Ινδό ποταμό, βόρεια έως το Καζακστάν και νότια έως τα βάθη της κεντρικής Αφρικής.Η αξίωση των αντιπολιτευόμενων φατριών στην ανάληψη της εξουσίας του χαλίφη από συγγενή του Μωάμεθ, ταλαντεύει και οδηγεί σε πτώση τους Ομεϊάδες.
Στην εξουσία αναρριχώνται οι Αββασίδες, οι οποίοι ενώ ισχυροποιούνται στις ανατολικές περιοχές, χάνουν την Ισπανία που ανεξαρτητοποιείται υπό τον τελευταίο απόγονο των Ομεϊάδων. Οι Αββασίδες υπό την ηγεσία του Χαρούν αλ Ρασίντ (786-809) απώλεσαν τις περιοχές της κεντρικής Αφρικής και της ανατολικής Περσίας. Τούρκοι και Πέρσες καταλαμβάνουν το αξίωμα του μεγάλου βεζίρη με αποτέλεσμα αυτοί να έχουν την ουσιαστική διακυβέρνηση. Το 909 οι Φατιμίδες ίδρυσαν το σιιτικό χαλιφάτο της βόρειας Αφρικής με πρωτεύουσα το Κάιρο, που είναι και η αρχή της διάσπασης του βασιλείου. Η κάθοδος των Μογγόλων επιφέρει την οριστική διάλυση του χαλιφάτου της Βαγδάτης το 1258. Η δυναστεία των Μαμελούκων, με έδρα την Αίγυπτο, αναχαιτίζει τους Μογγόλους το 1260, στην Παλαιστίνη ανακτά το χαλιφάτο και το 1517 το παραδίδει στην τουρκική δυναστεία των Οθωμανών. Αυτοί το διατηρούν έως το 1924 που τους το αφαιρεί. Ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.
Τα καθήκοντα των μουσουλμάνων
Η ισλαμική πίστη καθορίζεται από μια θρησκευτική καθηκοντολογία που αναφέρεται στο Κοράνιο. Σύμφωνα με αυτήν λοιπόν. υπάρχει απαγόρευση στη βρώση του χοιρινού και την κατανάλωση αλκοόλ.Ο μουσουλμάνος υποχρεώνεται σε καθημερινή προσοχή, πέντε φορές την ημέρα σε καθορισμένες ώρες. Ο άντρας μουσουλμάνος πηγαίνει κάθε Παρασκευή στο τζαμί για τη μεγάλη προσευχή.Η κατεύθυνση της προσευχής πρέπει να είναι προς τη Μέκκα (Kibla), γενέτειρα του Μωάμεθ, όπου βρίσκεται και το ιερότερο σημείο για τους μουσουλμάνους η Καάμπα, ένα πέτρινο κτίσμα σε σχήμα κύβου, που βρίσκεται έξω από το Μεγάλο Τζαμί.Ο μουσουλμάνος έχει υποχρέωση να επιδίδεται σε φιλανθρωπικές πράξεις, να νηστεύει κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού και να επισκεφθεί τη Μέκκα (Χαντζ) που είναι και ο υψηλότερος στόχος του, αν και είναι υποχρεωτική μόνο για τους οικονομικά εύρωστους.

Κοράνι.

Το ιερό βιβλίο του ισλαμισμού. Η ονομασία του προέρχεται από το αραβικό αλ Κουράν, που σημαίνει «βασικό ανάγνωσμα». Το Κοράνιο, όπως πιστεύουν οι ισλαμιστές, είναι ο λόγος του Θεού (Αλάχ), ο οποίος υπαγορεύτηκε στον προφήτη του Μωάμεθ.
Είναι γραμμένο στην αραβική γλώσσα σε ρυθμικό πεζό λόγο. Χωρίζεται σε 114 κεφάλαια (σούρες ή σουράτες), η έκταση των οποίων ποικίλλει από 3 ως 286 στίχους. Η κατάταξη των σουρών γίνεται σύμφωνα με την έκτασή τους και όχι σύμφωνα με το περιεχόμενό τους. Η έλλειψη εσωτερικής συνοχής που παρατηρείται στο κείμενο δυσκολεύει την ανάγνωση του Κορανίου. Οι συντομότερες σούρες, που είναι οι αρχαιότερες και οι πιο ποιητικές, έχουν τοποθετηθεί στην αρχή, ενώ οι μακρότερες, που είναι οι νεότερες, έχουν τοποθετηθεί στο τέλος.
Η ονομασία κάθε σούρας παίρνεται από κάποιο στίχο που περιέχεται ή από το σπουδαιότερο επεισόδιο που περιγράφει. Η βιβλιοδεσία του Κορανίου είναι πολυτελής, η καλλιγραφία τεχνικότατη και ο χρωματισμός ιδιαίτερα προσεγμένος. Τα καλλιτεχνικότερα και πολυτιμότερα Κοράνια σώζονται κυρίως στην Αίγυπτο και την Τουρκία.
Το περιεχόμενο του Κορανίου αποτελείται από θρησκευτικούς κανόνες, ηθικά παραγγέλματα, νομικές διδαχές και διάφορες εντολές με μορφή διδασκαλίας, επίσης από θρύλους, κυρίως χριστιανικούς και ιουδαϊκούς. Τα στοιχεία αυτά σχημάτισαν μια συλλογή διατάξεων που έγιναν δόγματα, τα οποία αποτελούν τον κορμό του ισλαμικού δικαίου.
Η υπακοή των πιστών στο Κοράνιο πετυχαίνεται ακόμη και με απειλές ή υποσχέσεις. Ο Μωάμεθ διακήρυττε ότι η γραπτή αποκάλυψη είναι το σπουδαιότερο γνώρισμα της φανέρωσης του αληθινού και μοναδικού Θεού. Η τυφλή προσκόλληση των ισλαμιστών στο Κοράνιο είναι αυτονόητη, αφού πιστεύουν ότι δε γράφτηκε από άνθρωπο, αλλά είναι όμοιο με το θεϊκό βιβλίο που υπάρχει στους ουρανούς.
Το Κοράνι χαρακτηρίζει τη δικαιοσύνη ως γνώρισμα του ευσεβούς ανθρώπου και ζητά από το δικαστή την αμεροληψία του, όταν δικάζει. Το Κοράνιο, όμως, περιέχει και δοξασίες ή θεωρητικές κατευθύνσεις, που εμφορούνται από διάφορα δόγματα, όπως του κισμέτ (πεπρωμένου), που επηρέασαν βαθύτατα τη διαμόρφωση του δικαίου στις ισλαμικές χώρες.
Σε ό,τι αφορά τις ιδιωτικές συμφωνίες, τις διεθνείς σχέσεις και την τήρηση των συνθηκών, το Κοράνιο παραγγέλλει στους ισλαμιστές:
α) Να είσαστε ακριβείς σε όσα σχετίζονται με μια συνθήκη (συμφωνία) εσείς που τη συνομολογήσατε. Μην παραβαίνετε τους όρκους, που ορκιστήκατε δημόσια. Γιατί με τον όρκο πήρατε εγγυητή σας το Θεό, αυτόν που ξέρει καλά τις πράξεις σας.
β) Οφείλετε να εκπληρώνετε τις υποχρεώσεις σας.
Αυτά, και άλλα, αποσπάσματα δείχνουν ακόμη ότι το Κοράνιο δεν αφήνει στους πιστούς του τα περιθώρια που είναι απαραίτητα για τη ρύθμιση των μεταξύ τους σχέσεων, όπως δεν αφήνει περιθώρια για την παραβίαση συνθηκών που συνομολογούνται μεταξύ διάφορων κρατών.
Το περί «πεπρωμένου» δόγμα του Κορανίου συνδέεται τόσο με το τέλος του κάθε ατόμου ξεχωριστά όσο και των εθνών και είναι αντίθετο με την έννοια της ανεξιθρησκίας. Το ίδιο δόγμα επηρεάζει όλες τις συναλλαγές των πιστών, καθώς και κάθε πτυχή του ιδιωτικού βίου τους και καθορίζει τη συμπεριφορά τους. Εξαιτίας του το Ισλάμ δεν κατόρθωσε να ξεχωρίσει τα όρια ανάμεσα στη θεία πρόνοια και την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Έτσι, όλες οι ισλαμικές χώρες, τόσο στο δίκαιο του πολέμου όσο και σε εκείνο που εφαρμόζεται σε περιόδους ειρήνης, τείνουν να μειώσουν την ευθύνη του ανθρώπου ως προς τις σκέψεις και τις ενέργειές του και την αντικαθιστούν με τη θεία πρόνοια και τις βουλές της, το κισμέτ.
Το περί πεπρωμένου δόγμα ευθύνεται για την εμφάνιση και τη διαμόρφωση ορισμένων αντιλήψεων σχετικών με την ηθική και τη δικαιοσύνη, δεδομένο που μπορεί να βεβαιωθεί από τα σωζόμενα έγγραφα, παρ’ ό,τι αυτά στο μεγαλύτερο μέρος τους δεν αποτελούν ένα πλήρως διαμορφωμένο δίκαιο, αλλά απλά διατάγματα που ρυθμίζουν την έννομη εσωτερική τάξη, θέματα παροχής προνομίων, θρησκευτικά ζητήματα κ.ά. Ωστόσο και σε αυτά τα έγγραφα παρατηρείται εύκολα η βαθιά εξάρτηση οποιασδήποτε έννοιας δικαίου από το Κοράνιο.
Ο Μωάμεθ είχε πάντα μαζί του γραφείς, που κατέγραφαν πάνω σε δέρματα ή σε φύλλα φοινίκων όσα αποκάλυπτε ο προφήτης σε στιγμές έκστασής του. Η συστηματική συλλογή των χειρογράφων αυτών άρχισε από τα χρόνια του διαδόχου του Αμπού Μακρ (634) και τελείωσε στην εποχή του τρίτου χαλίφη Οσμάν (644-656). Το παλαιότερο χειρόγραφο του Κορανίου (Ιμάμ αλ Κουράν) σώζεται από το 1223 στο ιεροφυλακείο της Τασκένδης και γράφτηκε, όπως πιστεύεται, από τον ίδιο τον Οσμάν. Το Κοράνιο έχει ερμηνευτεί από πολλούς θεολόγους του ισλαμισμού και οι ερμηνείες αυτές προκάλεσαν δογματικές διαμάχες και αιρέσεις. Μερικές από αυτές δέχονται τη μετάφραση του Κορανίου σε άλλες γλώσσες εκτός από την αραβική, ενώ άλλες την απορρίπτουν.

Κόπτες

Έτσι ονομάζονται οι μονοφυσίτες χριστιανοί της Αιγύπτου και της Αιθιοπίας. Στην Αίγυπτο ειδικότερα οι Κόπτες (που το όνομά τους αποτελεί συντετμημένη μορφή του ονόματος Αιγύπτιος) αποτελούν τους απογόνους των αρχαίων Αιγυπτίων, οι οποίοι δεν ασπάστηκαν τον ισλαμισμό ύστερα από την αραβική κατάκτηση.
Μετά τη Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας, το 451, οι Κόπτες αποσπάστηκαν από την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και ακολούθησαν το μονοφυσιτισμό, δέχονταν δηλ. τη διδασκαλία της μιας φύσης του Χριστού, της θείας. Ως το 641, το έτος δηλαδή της αραβικής κατάκτησης της Αιγύπτου, οι Κόπτες καταδιώκονταν καθώς επίσημη Εκκλησία ήταν η ορθόδοξη. Για το λόγο αυτό δέχτηκαν τους Άραβες ως ελευθερωτές και τους βοήθησαν στους πολέμους τους εναντίον των Βυζαντινών. Οι Άραβες τους έδωσαν πολλά προνόμια και οι Κόπτες έγιναν κύριοι των ορθόδοξων εκκλησιών. Εξέλεγαν τον πατριάρχη τους που ήταν θρησκευτικός και εθνικός αρχηγός, απάλλαξαν τα μοναστήρια τους από φορολογίες, απέκτησαν σχολεία και ιδιαίτερα δικαστήρια. Σύντομα όμως και οι Κόπτες ακολούθησαν την μοίρα του υπόλοιπου πληθυσμού και υποχρεώθηκαν σε αβάστακτους φόρους. Σε περίπτωση αδυναμίας να καταβάλλουν τους φόρους, οι κυβερνώντες έριχναν τους θρησκευτικούς ηγέτες στη φυλακή και ζητούσαν λύτρα. Ακολούθησε ο εξισλαμισμός, σε πρώτη φάση με το κίνητρο της φοροαπαλλαγής, ύστερα με τη συστηματική αποξήλωση του κοπτικού, δηλ. προ-ισλαμικού, πολιτισμού διά της βίας, κάνοντας την αρχή με την καταστροφή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας και στη συνέχεια με τη σταδιακή επιβολή της αραβικής ως επίσημης γλώσσας, που ολοκληρώθηκε το 13ο αιώνα.
Το αραβικό καθεστώς της Αιγύπτου, σε αντίθεση με τους Έλληνες και Ρωμαίους, ισοπέδωσε πολλά αρχαία μνημεία και εκκλησίες για να τα μετατρέψει στην καλύτερη περίπτωση σε παλάτια και τεμένη. Στις περισσότερες περιπτώσεις απλώς τα γκρέμιζαν. Ο σουλτάνος Ελ Αζίζ έφτασε το 1193 στο σημείο να επιχειρεί την κατεδάφιση των πυραμίδων, αλλά εγκατέλειψε αμέσως τις δαπανηρές και επίπονες προσπάθειες.
Τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα οι Κόπτες συνεργάστηκαν με τους μουσουλμάνους συμπατριώτες τους για την ανεξαρτησία και την επικράτηση της δημοκρατίας στην Αίγυπτο. Στη σύγχρονη όμως εποχή οι φονταμενταλιστές (ριζοσπάστες) ισλαμιστές της Αιγύπτου προκαλούν επεισόδια σε βάρος των Κοπτών πολλές φορές λεηλατώντας και καίγοντας τις εκκλησίες τους και οι Κόπτες με δυσκολία πετυχαίνουν άδειες για να χτίζουν ή να συντηρούν τους ναούς τους.
Κοπτική Εκκλησία. Η Κοπτική (Ορθόδοξη) Εκκλησία είναι η κύρια χριστιανική εκκλησία στην κατά πλειοψηφία μουσουλμανική Αίγυπτο. Διοικείται από τον πατριάρχη και ένα συμβούλιο από τέσσερις επισκόπους, που έχει έδρα το Κάιρο, οι οποίοι αναγνωρίζονται και από τους Κόπτες της Νουβίας και το πατριαρχείο της Αιθιοπίας.
Οι Κόπτες χρησιμοποιούν τη λειτουργία του Μ. Βασιλείου αλλά και των Κυρίλλου και Γρηγορίου και τελούν τα ίδια μυστήρια με τους υπόλοιπους ορθόδοξους χριστιανούς. Στη λειτουργία τους χρησιμοποιούν την αρχαία αιγυπτιακή γλώσσα, η οποία όμως βαθμιαία εκτοπίζεται από την αραβική, ενώ στην Αιθιοπία έχουν ως λειτουργική γλώσσα την «γκεζ». Η ιεραρχία τους περιλαμβάνει επισκόπους, κατώτερο κλήρο και μοναχούς.Ο μοναχισμός γεννήθηκε στην Αίγυπτο στα τελευταία χρόνια του 3ου αιώνα και άνθησε στη διάρκεια του 4ου αιώνα.
Στο τέλος του 4ου αιώνα υπήρχαν εκατοντάδες μοναστήρια στην Αίγυπτο και αμέτρητα κελιά και σπηλιές διαμορφωμένες σε ασκητήρια. Ορισμένα επιβιώνουν και στη σύγχρονη εποχή. Όλος ο χριστιανικός μοναχισμός ξεκίνησε στην Αίγυπτο με πρωτοπόρο τον άγιο Αντώνιο, ακολουθούμενος από τους αγίους Παχώμιο, Παύλο, Μακάριο, Μωυσή τον Μαύρο, άγιο Μηνά θαυματουργό (τους «Πατέρες της Ερήμου»), που ήταν όλοι τους Κόπτες.
Η κοπτική γλώσσα ήταν η εθνική γλώσσα της Αιγύπτου από την εποχή που οι Αιγύπτιοι δέχτηκαν το χριστιανισμό. Γράφεται με το ελληνικό αλφάβητο, οι λέξεις δηλ. γράφονται όπως και στην ελληνική από δεξιά προς αριστερά και ορθογραφικά με ίδιους κανόνες σαν την ελληνική στο οποίο προστέθηκαν εφτά φθόγγοι από την τοπική δημοτική ιερογλυφική γραφή, για ιδιαίτερες συλλαβικές προφορές που δεν υπήρχαν στην ελληνική. Συμπεριέλαβε πολλές λέξεις ελληνικές και αργότερα ρωμαϊκές και αραβικές. Η γλώσσα διακρίνεται σε τρεις κυρίως διαλέκτους. Στην κοπτική γλώσσα έγιναν μεταφράσεις των Ευαγγελίων, συγγραμμάτων Πατέρων της Εκκλησίας, βίων αγίων, απόκρυφων θεολογικών βιβλίων κ.ά. σε πάρα πολύ μεγάλο αριθμό. Από τα πρωτότυπα έργα σώζονται βίοι αγίων, αποφθέγματα Πατέρων, ποιήματα με βιβλικά θέματα.

Κουάκεροι

Χριστιανική θρησκευτική αίρεση που πρωτοεμφανίστηκε το 1647 στην Αγγλία ως «Εταιρεία των Φίλων» (Religious Society of Friends) με ηγέτη τον Τζορτζ Φοξ. Στην Αμερική ο Ουίλιαμ Πεν συνέχισε την παράδοση του Φοξ. Η φιλοσοφία των κουάκερων συνίσταται στο ότι η σχέση με τον Θεό είναι άμεση και προσωπική. Κάθε άνθρωπος μπορεί να αντιλαμβάνεται το λόγο του Θεού στην ψυχή του και οι Φίλοι ενθαρρύνουν τη διαφύλαξή του. Ονομάζοντας μια τέτοια αντίληψη εσωτερικό φως, «το Χριστό μέσα μας», οι πρώτοι Φίλοι ταύτιζαν το πνεύμα με τον ιστορικό Χριστό. Απέρριπταν ένα τυπικό δόγμα, προσεύχονταν σιωπηλά και θεωρούσαν κάθε μέλος πιθανό όχημα για το λόγο του Θεού, αντί να βασιστούν σε μια ειδική αμειβόμενη ιερατική τάξη ξεχωριστή από τους υπόλοιπους. Ο κουακερισμός δίνει έμφαση στο καλό στοιχείο του ανθρώπου, διότι πιστεύει ότι ο Θεός υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο. Ταυτόχρονα παραδέχεται την ύπαρξη του κακού στον άνθρωπο και προσπαθεί όσο γίνεται για να το ξεριζώσει. Οι Φίλοι δίνουν μεγάλη έμφαση σε μια ζωή εναρμονισμένη με τις χριστιανικές αρχές, την αλήθεια και την ειλικρίνεια. Μιμούμενοι το Χριστό προσπαθούν να αποφύγουν την πολυτέλεια και τονίζουν την απλότητα στην ένδυση, τους τρόπους συμπεριφοράς και την ομιλία. Έως το τέλος του 19ου αιώνα διατηρούσαν αρχαΐζουσες εκφράσεις γνωστές ως απέριττος λόγος. Όσον αφορά τη διοίκηση και τα προνόμια της Εταιρείας, δε γίνονται διακρίσεις ανάμεσα στα δύο φύλα. Τα προσόντα για να γίνει κανείς μέλος βασίζονται σε ηθικά και θρησκευτικά θεμέλια και στη διάθεση του μέλους να αντιληφθεί και να δεχτεί τις υποχρεώσεις του ως μέλους. Τακτικά γίνονται συνελεύσεις για προσευχή συνήθως μια-δυο φορές την εβδομάδα. Ο σκοπός τους είναι να βοηθήσει τα μέλη να αισθάνονται την παρουσία του Θεού ως πνεύμα που καθοδηγεί τη ζωής τους. Σ’ αυτές τις συναντήσεις τα μέλη εκτιμούν τη δύναμη της ψυχής τους και τα πιστεύω τους ενάντια σε αυτά της συνέλευσης ως συνόλου. Επειδή η θρησκεία των κουάκερων δημιουργήθηκε ως μια εντελώς πνευματική πίστη, που δεν απαιτεί φυσικές εκδηλώσεις, συνήθως οι συναντήσεις δεν έχουν προκαθορισμένο πρόγραμμα (κήρυγμα, λειτουργία ή τελετουργίες).
Η θρησκευτική πειθαρχία και διοίκηση της κοινότητας ρυθμίζονται σε τακτικές συναντήσεις, γνωστές ως συναντήσεις εργασίας. Σε μηνιαίες συνεδριάσεις συναντιούνται μια ή περισσότερες κοινότητες, μια ή περισσότερες μηνιαίες συνελεύσεις απαρτίζουν τη συνέλευση τριμήνου και οι συνελεύσεις τριμήνου μιας γεωγραφικής περιοχής σχηματίζουν την ετήσια συνέλευση της Εταιρίας των Φίλων, η οποία αποτελεί την ανώτατη αρχή για όλα τα ζητήματα διδασκαλίας και διοίκησης. Συνήθως δε γίνονται ψηφίσματα, αλλά όλοι μαζί προσπαθούν να πάρουν μια απόφαση σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Στις συναντήσεις τους οι κουάκεροι ανακρίνονται τακτικά σχετικά με τη συμμόρφωσή τους με τις αρχές του κουακερισμού. Αυτές οι αρχές αφορούν τη σωστή ανατροφή των παιδιών τους, τη χρήση ναρκωτικών, τη φροντίδα των απόρων, την ανεκτική στάση σε θέματα φυλετικών και θρησκευτικών διακρίσεων και τη συμφιλίωση με όποιον τους προσβάλλει.

Μεταρρύθμιση

Μεγάλο σχίσμα στους κόλπους της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, από το οποίο προήλθε ο προτεσταντισμός. Το ιστορικό πλαίσιο της μεταρρύθμισης αρχίζει με τους Λούθηρο (+1546), Ζβίγγλιο (+1531) και Καλβίνο (+1564). Ο Λούθηρος, ύστερα από τάξιμο που έκανε σε ώρα κινδύνου να αφιερωθεί στο Θεό, κατατάχτηκε στο τάγμα των Αυγουστινιανών μοναχών, όπου επιδόθηκε στη μελέτη των έργων του αγίου Αυγουστίνου και άλλων.
Η επιθυμία του να δοθεί ένα τέλος στο εμπόριο των συγχωροχαρτιών που πουλούσε ο Δομινικανός μοναχός Ιωάννης Τέτσελ, στην ηθική και διανοητική κατάπτωση του παπικού κλήρου, καθώς και στην απολυταρχία του πάπα, τον ώθησαν να τοιχοκολλήσει στον καθεδρικό ναό των Αγίων Πάντων, κατά την ημέρα της πανήγυρης του ναού, τις 95 «θέσεις» του σε γλώσσα λατινική, όπως ήταν η συνήθεια της εποχής (1517). Σε αυτές διακήρυττε, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο πάπας είναι κοινός επίσκοπος, όπως όλοι οι επίσκοποι, και δεν μπορεί να απαλλάξει τον άνθρωπο από την αμαρτία και ότι χρυσός οδηγός της Εκκλησίας θα πρέπει να είναι το Ευαγγέλιο και όχι ο πάπας, οι επίσκοποι και οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Ωστόσο δεν αποσχίστηκε από την Εκκλησία του, σε μια επιστολή του μάλιστα προς τον πάπα Λέοντα Ι’ (30 Μαΐου 1518) αποκαλεί τη θέληση του πάπα «φωνή του θεού». Από το 1520 όμως, χρονιά κατά την οποία ρίχνει θεαματικά στη φωτιά το κανονικό δίκαιο της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, τον αφορισμό του πάπα, καθώς και άλλα σχολαστικά έργα, αρχίζει ο πυρετός της εξέγερσης και η καταπάτηση πολλών δογμάτων: Εκμηδενίζεται το ιερατείο με την ανάδειξη του λαϊκού στοιχείου σε ιεράτευμα, διακηρύσσεται ο απόλυτος προορισμός, αποβάλλεται η Ιερά Παράδοση και απορρίπτονται πολλές τελετές και μυστήρια της Εκκλησίας. Όλα αυτά ήταν η αντίδραση στις καταχρήσεις της παπικής Εκκλησίας, ξέσπασμα αγανάκτησης και οργής κατά του παπικού αυταρχισμού. Δεν κατόρθωσε, όμως, η μεταρρύθμιση να θεραπεύσει τίποτε. Η ενότητα της χριστιανικής Εκκλησίας δέχτηκε ένα ακόμη πλήγμα μετά το σχίσμα μεταξύ ρωμαιοκαθολικών και ορθόδοξων. Ακολούθησαν έξαρση των παθών, πόλεμοι, διαχωρισμοί των κρατών, εξεγέρσεις κ.ά. σκάνδαλα και βιαιότητες. Από το 1525-1546 η μεταρρύθμιση διαδόθηκε σε όλους τους γερμανικής καταγωγής λαούς της Ευρώπης. Πρώτη προσχώρησε η Πρωσία (1525), το 1529 η Σουηδία και το 1536 η Δανία. Στην Ελβετία ο Ζβίγγλιος δέχτηκε το λουθηρανισμό και προσπάθησε να τον επιβάλει σε όλη τη χώρα.
Με τις δημόσιες διδασκαλίες του υποδαύλιζε το φανατισμό των οπαδών του, οι οποίοι έμπαιναν στις εκκλησίες και έριχναν έξω άγια λείψανα και όλα τα ιερά σκεύη. Δημιουργήθηκε στρατός, ο οποίος ήθελε να επιβληθεί με βιαιότητα στις καθολικές ελβετικές πόλεις. Σε μια τέτοια σύγκρουση σκοτώθηκε και ο ίδιος ο Ζβίγγλιος. Το έργο του Ζβίγγλιου συνεχίζει ο Καλβίνος, ο οποίος γεννήθηκε στη Νουαγιόν της Γαλλίας και σε ηλικία 18 χρονών έγινε μοναχός. Το 1536 πήγε στη Βασιλεία της Ελβετίας, όπου επιβλήθηκε με τα συγγράμματά του. Από το 1541 εγκαταστάθηκε στη Γενεύη, τους κατοίκους της οποίας προσπάθησε, με τις «Εκκλησιαστικές Διατάξεις» που συνέταξε, να ανεβάσει ηθικά. Επέβαλε αυστηρότατους νόμους, τους οποίους τηρούσε με αστυνομική παρακολούθηση και αιφνιδιαστικούς ελέγχους στα σπίτια των κατοίκων της πόλης, για να εξακριβωθεί μήπως π.χ. κοιμούνταν την ώρα που δίδασκε ο ίδιος ή μελετούσαν άλλα ξένα προς τη διδαχή του βιβλία. Κι εδώ χρησιμοποιήθηκε βία, κατασκοπία, φυλακίσεις, εξορίες, εκτελέσεις κ.ά. βιαιότητες, αντίθετες με τους ευγενικούς στόχους που έθετε η μεταρρύθμιση.
Το κίνημα της μεταρρύθμισης στην αρχή είδε με συμπάθεια και ο σημαντικός ρωμαιοκαθολικός φιλόλογος Έρασμος, αλλά μετά το πολέμησε. Η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αντεπεξήλθε με την αντιμεταρρύθμιση, της οποίας καρπός είναι και ο ιησουιτισμός (βλ. λ. ιησουίτες).
Ο καλβινισμός εξαπλώθηκε στη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες, τη Γερμανία και ιδιαίτερα στη Σκοτία. Στην τελευταία έγινε επίσημη θρησκεία του κράτους και αυτό οφείλεται στο μαθητή του Καλβίνου Τζον Νοξ (1505-1572), που ανέπτυξε εκεί μεγάλη δράση. Η Εκκλησία της Σκοτίας οργανώθηκε σύμφωνα με το πρότυπο της Εκκλησίας της Γενεύης και ονομάστηκε «πρεσβυτεριανή».
Στην Αγγλία το μεταρρυθμιστικό κίνημα πήρε ιδιαίτερο προσωπικό χαρακτήρα. Προκλήθηκε από το βασιλιά Ερρίκο Η' (1509-1547), ο οποίος ήρθε σε σύγκρουση με τον πάπα λόγω του διαζυγίου του. Ο πάπας αφόρισε τον Ερρίκο και τότε αυτός ανακήρυξε τον εαυτό του θρησκευτικό αρχηγό του κράτους (βλ. λ. αγγλικανισμός).
Η μεταρρύθμιση μέσα σε 15 μόλις χρόνια έφερε οριστικό ρήγμα στη θρησκευτική ενότητα της Ευρώπης. Όλοι σχεδόν οι γερμανικής καταγωγής λαοί και ο αγγλοσαξονικός κόσμος προσχώρησαν σε αυτήν και μόνο οι λατινικοί λαοί έμειναν πιστοί στη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Ορθόδοξη Εκκλησία

Με θεολογική έννοια, η ορθόδοξη Εκκλησία υποδηλώνει τις εκκλησίες της Ανατολής, οι οποίες, μετά το σχίσμα των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης (1054) παρέμειναν πιστές στο δόγμα της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας (451). Η ορθόδοξη Εκκλησία, όπως δηλώνει και το όνομά της, η επιλογή του οποίου υπήρξε απόλυτα συνειδητή πράξη, θεωρούσε και θεωρεί ότι αποτελεί τη φυσική συνέχεια της πρώτης αποστολικής κοινότητας και πρεσβεύει ότι η ορθόδοξη πίστη και λατρεία είναι συνεπής στο αποστολικό κήρυγμα. Είναι συνεπώς η αληθινή χριστιανική πίστη, η οποία ήταν κοινή πριν από το σχίσμα και την οποία διασαφήνισαν οι πρώτες οικουμενικές σύνοδοι. Οι σύνοδοι αυτές διατύπωσαν τα βασικά δόγματα της «μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής εκκλησίας» αναφορικά με την Αγία Τριάδα, τη δισυπόστατη φύση του Χριστού, εκφράζοντας πλήρως την αυθεντικότητα της θεϊκής και της ανθρώπινης φύσης του.
Οι ορθόδοξες Εκκλησίες θεωρούν τους ανήκοντες στις υπόλοιπες χριστιανικές εκκλησίες ως ετερόδοξους ή σχισματικούς, αν και ο δεύτερος όρος υπερισχύει στην επίσημη αντιμετώπιση της Δυτικής (ρωμαιοκαθολικής) Εκκλησίας από τις επίσημες αρχές της ορθοδοξίας. Αυτό οφείλεται καθαρά στο μέγεθος των πιστών της Δυτικής Εκκλησίας, ενώ στα έργα της ορθόδοξης θεολογίας, που αντιμάχεται τους ρωμαιοκαθολικούς και τους προτεστάντες θεολόγους αδιαφορώντας για την τήρηση διπλωματικών ισορροπιών, επικρατεί αντίθετα ο πρώτος χαρακτηρισμός.
Αν και αρχικά υπήρχε γεωγραφικός προσδιορισμός της Ορθοδοξίας, υπό την έννοια ότι οι πιστοί κατοικούσαν κυρίως στην Ανατολή, στη σύγχρονη εποχή, με τις μαζικές μεταναστεύσεις στη Δυτική Ευρώπη και την Αμερική, οι ορθόδοξοι εξαπλώθηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι, ο ανατολικός προσδιορισμός της Ορθοδοξίας δεν υφίσταται πλέον, αφού σε όλο το δυτικό κόσμο υπάρχουν ακμαίες και ισχυρές ορθόδοξες Εκκλησίες.
Κάθε Εκκλησία που αποδέχεται το ορθόδοξο δόγμα ονομάζεται ορθόδοξη Εκκλησία. Στην ορθόδοξη Εκκλησία με τη γενική της έννοια ανήκουν περίπου 220.000.000 πιστοί, που βρίσκονται σκορπισμένοι σε όλο τον κόσμο, αλλά κυρίως στην Ελλάδα, την Ανατολική Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και τη Μέση Ανατολή.
Στην ορθόδοξη Εκκλησία ανήκουν τα πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Στα νεότερα χρόνια συστάθηκαν τα πατριαρχεία Ρωσίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Σερβίας και Γεωργίας, οι αυτοκέφαλες Εκκλησίες της Ελλάδας, της Κρήτης, της Κύπρου, της Αλβανίας, της Πολωνίας, αλλά και οι αυτόνομες Εκκλησίες της Εσθονίας, της Λετονίας, της Φιλανδίας, της Τσεχίας και της Σλοβακίας. Όλες οι τοπικές ορθόδοξες Εκκλησίες αναγνωρίζουν το συντονιστικό ρόλο του οικουμενικού πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και όλες ακολουθούν το συνοδικό σύστημα στη διοίκησή τους. Η απόλυτη ταυτότητα χαρακτηρίζει το λατρευτικό τυπικό των απανταχού ορθόδοξων Εκκλησιών και τη γενικότερη εκκλησιαστική παράδοση.
Αποτελείται από ανεξάρτητες, αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Η καθεμία από αυτές διοικείται από τους επικεφαλής επισκόπους, που ονομάζονται πατριάρχες, μητροπολίτες ή αρχιεπίσκοποι. Εξέχουσα θέση κατέχει το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, καθώς η Κωνσταντινούπολη ήταν το κέντρο της χριστιανοσύνης στην Ανατολή.
Η ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας. Η ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας ιδρύθηκε με το καταστατικό διάταγμα της 23ης Ιουλίου 1833 με θέμα τη δημιουργία «Ιεράς Συνόδου του Βασιλείου της Ελλάδας». Η απόφαση για την ίδρυση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας ελήφθη για πολιτικούς λόγους υπό την επιρροή του Θεόκλητου Φαρμακίδη κυρίως, που ενστερνιζόταν την άποψη του Κοραή και άλλων ότι κάθε κράτος που θα ελευθερωνόταν από τον τουρκικό ζυγό θα έπρεπε να κόψει κάθε δεσμό με την Τουρκία. Ο Μάουρερ, μέλος της Επιτροπής Αντιβασιλείας, μαζί με τον Φαρμακίδη υλοποίησαν το σχέδιο αυτό. Μια επταμελής επιτροπή, υπό την προεδρία του Πανούτσου Νοταρά και με σημαντικότερα μέλη τους Φαρμακίδη, Σπυρίδωνα Τρικούπη και Σκαρλάτο Βυζάντιο προετοίμασε το διάταγμα που προέβλεπε την ίδρυση της Ιεράς Συνόδου, που θα αριθμούσε 5 μέλη τα οποία θα διόριζε ο βασιλιάς. Η επιτροπή ακολούθησε το ρωσικό μοντέλο και κατέστησε την Εκκλησία απολύτως υποτελή στην πολιτεία, ώστε να ελέγχει πλήρως την Εκκλησία, η οποία δεν είχε το παραμικρό περιθώριο αντίδρασης. Τα μέλη της Συνόδου επιλέχθηκαν δύο μέρες μετά και στις 27 Ιουλίου ορκίστηκαν μπροστά στον Όθωνα, ο οποίος ήταν «κυρίαρχος» της Εκκλησίας.
Ο τρόπος της ίδρυσης της Ιεράς Συνόδου στην Ελλάδα δεν έγινε δεκτός ευχάριστα από όλους τους κληρικούς. Όμως η εξουσία δε δίστασε να εξορίσει όσους αντέδρασαν. Η δυσαρέσκεια αυτή μεγάλωσε όταν η πολιτεία προχώρησε στη διάλυση 412 μοναστηριών και στη δήμευση της τεράστιας περιουσίας τους. Αρχηγός της αντίδρασης των κληρικών υπήρξε ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, κληρικός που εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1834 και δε σταμάτησε να αντιδρά στα μέτρα του κράτους, που κατά την άποψή του έπλητταν τα συμφέροντα του κλήρου αλλά και του λαού. Το οικουμενικό πατριαρχείο επίσης, αμέσως μετά τη δημοσίευση του καταστατικού διατάγματος, διέκοψε κάθε σχέση με την Εκκλησία της Ελλάδας. Το πατριαρχείο δεν αναγνώρισε την Ιερά Σύνοδο, ούτε απάντησε στις κατά καιρούς επιστολές της ελληνικής Εκκλησίας. Η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε να ζητήσει επισήμως από το πατριαρχείο την αναγνώρισή της, και έτσι το Μάιο του 1850 η Ιερά Σύνοδος μετά τη συνεδρίασή της ανακοίνωσε τη σύστασή της επίσημα στο πατριαρχείο.
Το οικουμενικό πατριαρχείο συγκάλεσε Ενδημούσα Σύνοδο τον Ιούνιο του 1850 και στις 29 του μήνα εξέδωσε Πατριαρχικό Συνοδικό Τόμο με τον οποίο αναγνώρισε την ίδρυση της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδας. Το πατριαρχείο αναγνώρισε την ελευθερία και την ανεξαρτησία της ελληνικής Εκκλησίας και διακήρυξε ότι υπέρτατη εκκλησιαστική αρχή θα είναι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος (ΔΙΣ), με πρόεδρο το μητροπολίτη Αθηνών. Η ΔΙΣ θα διοικεί την Εκκλησία κατά τους ιερούς κανόνες, χωρίς να δέχονται εξωτερικές κρατικές παρεμβάσεις. Το πατριαρχείο ακόμα ανέθεσε στη ΔΙΣ τη διοίκηση του κλήρου, των μοναστηριών, την εκλογή των επισκόπων και γενικά οτιδήποτε αφορούσε την εύρυθμη λειτουργία της Εκκλησίας.
Έτσι, με το Συνοδικό Τόμο του 1850, η επικοινωνία ανάμεσα στην Εκκλησία της Ελλάδας και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο αποκαταστάθηκε. Όμως, ο Όθωνας δεν προχώρησε στην αλλαγή του νόμου του 1833 αναφορικά με τη σύσταση της Ιεράς Συνόδου και συνεπώς η Εκκλησία συνέχισε να διοικείται όπως και πριν. Ούτε μετά την έξωση του Όθωνα άλλαξαν τα πράγματα, ενώ οι μεταγενέστερες εξελίξεις (κίνημα στο Γουδί, διχασμός, μικρασιατική καταστροφή) άφησαν τη σκιά τους και στα εκκλησιαστικά πράγματα. Τελικά η λύση δόθηκε το 1923, αμέσως μετά την χειροτονία του Χρυσοστόμου ως αρχιεπισκόπου Αθηνών.
Το Δεκέμβριο του 1923 δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δύο αποφάσεις της επανάστασης Πλαστήρα με τις οποίες: πρώτον, ο νόμος του 1852 που προέβλεπε τη σύσταση της Ιεράς Συνόδου κατέπεσε και στη θέση του θα ίσχυε καινούριος νόμος, βάσει του οποίου η διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδας δινόταν στην Ιερά Σύνοδο και δεύτερον, ότι οι μητροπολίτες που θα κρίνονταν ανεπαρκείς από την Ιερά Σύνοδο θα αποχωρούσαν από τη θέση τους, με απόφαση της ΔΙΣ.
Με το νόμο του Ιανουαρίου 1924 η ΔΙΣ οριζόταν ως η ανώτατη εκκλησιαστική αρχή της χώρας, θα συνερχόταν μια φορά το χρόνο και εκτάκτως όποτε υπήρχε ανάγκη. Εκπρόσωπός της θα ήταν ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Η επιλογή των αρχιερέων βρισκόταν στην αποκλειστική ευχέρεια των ιερωμένων και η εκκλησιαστική δικαιοσύνη απαλλάχθηκε από κάθε κυβερνητική παρεμβολή. Αν και έγιναν απόπειρες να ανατραπούν οι διατάξεις αυτές, εντούτοις στις γενικές γραμμές τους εξακολουθούν να ισχύουν και στη σύγχρονη εποχή, χωρίς να επέλθουν σημαντικές αλλαγές.



Την ίδια περίοδο η διοίκηση των μητροπόλεων των Νέων Χωρών, όπως ονομάστηκαν οι περιοχές της Ελλάδας που εντάχθηκαν στο ελληνικό κράτος μετά τους βαλκανικούς πολέμους (Μακεδονία, Θράκη και νησιά Αιγαίου) παραχωρήθηκε από το οικουμενικό πατριαρχείο στην Εκκλησία της Ελλάδας, αν και πνευματικά ανήκαν στο οικουμενικό πατριαρχείο.

Ουνιταριανοί

Θρησκευτικοί αιρετικοί που εμφανίστηκαν στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης στην κεντρική Ευρώπη, αλλά άκμασαν κυρίως στην Αγγλία, όπου ανέπτυξαν σημαντική δράση.
Το κυριότερο στοιχείο της θεολογίας τους είναι η άρνηση της τριαδικής υπόστασης του Θεού, των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας (Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος). Αντίθετα, οι ουνιταριανοί πιστεύουν ότι ο Θεός, στο πρόσωπο του Πατρός, είναι Ένας και Ενιαίος. Γι’ αυτούς ο Χριστός δεν είναι Θεός αλλά ένα πρόσωπο με τεράστια ηθική υπόσταση και κύρος. Συνεπώς αρνούνται το σωτηριολογικό έργο του Χριστού και κατ’ επέκταση και την θεία υπόσταση του Αγίου Πνεύματος.
Οι ουνιταριανοί χωρίζονται σε βιβλικούς ουνιταριανούς, σε ορθολογιστές ουνιταριανούς και σε ουνιβερσαλιστές ουνιταριανούς. Παλιότεροι και σημαντικότεροι είναι οι πρώτοι, στους οποίους ανήκαν προσωπικότητες όπως ο Ισαάκ Νεύτων και ο Τζον Λοκ. Οι ορθολογιστές επηρεάστηκαν από το γερμανικό ορθολογισμό του 18ου και του 19ου αι. και απορρίπτουν όλα τα υπερφυσικά γεγονότα που περιγράφονται στις Γραφές. Γενικότερα επιχειρούν μια ορθολογική φιλοσοφική προσέγγιση του χριστιανισμού και σημαντικότερος εκπρόσωπός τους ήταν ο Τζέιμς Μαρτινό. Στις ΗΠΑ οι ουνιταριανοί από το 1961 έχουν συνδεθεί επισήμως με τους ουνιβερσαλιστές, μια άλλη αίρεση του χριστιανισμού. Αναφορικά με τους ουνιβερσαλιστές ουνιταριανούς, το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι δεν υπάρχει κάποια επίσημη θεολογική γραμμή ούτε απαιτούνται συγκεκριμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις για να ενταχθεί κάποιος σε αυτούς. Οι περισσότεροι μάλιστα από αυτούς δε θεωρούν καν τους εαυτούς τους χριστιανούς, ακόμα και αν οι πεποιθήσεις τους μοιάζουν πολύ με τις απόψεις των χριστιανών. Στην Ευρώπη οι ουνιταριανοί ανήκουν κυρίως στις δύο πρώτες κατηγορίες.
Οι ουνιταριανοί εντοπίζουν τα πρώτα ίχνη της σκέψης τους στον Άρειο και σε άλλους θεολόγους της πρώτης χριστιανικής περιόδου. Η έκρηξη του προτεσταντισμού και η πολλαπλότητα των θεολογικών απόψεων που συνδέονται με αυτόν υποβοήθησε τις αντιτριαδικές θεωρίες. Αν και υπέστησαν αρκετούς διωγμούς, εντούτοις οι ουνιταριανοί δημιούργησαν εκκλησίες και κοινότητες στην Πολωνία, την Ουγγαρία, την Τρανσιλβανία και πολύ αργότερα στην Αγγλία. Πρώτος θεολόγος που εμπνεύστηκε από τα διδάγματα του ουνιταριανισμού εμφανίζεται ο Μάρτιν Κέλερ, στενός φίλος του Λούθηρου. Στην Αγγλία, στις αρχές της εμφάνισης της αίρεσης, αρκετοί ουνιταριανοί ανέβηκαν στην πυρά ή γλίτωσαν την τελευταία στιγμή, μετανοώντας στα εκκλησιαστικά δικαστήρια. Σημαντικοί εκπρόσωποι του ουνιταριανισμού θεωρούνται ο Τζόζεφ Πρίστλεϊ και ο Θεόφιλος Λίντσεϊ, ο οποίος χρησιμοποίησε το 1733 την ονομασία ουνιταριανός μετά την αποχώρησή του από την αγγλικανική Εκκλησία. Από την Αγγλία η αίρεση διαδόθηκε στην Αμερική με τον Πρίστλεϊ, ο οποίος μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1794 και ίδρυσε τις πρώτες εκκλησίες στη Φιλαδέλφεια και την Πενσιλβάνια. Στις εκκλησίες αυτές προσχώρησαν πολλοί πρεσβυτεριανοί, βαπτιστές και μεθοδιστές.
Στη σύγχρονη εποχή, οι ουνιταριανοί θεωρούνται αιρετικοί από όλες τις επίσημες Εκκλησίες. Ακόμα περισσότερο μάλιστα, οι ορθόδοξοι προτεστάντες θεωρούν ότι το φαινόμενο του ουνιταριανισμού είναι μια απόδειξη του θανάτου της θρησκευτικής συνείδησης στη Δύση. Κατά τον ίδιο τρόπο θεωρούν ότι και οι εκκλησίες των ουνιταριανών είναι νεκρές εκκλησίες, από τη στιγμή που δεν αποδέχονται το θεσμό της ιεροσύνης.

Ουνίτες

Χριστιανοί που ανήκουν στη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, χωρίς όμως να ακολουθούν το καθολικό θρησκευτικό τυπικό αλλά το τυπικό ποικίλων άλλων δογμάτων, όπως της ορθόδοξης, της αρμενικής ή της κοπτικής Εκκλησίας. Οι Εκκλησίες στις οποίες ανήκουν οι ουνίτες αποκαλούνται από το Βατικανό Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες.
Ο θρησκευτικός όρος «ουνία», ο οποίος δε χρησιμοποιείται από το Βατικανό, προέρχεται από την λατινική λέξη unio (=ένωση) και χρησιμοποιήθηκε το 1596, στην εκπολωνισμένη μορφή της unija, από κάποιους Πολωνούς ορθόδοξους που αποφάσισαν να ενταχθούν στην παπική Εκκλησία. Ο όρος επιλέχθηκε για να περιγράψει την ένωση των πιστών αυτών με τη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Το όνομα χρησιμοποιήθηκε για να χαρακτηριστεί η συγκεκριμένη κοινότητα των ορθοδόξων, οι οποίοι συνοδικά αποφάσισαν όχι την ολοκληρωτική προσχώρησή τους στον παπισμό, αλλά μόνο την αναγνώριση του πάπα ως πνευματικής κορυφής τους, διατηρώντας τα λατρευτικά και λοιπά έθιμά τους και δίνοντας έτσι εξωτερικά την εντύπωση της συνέχειας και παραμονής στο εθνικό πλαίσιό τους. Όμως, για τις ορθόδοξες Εκκλησίες, οι ουνίτες είναι σχισματικοί και ως τέτοιοι αντιμετωπίζονται. Μάλιστα, η ύπαρξή τους είναι ένα από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα στις σχέσεις Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας.
Η διατήρηση του ανατολικού ή βυζαντινού τελετουργικού από τους ουνίτες εξηγεί τις ονομασίες βυζαντινόρυθμοι, βυζαντινού ρυθμού, ελληνόρυθμοι, ελληνοκαθολικοί κ.ά., με τα οποία συνήθως χαρακτηρίζονται. Ακριβέστερη όμως φαίνεται η ονομασία Καθολικοί της Ανατολής, διότι οι ουνίτες είναι στην ουσία παπικοί, αφού δέχονται την παπική διδασκαλία με την οποία ο παπισμός διαφοροποιείται ριζικά από την ορθοδοξία. Μόνο εξωτερικά και επιφανειακά, με την περιβολή των κληρικών τους και τα ανατολικά έθιμά τους («ρυθμός»), δίνουν την εντύπωση ότι παραμένουν ορθόδοξοι. Γι' αυτό ονομάζονται επίσης Ενωμένοι Ρωμαιοκαθολικοί και Ενωτικοί (στα λατινικά: Uniti/Ουνίτες).
Οι επίσκοποι των ουνιτών υπάγονται έμμεσα στη δικαιοδοσία του πάπα, μέσω των έξι πατριαρχείων των ουνιτών και των αντίστοιχων πατριαρχών τους. Τα πατριαρχεία αυτά εδρεύουν στις πόλεις: Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Αντελιάς, Βαγδάτη, Βηρυτός, Δαμασκός. Οι αντίστοιχοι πατριάρχες αναγνωρίζουν τα πρωτεία του πάπα. Ακολουθούν το δόγμα των ρωμαιοκαθολικών, αλλά η θεία λειτουργία τους όπως και η ιεραρχία του κλήρου ή η εκλογή των πατριαρχών είναι εντελώς ανεξάρτητες από το ρωμαιοκαθολικισμό (όπως οι πατριάρχες τους ζητούν την κοινωνία από τον πάπα). Επίσης ακολουθούν διαφορετικούς νόμους και κανόνες, όπως και σε αρκετές συνήθειες διαφοροποιούνται από τους αντίστοιχους της καθολικής Εκκλησίας. Για παράδειγμα οι ιερείς μπορούν να νυμφεύονται, κάτι που απαγορεύεται για τους καθολικούς ιερείς.

Για να ρυθμίσει τα ζητήματα τα σχετικά με την εκκλησία αυτή, ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ εξέδωσε το 1991 τον Κανονικό Κώδικα της Ανατολικής Εκκλησίας.
Στη σύγχρονη εποχή υπολογίζεται ότι οι ουνίτες ανέρχονται στο 2% του συνόλου των ρωμαιοκαθολικών και οι σημαντικότερες εκκλησίες τους είναι η Ουκρανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία του Κιέβου, η Ρουμανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία της Τρανσιλβανίας, η Καθολική Εκκλησία των Μαρωνιτών στο Λίβανο και κάποιες άλλες λιγότερο σημαντικές κοινότητες στη Συρία, την Ινδία κ.α.
Η αρχή της δημιουργίας της ουνίας βρίσκεται στη σύνοδο του Λατερανού (1215) και στην απόφαση του Βατικανού να προσελκύσει τους ορθοδόξους στο ρωμαιοκαθολικισμό, εκμεταλλευόμενο τη δεινή θέση στην οποία είχε περιέλθει η Βυζαντινή αυτοκρατορία. Θέλοντας να προσηλυτίσουν τους ορθοδόξους και καλυπτόμενοι πίσω από ένα προσωπείο φιλελευθερισμού και σεβασμού των παραδόσεων των λαών, οι συνοδικοί καρδινάλιοι αποφάσισαν ότι οι χριστιανοί των άλλων δογμάτων (δηλαδή στην ουσία οι ορθόδοξοι, αφού δεν υπήρχε τότε ο προτεσταντισμός) θα μπορούσαν να ακολουθούν το δικό τους λατρευτικό και τελετουργικό τυπικό, να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους και να συνεχίσουν τα λατρευτικά τους έθιμα, αρκεί να μνημονεύουν στις εκκλησιαστικές ακολουθίες το όνομα του πάπα και να απαγγέλλουν το Σύμβολο της Πίστεως ακριβώς όπως και οι καθολικοί.
Η ουνία υπηρέτησε, κάποιες φορές ίσως και ανεπίγνωστα, τους επεκτατικούς και προσηλυτιστικούς σκοπούς του Βατικανού, που στόχο είχαν και έχουν τη σταδιακή αφομοίωση των υπόλοιπων χριστιανικών δογμάτων στην παπική εξουσία. Για πολλούς αιώνες, οι ουνίτες προσηλύτισαν χιλιάδες ορθοδόξους στον καθολικισμό, κυρίως από τις τάξεις του λαού, που δεν μπορούσε να αντιληφθεί την πραγματική ταυτότητα των ουνιτών, που παρουσιάζονταν με τα ίδια ακριβώς ρούχα και ακολουθούσαν το ίδιο ακριβώς εκκλησιαστικό τυπικό των ορθοδόξων. Η ίδια η ουνία, αντί να καταργηθεί από τη Β’ Σύνοδο (1962-1965), όπως αναμενόταν, ενισχύθηκε με νέα διατάγματα που ευνοούν την ίδρυση νέων ουνιτικών εκκλησιών (ακόμη και πατριαρχείων).
Το πρόβλημα οξύνθηκε μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την ίδρυση των νέων κρατών στην ανατολική Ευρώπη. Με την άφθονη χρηματοδότηση του Βατικανού, εμφανίστηκαν χιλιάδες νέοι μοναχοί που έχτισαν μοναστήρια και βοηθούσαν τις φτωχές λαϊκές μάζες, κερδίζοντας σε αντάλλαγμα τον προσηλυτισμό τους. Τον Ιούνιο του 1990, στο Φράισιγκ της Βαυαρίας, η ουνία καταδικάστηκε, στο πλαίσιο της συνόδου μεταξύ των Εκκλησιών, αλλά ο προσηλυτισμός και η δράση των ουνιτών δε σταμάτησε. Παρά τις απειλές του οικουμενικού πατριάρχη Βαρθολομαίου ότι θα σταματήσει το διάλογο μεταξύ των Εκκλησιών αν το Βατικανό δεν πάψει τη δράση του, εντούτοις ο πάπας δε σταμάτησε. Η Εκκλησία της Ελλάδας έχει διατυπώσει σοβαρές επιφυλάξεις για το θέμα της συνέχισης του διαλόγου λόγω του προβλήματος αυτού, ενώ και η Εκκλησία της Ρωσίας, που κινδυνεύει άμεσα λόγω του προσηλυτισμού στο έδαφός της, έχει πάρει δραστικότατα μέτρα. Έτσι, ο πατριάρχης Αλέξιος έχει αρνηθεί στον πάπα να επισκεφτεί τη Ρωσία ακριβώς λόγω του θέματος αυτού.






Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία

Η Εκκλησία που ιστορικά προέκυψε μετά το σχίσμα του 1054 ανάμεσα στις εκκλησίες της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης. Η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία (που ονομάζεται και καθολική ή λατινική ή δυτική ή παπική) έχει έδρα το Βατικανό και ηγέτη τον πάπα.
Η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία θεωρείται «απόγονος» της Εκκλησίας που ίδρυσε ο απόστολος Πέτρος στη Ρώμη. Εκτός από τις συγκρούσεις με την Ανατολική Εκκλησία, που οδήγησαν σε πολλά σχίσματα, με αποκορύφωμα το τελικό σχίσμα του 1054, το Βατικανό συγκρούστηκε επανειλημμένα και με την κοσμική εξουσία. Κατά τον 11ο αι., ο πάπας Γρηγόριος Ζ' στην προσπάθειά του να απαλλάξει την εκκλησία της Ρώμης από τις επεμβάσεις των κοσμικών αρχόντων (καισαροπαπισμός) και κυρίως του αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας, έφτασε στο αντίθετο άκρο θέλοντας να καθυποτάξει την πολιτεία στην Εκκλησία (παποκαισαρισμός).
Η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία από τα μέσα του 15ου αι. δημιούργησε και διατήρησε το παπικό κράτος, που εκτεινόταν στο μεγαλύτερο μέρος της κεντρικής Ιταλίας. Με συνεχείς πολέμους η παπική εξουσία αντιστάθηκε στις παρεμβάσεις ξένων και ισχυρών δυνάμεων, και ο πάπας εκτός από θρησκευτικός ηγέτης ήταν και πολιτικός και αρκετές φορές και στρατιωτικός αρχηγός. Τελικά το παπικό κράτος καταλύθηκε το 1870, όταν η Ρώμη κατελήφθη από τα στρατεύματα του Πεδεμοντίου, που διαμόρφωσαν το σύγχρονο ιταλικό κράτος. Η Ρώμη, μετά από αρκετούς δισταγμούς, έγινε τελικά πρωτεύουσα της Ιταλίας περισσότερο για λόγους ιστορικού κύρους, αλλά ο πάπας διατήρησε την ολοκληρωτική του ανεξαρτησία από την Ιταλία. Το Βατικανό συνέχισε να είναι ένα ανεξάρτητο κρατίδιο στο έδαφος της Ρώμης και οι σχέσεις ανάμεσα στην Ιταλία και το Βατικανό διαμορφώθηκαν με αρκετές συμφωνίες ανάμεσα στις δύο οντότητες.
Το 1929, με συμφωνία (κονκορδάτο) του ιταλικού κράτους και της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αναγνωρίστηκε το κράτος του Βατικανού, ενώ οι τελικές σχέσεις διαμορφώθηκαν με το κονκορδάτο που υπέγραψαν το 1985 ο Μπετίνο Κράξι, πρωθυπουργός της Ιταλίας, με τον πάπα Ιωάννη Παύλο Β’.
Η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είναι η πολυπληθέστερη Εκκλησία στους κόλπους του χριστιανισμού (ο συνολικός αριθμός των πιστών της ανέρχεται στο 1 δισεκατομμύριο περίπου) και η παρουσία της διαπιστώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Η δυτική Ευρώπη, τμήμα του σλαβικού κόσμου (Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία) και η Ιρλανδία ακολουθούν το ρωμαιοκαθολικισμό, όπως επίσης ολόκληρη σχεδόν η Λατινική Αμερική και το Μεξικό. Σημαντικές ρωμαιοκαθολικές κοινότητες υπάρχουν στις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Αυστραλία (κυρίως απόγονοι μεταναστών), ενώ και στην Αφρική η ιεραποστολική δράση των ρωμαιοκαθολικών είναι ιδιαίτερα έντονη. Στην Ασία συμβαίνει ό,τι και στην Αφρική, ενώ υπάρχουν και λίγα κράτη με συμπαγή ρωμαιοκαθολικό πληθυσμό, όπως οι Φιλιππίνες.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ρωμαιοκαθολικισμού είναι το διοικητικό του σύστημα. Ο ρωμαιοκαθολικισμός αγνοεί το συνοδικό σύστημα, που αποτελεί την πεμπτουσία της ορθοδοξίας και αντίθετα ακολουθεί ένα προσωποπαγές μοντέλο διοίκησης, σε σχήμα πυραμίδας με κορυφή τον πάπα. Μετά τον επικεφαλής πάπα, ακολουθούν οι επίσκοποι (κάποιοι εκ των οποίων εκλέγονται στη θέση των καρδινάλιων που έχουν εξειδικευμένα καθήκοντα), και κατόπιν οι ιερείς.

Υπάρχουν πολυάριθμα μοναστικά τάγματα (αντρικά και γυναικεία), σημαντικές θεολογικές σχολές, πολλές ιεραποστολές, εκδοτικοί οίκοι, αλλά και εφημερίδες (το Βατικανό εκδίδει και ημερήσια εφημερίδα, τον «Οσερβατόρε Ρομάνο», που απηχεί τις επίσημες θέσεις του) και φυλλάδια. Η κυριότερη διοικητική μονάδα είναι η επισκοπή, με αρχηγό της τον αντίστοιχο επίσκοπο. Σε γενικές γραμμές η εξουσία των επισκόπων στις μητροπόλεις τους είναι οι ίδιες με εκείνες που κατέχουν οι ορθόδοξοι επίσκοποι. Ο κλήρος υποδιαιρείται στους ιερείς, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των μοναστικών ταγμάτων ή των αδελφοτήτων στις οποίες ανήκουν, και στους κοσμικούς ιερείς. Οι τελευταίοι δεν ανήκουν σε κάποια χριστιανική αδελφότητα ή σε κάποιο μοναστικό τάγμα, υπάγονται στην απευθείας δικαιοδοσία των επισκόπων και υπηρετούν στις ενοριακές εκκλησίες. Αντίθετα, οι ιερείς που ανήκουν σε κάποια χριστιανική αδελφότητα ή σε κάποιο μοναστικό τάγμα, πρέπει να υπακούουν στους επισκόπους της εκκλησίας στην οποία λειτουργούν, αλλά παράλληλα χαίρουν σημαντικής αυτονομίας στην υπόλοιπη δραστηριότητά τους. Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του κλήρου, που είναι κοινό για όλες τις βαθμίδες του, είναι η αγαμία του κλήρου.
Τα διοικητικά σώματα που παίρνουν σημαντικές αποφάσεις είναι η Οικουμενική Σύνοδος, η Σύνοδος των Επισκόπων και βέβαια το μεγαλύτερο όλων, το Ιερό Συμβούλιο των Καρδιναλίων. Το πρώτο σώμα έχει το μεγαλύτερο κύρος και μακρόχρονη ιστορία (βλ. και λ. Οικουμενική Σύνοδος). Το δεύτερο σώμα είναι πολύ πιο πρόσφατο, το δημιούργησε το 1965 ο πάπας Παύλος Στ’ και η πρώτη σύνοδός του συγκαλέστηκε το 1967. Στο πρώτο συμμετέχουν επίσκοποι απ’ όλο τον κόσμο και στο δεύτερο προσκαλούνται επίσκοποι και άλλοι κληρικοί με απόφαση του πάπα.
Στο Ιερό Συμβούλιο των Καρδιναλίων συμμετέχουν οι καρδινάλιοι, δηλαδή οι επίσκοποι εκείνοι που επέλεξε ο πάπας και οι οποίοι είναι οι σημαντικότεροι αξιωματούχοι του ρωμαιοκαθολικισμού μετά τον πάπα.
Μετά το θάνατο του πάπα, οι καρδινάλιοι συνέρχονται σε κονκλάβιο για να επιλέξουν το διάδοχό του με απόλυτη μυστικότητα. Η διαδικασία επιλογής είναι πολλές φορές μακροχρόνια και το αποτέλεσμα ανακοινώνεται με το κάψιμο των ψήφων και την ανάδυση άσπρου καπνού από την καμινάδα της Καπέλα Σιξτίνα, όπου συνεδριάζει το κονκλάβιο. Το 2005, μετά το θάνατο του πάπα Ιωάννη Παύλου Β’, καθιερώθηκε να χτυπούν και οι καμπάνες που ανήγγειλαν την εκλογή του νέου πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ’ (Γιόζεφ Ράτσιγκερ).
Οι καρδινάλιοι στην πλειοψηφία τους υπηρετούν ως επίσκοποι σε κάποια μητρόπολη, αλλά αποτελούν και το σώμα των αξιωματούχων που διοικούν τη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και διαχειρίζονται τις υποθέσεις του Βατικανού. Η γραφειοκρατία που διαχειρίζεται τις κρατικές υποθέσεις είναι η Κουρία, η οποία εδρεύει στο Βατικανό και επικεφαλής της οποίας είναι ο γραμματέας, στον οποίο αναφέρονται όλοι οι αξιωματούχοι. Οι αξιωματούχοι αυτοί απαρτίζουν τις διάφορες υπηρεσίες και γραφεία, τα δικαστήρια, τις τράπεζες
Οι μεγαλύτερες και πλέον σημαντικές αποφάσεις αποφασίζονται στις συνελεύσεις αυτών των σωμάτων. Για παράδειγμα, στην Α' Σύνοδο του Βατικανού (1870) αποφασίστηκε η ανακήρυξη του δόγματος για το πρωτείο και το αλάθητο του πάπα. Ο πάπας, κατά την απόφαση της Συνόδου, όταν μιλά από την έδρα του και αναφέρεται σε δογματικά θέματα (δηλαδή σε θέματα πίστης), δεν μπορεί να κάνει λάθος γιατί μέσω αυτού διαχέεται και μιλά η Θεία Χάρις, συνεπώς ο αντιπρόσωπός της στη Γη δεν μπορεί παρά να είναι αλάθητος. Σημαντικός σταθμός στην ιστορία του ρωμαιοκαθολικισμού υπήρξε η Β' Σύνοδος του Βατικανού (11/10/1962-8/12/1965), που ασχολήθηκε με σημαντικά σύγχρονα προβλήματα και πήρε θέση στο αν θα πρέπει να εξακολουθήσει η χρήση της λατινικής γλώσσας ή όχι, ποια πρέπει να είναι η στάση της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας απέναντι στους άθεους κ.ά. Στην ίδια Σύνοδο αποφασίστηκε το εύρος των καθηκόντων των κοσμικών ιερέων· από τότε οι κοσμικοί ιερείς έχουν μεγαλύτερο ρόλο στην κατήχηση, ενώ και ο συμβουλευτικός τους ρόλος σε επισκόπους και ιερείς αυξήθηκε κατά πολύ. Πάντως, σύμφωνα με την κατήχηση των ρωμαιοκαθολικών, η γνώμη του πάπα υπερτερεί, έστω και αν η πλειοψηφία των άλλων επισκόπων διαφωνεί.
Το κράτος του Βατικανού διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με όλα σχεδόν τα κράτη του κόσμου και ο πρεσβευτής του (που συνήθως είναι καρδινάλιος) ονομάζεται νούντσιος. Γνωστή είναι και η Τράπεζα του Βατικανού, που διαχειρίζεται την οικονομία του, και ονομάζεται «Τράπεζα του Αγίου Πνεύματος». Τέλος, σε αρκετά κράτη στα οποία οι ρωμαιοκαθολικοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού ή ισχυρότατη μειοψηφία υπάρχουν πολιτικά κόμματα, τα οποία είναι επηρεασμένα από τις ρωμαιοκαθολικές αντιλήψεις. Τα κόμματα αυτά έχουν συνήθως στην ονομασία τους τη λέξη χριστιανοδημοκρατικό, -ή, αλλά και άλλες λέξεις όπως χριστιανοκοινωνικό κ.ά.

Σιντοϊσμός

Η εθνική θρησκεία των Ιαπώνων, που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στο έδαφος της χώρας τους, σε αντίθεση με το βουδισμό που εισήλθε στην Ιαπωνία από την Κίνα, τον 6ο αι. μ.Χ. Προέρχεται από τη λέξη σίντο που σημαίνει «οδός των Θεών».
Τα πλέον σημαντικά κείμενα του σιντοϊσμού είναι το Κοζίκι (Καταγραφή Αρχαίων Πραγμάτων) και το Νιχόγκι (Χρονικά της Ιαπωνίας), η σύνταξη των οποίων ολοκληρώθηκε τα έτη 712 και 720 αντίστοιχα. Τα βιβλία αυτά δεν είναι ιερά κείμενα, με την έννοια που έχουν η Βίβλος ή το Κοράνι για χριστιανούς και μουσουλμάνους αντίστοιχα.
Περισσότερο από ιερά βιβλία είναι η μυθολογία και η ιστορία του ιαπωνικού λαού. Στα κείμενα αυτά βρίσκονται όλα τα στοιχεία που σχετίζονται με τη λατρεία των κάμι (θεών και πνευμάτων), καθώς επίσης και με την καταγωγή και τη θέση του Ιάπωνα αυτοκράτορα στη θρησκεία. Η θρησκεία σίντο ανάγεται στα παλιότερα χρόνια της Ιαπωνίας και στην ιστορική της πορεία προστατεύτηκε από την άρχουσα τάξη. Η διατήρησή της οφείλεται στη συγκέντρωση και καταγραφή όλων των στοιχείων της στα σημαντικότερα κείμενά της. Οι πρώτες θρησκευτικές πεποιθήσεις των Ιαπώνων σχετίζονταν με τη φύση που λατρεύεται, αφού οτιδήποτε υπάρχει στον κόσμο θεωρείται έδρα προσωπικής και λογικής ζωής. Ο ήλιος, ως θεός του ουρανού, και η φωτιά, ως κύρια θεότητα της γης, ήταν τα σημαντικότερα αντικείμενα της ιαπωνικής λατρείας. Από την ανιμιστική αυτή λατρεία προήλθε φυσιολογικά ο σιντοϊσμός, θρησκεία που το πάνθεόν της περιλαμβάνει 8 εκατομμύρια θεότητες. Υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες μύθοι που αναφέρονται στη ζωή αυτών των θεοτήτων και μιλούν για επεμβάσεις των θεών στη ζωή των ανθρώπων αλλά και αντιζηλίες ανάμεσα στους θεούς και διχόνοιες μεταξύ τους, τις οποίες πληρώνουν συνήθως οι θνητοί. Αυτοί οι ιαπωνικοί μύθοι θυμίζουν ανάλογους ελληνικούς μύθους, όπως του Ορφέα, της Ευρυδίκης, του Ιάσoνα. Συχνά, θνητοί μεταμορφώνονται σε θεούς και συνήθως οι θεοί είναι ανθρωπόμορφοι. Στο πλαίσιο της θρησκείας γίνεται λόγος για μετά θάνατο ζωή, αν και ο θάνατος θεωρείται συμφορά, όπως βέβαια σε κάθε λαό και σε κάθε αρχαία θρησκεία.
Στο σιντοϊσμό οι πρόγονοι λατρεύονται σαν να είναι θεότητες και κατά κάποιο τρόπο η θρησκεία αυτή είναι ένα είδος προγονολατρείας. Η λατρεία των προγόνων εξηγείται με την πίστη στη μετά θάνατο διατήρηση της ψυχής, που μεταμορφώνεται σε κάμι και εξυψώνεται σε θεία κατάσταση. Η λατρεία των προγόνων και με την ευρύτερη έννοια η λατρεία των πνευμάτων εξηγείται με το γεγονός αυτό. Οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σε κάμι μόλις πεθάνουν, ανεξάρτητα με τις πράξεις τους πάνω στη Γη. Πνεύματα επίσης μπορεί να βρίσκονται σε κάθε τόπο, σε ποταμούς, βουνά και θάλασσες. Αυτή η σχέση διέπει ολόκληρο το σιντοϊσμό και οφείλεται στην ανιμιστική λατρεία της φύσης των αρχαίων Ιαπώνων. Ο σιντοϊσμός στηρίζεται στις αρχαίες θρησκείες και δοξασίες της Ιαπωνίας και εξηγεί ορθολογικά πράγματα που εκ πρώτης όψεως φαίνονται αφελή ή παράλογα. Στην ιστορική του πορεία ήρθε σε επαφή με το βουδισμό, όταν η θρησκεία του Βούδα εισήλθε στην Ιαπωνία από τη θάλασσα και προσηλύτισε τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις της Ιαπωνίας. Οι δύο θρησκείες δεν έμειναν ξένες μεταξύ τους και η αλληλεπίδρασή τους δημιούργησε νέες εκφράσεις και ιδέες. Έτσι τα κάμι θεωρήθηκαν υπερφυσικά πνεύματα που ήταν εγκλωβισμένα στον κύκλο της γέννησης και του θανάτου, όπως όλα τα υπόλοιπα όντα. Όμως τα κάμι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διάδοση του βουδισμού και στην άνθισή του σε ιαπωνικό έδαφος. Υπήρξαν βουδιστές μοναχοί που ερμήνευσαν τα κάμι ως μετενσαρκώσεις του ίδιου του Βούδα, όπως η Αματεράσου, που ταυτίστηκε με τον Νταϊνίτσι Νιοράι, μια εκδήλωση του Βούδα που σημαίνει «μεγάλος Βούδας του Ήλιου». Σε κάθε περίπτωση το «θεολογικό» υπόστρωμα του σιντοϊσμού ήρθε σε αλληλεπίδραση με το βουδισμό και όσοι ασχολήθηκαν με το σιντοϊσμό και θέλησαν να ανακαλύψουν την καθαρή ουσία της, συνάντησαν πολλά και σημαντικά προβλήματα. Έτσι ο Μοτοόρι Νορινάγκα, που θέλησε να διαχωρίσει το σιντοϊσμό από τις ξένες επιρροές, αναγκάστηκε να παραδεχτεί την αποτυχία του, πολύ περισσότερο μάλιστα που η ίδια η ιαπωνική μυθολογία βρίθει από κινεζικές επιρροές. Όμως η προσπάθειά του δεν ήταν μάταιη, αφού με την έλευση της περιόδου Μέιτζι ο σιντοϊσμός αναγορεύτηκε επίσημη κρατική θρησκεία.
Στο σιντοϊσμό η καθαρή έννοια του μεταφυσικού και υπερβατικού Θεού δεν υφίσταται. Τα κάμι είναι πιο κοντά στην ανθρώπινη φύση από ό,τι οι θεότητες των άλλων θρησκειών. Ζουν στον κόσμο μας, κάνουν τα ίδια λάθη με τους ανθρώπους, αισθάνονται και σκέπτονται όπως οι άνθρωποι. Η λατρεία της φύσης που οι Ιάπωνες ακολουθούν από την αρχή της ύπαρξής τους αποδεικνύεται από τη θέση του Ουρανού και της Γης ως η αρχή κάθε πράγματος. Αλλά και ο ήλιος αντιπροσωπεύει μια βασικότατη θεότητα. Ο όρος κάμι, στον οποίο συγκαταλέγονται 8 εκατομμύρια πνεύματα που λατρεύονται από τους Ιάπωνες ως θεία όντα, υποδεικνύει τόσο τις μεγάλες και σημαντικές θεότητες, όπως ο Ουρανός και Γη, όσο και τα πνεύματα ιερών τόπων, αλλά και μυστηριώδη πρόσωπα ή πράγματα (όπως κεραυνούς, δράκοντες, ήχους κ.ά.).
Γύρω στα τέλη του 10ου αι., εποχή μεγάλης αντιπαράθεσης με το βουδισμό, οι Ιάπωνες δέχονταν ότι στο πάνθεο της θρησκείας τους υπήρχαν περισσότερες από 3.200 θεότητες, με πρώτη στη σειρά τη θεά Αματεράσου (ηλιακή θεότητα), από την οποία, σύμφωνα με την παράδοση, κατάγεται η αυτοκρατορική οικογένεια. Ο σιντοϊσμός είναι μια θρησκεία χαρακτηριστική της Ιαπωνίας και δύσκολα διαδίδεται έξω από τα σύνορα της χώρα αυτής. Σε αυτό συντείνει το γεγονός πως έχει ενσωματώσει την αυτοκρατορική οικογένεια και είναι αλληλένδετη μαζί της. Για το σιντοϊσμό ο Ιάπωνας αυτοκράτορας είναι θεάνθρωπος και όλες οι μεγάλες θεότητες της θρησκείας αυτής είναι θεοποιημένα ανθρώπινα πνεύματα. Διαφέρει από τις υπόλοιπες θρησκείες αφού δε διαχωρίζει τη θρησκεία με τη μυθολογία, ενώ αναφορικά με τη μετά θάνατο ζωή πιστεύει μόνο στην ύπαρξη πνευμάτων και δεν παραδέχεται ούτε παράδεισο ούτε κόλαση. Ο σιντοϊσμός ως κύριο έργο του δεν έχει την προετοιμασία του ανθρώπου για τη μεταθανάτια ζωή, αλλά αντίθετα προωθεί πρακτικές για να προσαρμόσει θετικά τον άνθρωπο στα εγκόσμια πράγματα. Η ευημερία του αυτοκρατορικού θρόνου και των υπηκόων του ήταν πρωταρχικός στόχος της θρησκείας. Δεν υπάρχουν δόγματα, ιεροί τόποι και κείμενα, δεν υπάρχουν λειτουργίες για να επικοινωνήσει ο πιστός με το θείο, αλλά μόνο μια σειρά τελετουργίες και πρακτικές για να προσεγγίσει ο άνθρωπος καλύτερα τα κάμι. Γι’ αυτό οι θρησκειολόγοι θεωρούν το σιντοϊσμό μια «πρακτικά άθρησκη θρησκεία» και τίποτα περισσότερο από μια εθνική, ηθική και πολιτική τελετουργία.
Το παράδοξο με το σιντοϊσμό είναι ότι, ενώ αριθμεί περισσότερους από 60 εκατομμύρια πιστούς, ο μεγαλύτερος αριθμός των τελευταίων ακολουθεί και το βουδισμό και είναι παράλληλα σιντοϊστές και βουδιστές. Αυτό σημαίνει ότι για κάποιο λόγο ο σιντοϊσμός εξακολουθεί να επηρεάζει την ζωή των άλλων θρησκειών στην Ιαπωνία. Στη σύγχρονη εποχή πάντως ο σιντοϊσμός έχει χάσει μεγάλο μέρος της αίγλης του, γεγονός που οφείλεται στην κατάρρευση του αυτοκρατορικού θεσμού, αποτέλεσμα της ήττας της Ιαπωνίας στον β’ παγκόσμιο πόλεμο και του καθεστώτος ομηρίας στο οποίο βρέθηκε ο Χιροχίτο, αυτοκράτορας της χώρας, μέχρι οι Αμερικανοί να αποφασίσουν για τη μοίρα του. Ο ίδιος ο Χιροχίτο αναγκάστηκε να παραδεχτεί στους υπηκόους του ότι δεν ήταν πια «θεάνθρωπος» (1946). Ο σιντοϊσμός έπαψε να είναι εθνική θρησκεία και σημαντικές διδαχές και τελετουργίες δεν ακολουθούνται πια, αν και η θέση του στη ζωή των Ιαπώνων εξακολουθεί να είναι κεντρική.

Σιίτες

Οπαδοί ενός σημαντικού μουσουλμανικού δόγματος, που περιλαμβάνει διαφορετικές ομάδες και σχολές σκέψης. Το όνομα του δόγματος προέρχεται από την αραβική φράση «σιάτ Αλί» που σημαίνει υποστηρικτές του Αλί, του 4ου χαλίφη, γαμπρού και εξαδέλφου του προφήτη Μωάμεθ. Οι σιίτες διαφοροποιούνται από τους σουνίτες, που αποτελούν την πλειοψηφία στο εσωτερικό του ισλαμισμού. Υποστηρίζουν το εκ Θεού δικαίωμα του Αλί στη διαδοχή του και αποκαλούν σφετεριστές τους τρεις πρώτους χαλίφηδες-διαδόχους του Μωάμεθ. Οι σιίτες καταριούνται το όνομα των «σφετεριστών», ακόμα και τη μνήμη τους, ενώ το ίδιο πράττουν και με τους τάφους τους.
Οι σιίτες είναι μειοψηφία στο σύνολο των μουσουλμάνων πιστών και το ποσοστό τους υπολογίζεται σε 10-20%. Στο Ιράν αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία (90%) και μάλιστα έχουν επιβάλει θεοκρατικό καθεστώς, στο Μπαχρέιν ανέρχονται στο 80%, ενώ και στο γειτονικό Ιράκ οι σιίτες αποτελούν το 70% του συνόλου των μουσουλμάνων. Μεγάλες κοινότητες σιιτών ζουν στο Πακιστάν, στην Ινδία, στην ανατολική Σαουδική Αραβία, στο Ομάν, στο Λίβανο. Στα υπόλοιπα μουσουλμανικά κράτη οι κοινότητες των σιιτών είναι ολιγάριθμες. Οι ιεροί τόποι των σιιτών συνδέονται με καθοριστικά σημεία της ιστορίας τους. Η πόλη Μαζάρ ε-Σαρίφ, στο βόρειο Αφγανιστάν, είναι μια ιερή πόλη τους, αφού στο τζαμί του 15ου αιώνα πιστεύεται ότι έχει ταφεί ο Αλί, ο σημαντικότερος άγιος των σιιτών. Η Καρμπάλα και η Νατζάφ είναι δύο ιερές πόλεις που βρίσκονται στο κεντρικό Ιράκ και συνδέονται με το μαρτύριο του Χουσεΐν, γιου του Αλί. Το μαρτύριο του Χουσεΐν, γιου του Αλί, και της Φατίμα, κόρης του Προφήτη, κατέχει κεντρική θέση στη σιιτική θεολογία.
Ο Χουσεΐν έχει αναχθεί σε σύμβολο ελευθερίας για τους σιίτες και η μνήμη του εορτάζεται κάθε χρόνο, τον πρώτο μήνα του μουσουλμανικού χρόνου, στην ιερή πόλη Καρμπάλα.
Οι σιίτες είναι μια ενότητα που υποδιαιρείται σε αρκετές ομάδες (κάποιοι τις υπολογίζουν σε 32). Από αυτές η σημαντικότερη ομάδα είναι οι ιμαμί (ή «12 ιμάμηδες») και ακολουθούν οι ισμαηλίτες και οι ζαϊντί. Οι ιμαμί οφείλουν το όνομά τους στην πίστη τους στους 12 ιμάμηδες διαδόχους του Μωάμεθ, οι οποίοι είναι και οι μοναδικοί ιμάμηδες του ισλαμισμού. Οι σιίτες αυτοί πιστεύουν ότι ο 12ος ιμάμης εξακολουθεί να είναι ζωντανός, παρά το γεγονός ότι «εξαφανίστηκε» το 874. Σε αυτό το ρεύμα των σιιτών ανήκε και ο ηγέτης των Ιρανών Χομεϊνί, που αρκετοί σιίτες πιστεύουν ότι ήταν ο δωδέκατος ιμάμης, όπως και όλοι οι Ιρανοί. Η παρουσία τους είναι αξιόλογη στο Λίβανο, στην Ινδία και το Πακιστάν, αλλά και στο Ιράκ. Οι ισμαηλίτες κατείχαν σημαντική εξουσία το μεσαίωνα και πιστεύουν σε 7 ιμάμηδες, ο τελευταίος των οποίων «εξαφανίστηκε» τον 8ο αιώνα. Μοιάζουν με τους ιμαμί στο γεγονός της «εξαφάνισης» του ιμάμη, αλλά διαφέρουν γιατί πιστεύουν ότι ο έβδομος ιμάμης επανεμφανίστηκε δύο αιώνες αργότερα, αν και δε συμφωνούν μεταξύ τους στον τόπο της εμφάνισης. Κάποιοι ισμαηλίτες θεωρούν ότι εμφανίστηκε στην Αίγυπτο με τη δυναστεία των Φατιμιδών, ενώ οι Καραμίτα, που ίδρυσαν ένα βασίλειο στο Ομάν και το Μπαχρέιν, θεωρούν ότι εμφανίστηκε εκεί.
Στους ισμαηλίτες σιίτες ανήκαν και οι Ασσασίνοι, που ίδρυσαν ένα βασίλειο στα βουνά της Συρίας και του Ιράν, και κατάγονταν από τους Φατιμίδες της Αιγύπτου. Οι Ασσασίνοι έγιναν διαβόητοι στο μεσαίωνα λόγω των πολιτικών δολοφονιών που έφερναν εις πέρας και το όνομα έγινε συνώνυμο του δολοφόνου σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.
Οι ιμάμηδες των Ασσασίνων –της οικογένειας Νιζαρί– θεωρούνται οι πρόγονοι του Αγά Χαν, επίσημου τίτλου του ιμάμη των χότζα, της μεγαλύτερης ομάδας στην κοινότητα των ισμαηλιτών. Άλλη ομάδα που προέρχεται από τους Φατιμίδες είναι οι ταγιμπί, που ίδρυσαν ένα βασίλειο στην Υεμένη, καθώς επίσης και οι Δρούζοι του Λιβάνου, που σήμερα κάποιοι δε θεωρούν ούτε καν μουσουλμάνους.
Η κοινότητα των ζαϊντί οφείλει το όνομά της στον Ζαΐντ ιμπν Αλί και διαφέρει από τους υπόλοιπους σιίτες γιατί θεωρεί ότι οι ιμάμηδες είναι φυσιολογικοί άνθρωποι και όχι θεάνθρωποι όπως θεωρούνται από τους άλλους σιίτες. Οι ζαϊντί μοιάζουν με τους σουνίτες, με τη διαφορά ότι θεωρούν πως ο ιμάμης πρέπει να κατάγεται από τον Αλί. Οι ζαϊντί ίδρυσαν το χαλιφάτο τους στην Υεμένη και το διατήρησαν μέχρι το 1963. Η ιστορία του υπερβαίνει τη χιλιετία και με τη σειρά τους, όπως και οι ισμαηλίτες, διαχωρίζονται σε μια σειρά από δόγματα και αιρέσεις, που οφείλονται σε θρησκευτικούς, αλλά και πολιτικούς λόγους.
Η σημαντικότερη διαφορά με τους σουνίτες αφορά τη διαδοχή του Προφήτη, αλλά υπάρχουν και κάποιες άλλες ήσσονος σημασίας. Έτσι οι σιίτες αποδέχονται τα γαμήλια συμβόλαια ορισμένου χρόνου που συνάπτονται με την προσφορά χρημάτων, περιλαμβάνουν τους πυρολάτρες του Ζαρατούστρα στους λαούς της Βίβλου, ενώ υποστηρίζουν την προσχώρηση σε άλλη θρησκεία ώστε να γλιτώσουν από ενδεχόμενο διωγμό ή θάνατο, κάτι που οι σουνίτες θεωρούν αποστασία. Επίσης υπάρχουν και μικρές διαφορές μεταξύ τους στο τελετουργικό, στην υμνολογία και στην τήρηση κάποιων εορτών.
Οι διαφωνίες σιιτών και σουνιτών σχετικά με τη διαδοχή του Προφήτη προέκυψε γιατί οι σιίτες υποστηρίζουν ότι στο αξίωμα του ιμάμη, που είναι ανώτερο ακόμα και από εκείνο του Προφήτη, μπορεί να εκλεγεί κάποιος μόνο από το Θεό και όχι από ανθρώπους. Συνεπώς οι τρεις προγενέστεροι του Αλί ιμάμηδες θεωρούνται σφετεριστές, γιατί ανέλαβαν το αξίωμα μόνοι τους, ενώ ο Αλί προσκλήθηκε σε αυτό με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο Γκαντίρ Εχούμ. Οι σφετεριστές παρέβησαν τη διαταγή του Θεού και τη θέληση του Μωάμεθ, σύμφωνα με τους σιίτες και για το λόγο αυτό είναι «καταραμένοι».
Μετά το θάνατο του Αλί (661) οι αρχηγοί της κοινότητας των σιιτών παραχώρησαν το δικαίωμα της διαδοχής στο αξίωμα του χαλίφη στους γιούς του. Όμως οι απόγονοι του Αλί διαφώνησαν μεταξύ τους και οι σιίτες χωρίστηκαν σε διάφορες παρατάξεις. Στην περίοδο αυτή οι σιίτες δεν έχουν αναπτύξει διαφορετικές θεολογικές απόψεις από τους υπόλοιπους μουσουλμάνους. Αυτές δημιουργήθηκαν αργότερα και συμπυκνώνονται στα εξής σημεία: ο Αλί είναι ο εκλεκτός του Θεού για το αξίωμα του ιμάμη και όλοι οι ιμάμηδες πρέπει να κατάγονται από τον οίκο του Αλί, ότι ο Αλί και οι ιμάμηδες που κατάγονται από αυτόν έχουν υπερφυσικές ικανότητες που υπάρχουν μόνο στους Προφήτες και ότι η επιβίωση του σύμπαντος εξαρτάται από την ύπαρξη ενός ζωντανού ιμάμη. Εκτός από τους σιίτες που ανήκουν στο ρεύμα των ζαϊντί, όλοι οι υπόλοιποι σιίτες πιστεύουν ότι ο ιμάμης κατέχει θαυματουργές ικανότητες και κατά κάποιο τρόπο είναι υπεράνθρωπος. Οι Δρούζοι, μια ακραία έκφραση των σιιτών που ζουν κυρίως στο Λίβανο, πιστεύουν ότι ο ιμάμης είναι ανθρώπινη ενσάρκωση του ίδιου του Θεού περνώντας τα όρια του ίδιου του ισλαμισμού. Οι σουνίτες απορρίπτουν κατηγορηματικά τις θεωρίες των σιιτών και πιστεύουν ότι οι ιμάμηδες είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, που έχουν απλώς εμβαθύνει στη θρησκευτική γνώση και διακρίνονται για τη μεγάλη ευλάβεια.
Η θεολογία των σιιτών διχοτομείται σε δύο ρεύματα, τους παραδοσιακούς και τους ορθολογιστές. Οι τελευταίοι προωθούν την άποψη ότι κάθε σιίτης πρέπει να είναι ένας μάρτζα ή να ακολουθεί στη ζωή του κάποιο μάρτζα. Οι μάρτζα αποτελούν την υψηλότερη θρησκευτική και νομοθετική εξουσία των σιιτών και το κύρος τους είναι αδιαμφισβήτητο, αφού καθοδηγούν την κοινότητα των πιστών. Τέτοιοι μάρτζα είναι ο ανώτερος πνευματικός ηγέτης του Ιράν Χαμενεΐ και άλλοι σημαντικοί αγιατολάχ. Αντίθετα, η σχολή των συντηρητικών ή παραδοσιακών αρνείται την ύπαρξη μάρτζα και ως τέτοιους αναγνωρίζουν μόνο τον Προφήτη και τους 12 ιμάμηδες.

Σουνίτες

Οπαδοί μουσουλμανικού δόγματος που αποτελούν την πλειοψηφία του μουσουλμανικού κόσμου. Οι ίδιοι θεωρούν τους εαυτούς τους φύλακες της μουσουλμανικής ορθοδοξίας γιατί παρέμειναν πιστοί στην παράδοση του Προφήτη. Και τούτο γιατί οι σουνίτες, ως πηγή του δόγματός τους, αποδέχονται εκτός από το Κοράνι και την ιερή παράδοση, δηλαδή τη σούνα (που σημαίνει το σύνολο των διδαχών και του τρόπου ζωής του προφήτη Μωάμεθ που αποτελούν πυξίδα για τους πιστούς). Το άλλο σημαντικό δόγμα του ισλαμισμού είναι οι σιίτες, που οι σουνίτες αντιμετωπίζουν ως αιρετικούς. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στα δύο δόγματα είναι εντονότατη.


Η σούνα περιέχεται σε 6 ιερά βιβλία, που ονομάζονται χαντίθ, καθένα από τα οποία συγκεντρώνει όλες τις απαραίτητες οδηγίες για την καθημερινή ζωή των πιστών, μέσα από τα λόγια και τη στάση του Προφήτη. Μέσα στα βιβλία αυτά ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν την ενδυμασία, την τροφή και το ποτό και γενικά καθετί που συνδέεται με τον επίγειο βίο του πιστού. Ένας σοφός νομομαθής, ο Μαλίκ, που έζησε στο περιβάλλον του Προφήτη, συγκέντρωσε όλες τις σχετικές παραδόσεις και κατάρτισε το πρώτο πλήρες σώμα (Μαντχαμπίτ), που ήταν βασισμένο στα διδάγματα του Μωάμεθ. Εκτός του Μαλίκ, άλλοι τρεις σοφοί νομομαθείς έπραξαν το ίδιο, δημιουργώντας τις τέσσερις σχολές, οι οποίες αναγνωρίζονται μεταξύ τους. Πάνω στις σχολές αυτές και στην ερμηνεία που δίνουν στο Κοράνι και στα κείμενα των Χαντίθ βασίζεται η απόδοση της δικαιοσύνης στους μουσουλμάνους, που στο Δυτικό κόσμο είναι γνωστή ως σαρία.
Οι σουνίτες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία (83%) του μουσουλμανικού πληθυσμού σε παγκόσμια κλίμακα και αποτελούν επίσης την πλειοψηφία σε όλα τα ισλαμικά κράτη, εκτός από το Ιράν (όπου αποτελούν το 10% του πληθυσμού), το Ιράκ (25%) και το Μπαχρέιν (30%). Στη σύγχρονη εποχή υπολογίζονται σε 680 εκατομμύρια περίπου.
Η ύπαρξη των σουνιτών οφείλεται στις διχογνωμίες των μουσουλμάνων αμέσως μετά το θάνατο του προφήτη Μωάμεθ σχετικά με το περιεχόμενο που έχει το αξίωμα του ιμάμη (του θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτη των μουσουλμάνων) και σε τελευταία ανάλυση σχετικά με το ποιος έπρεπε να βρίσκεται στην εξουσία. Οι σουνίτες θεωρούν ότι η κοινότητα των πιστών μουσουλμάνων αποτελεί τη μοναδική θρησκευτική αυθεντία της θρησκείας και δεν αναγνωρίζουν την παραμικρή θεία αποστολή στον γαμπρό του Προφήτη Αλί και στους ιμάμηδες-διαδόχους του, σε αντίθεση με τους σιίτες. Συνεπώς οι σουνίτες αναγνωρίζουν ως διαδόχους του Μωάμεθ τους τρεις πρώτους χαλίφες-ιμάμηδες, οι οποίοι εκλέχτηκαν από την κοινότητα των πιστών και το αξίωμα των οποίων δεν έχει καμιά θεία διάσταση. Αυτές οι διχογνωμίες καλλιεργήθηκαν περαιτέρω από τους ηγέτες των δογμάτων, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν θεωρητικά υπόβαθρα που σε αρκετά σημεία συγκρούονται μεταξύ τους και δημιουργούν αξεπέραστες διαφορές.
Οι σουνίτες αναγνωρίζουν τελικά ότι ο κάτοχος της εξουσίας νομιμοποιείται από αυτό και μόνο το γεγονός να αναγνωριστεί ως ηγέτης και έτσι τόσο οι Ομεϋάδες όσο και οι Αββασίδες, ήταν όντως νόμιμοι χαλίφηδες και ιμάμηδες, αντίθετα από τους σιίτες, οι οποίοι αναγνωρίζουν μόνο τον Αλί και τους διαδόχους του και περιμένουν ακόμα το διάδοχο του τελευταίου ιμάμη.












Σχίσμα των Εκκλησιών

Η σταδιακή αποξένωση Ανατολικής-Δυτικής Εκκλησίας κατά το μεσαίωνα, η οποία ολοκληρώθηκε σε τρεις κυρίως φάσεις μέσα στην περίοδο από τα τέλη του 5ου μέχρι τα μέσα του 11ου αι.
α) 484-519. Όταν το Δυτικό Ρωμαϊκό κράτος καταλύθηκε από τα βαρβαρικά φύλα το 476, ο πάπας της Ρώμης βρέθηκε απομονωμένος και περικυκλωμένος από ποικίλους εχθρούς και κινδύνους, κάτι που τον ανάγκασε να διατηρήσει επαφές με την Ανατολική αυτοκρατορία. Όμως καθώς δεν μπόρεσαν να συνεννοηθούν οι δύο Εκκλησίες (Ανατολική και Δυτική) σχετικά με διάφορα θρησκευτικά-δογματικά ζητήματα έλαβε χώρα το θεωρούμενο Α’ Σχίσμα των δύο Εκκλησιών.
Κύρια αιτία της έριδας ήταν η περί πρεσβειών και πρωτείων εμμονή του πάπα, που υποστήριζε την άποψη ότι η Δυτική Εκκλησία ήταν αρχαιότερη της Ανατολικής και ότι οι πάπες της Ρώμης ήταν οι διάδοχοι του Ιησού. Άρα, ο προκαθήμενος της Ρώμης θα έπρεπε να είναι επικεφαλής της Εκκλησίας. Την εποχή αυτή το Βυζάντιο ταλανιζόταν από τις διαμάχες ορθοδόξων-μονοφυσιτών. Ο αυτοκράτορας Ζήνων προσπάθησε να συμβιβάσει τις αντιμαχόμενες μερίδες με το «Ενωτικόν» διάταγμα του 482, αλλά τότε ο πάπας προσπάθησε να επέμβει στις βυζαντινές δογματικές διαμάχες, που ήταν καθαρά ξένη υπόθεση, με αποτέλεσμα το Α’ Σχίσμα (484), το οποίο άρθηκε το 519 επί βασιλείας Ιουστίνου Α’ (518-527). Ονομάστηκε «Ακακιανό» από το όνομα του τότε πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Ακάκιου.
β) 867-879/80. Την περίοδο 754/756 οι πάπες συνεχώς ανερχόμενοι ως δύναμη έγιναν πανίσχυροι και δημιουργήθηκε το λεγόμενο παπικό κράτος. Η τεράστια σημασία που πήρε πλέον ο πάπας φάνηκε από το ρόλο του Λέοντα Γ’ στη στέψη του Καρλομάγνου το 800 στη Ρώμη ως αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας των Φράγκων (αυτοκράτορα της Δύσης). Ο 9ος αι. έδωσε νέα ώθηση σε εκδήλωση Β’ Σχίσματος των δύο Εκκλησιών, το οποίο αποκλήθηκε «Φωτίειον» λόγω του πρωταγωνιστικού ρόλου του πατριάρχη Κωνσταντινούπολης Φώτιου. Τα κύρια πολιτικά αίτια του Β’ Σχίσματος ήταν ο περιορισμός των κτημάτων του πάπα στην Κάτω Ιταλία από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ το Μέθυσο, αλλά –κυρίως– το σπουδαίο ζήτημα των Βουλγάρων, οι οποίοι είχαν σχεδόν αποδεχτεί τον καθολικισμό της Δύσης (863/4), όταν εκπληκτική παρέμβαση του Φώτιου τους οδήγησε στην ορθοδοξία, αφαιρώντας από τον πάπα τη δυνατότητα να τους προσαρτήσει στο κράτος του. Το κύριο δογματικό αίτιο για το Β’ Σχίσμα ήταν η διαφορά Ανατολής-Δύσης στο πρόβλημα της υπόστασης του Αγίου Πνεύματος, αφού οι δυτικοί επέμεναν στο δόγμα του Filioque (= και εκ του Υιού, δηλ. ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού). Αφορμή για την εκδήλωση του Β’ Σχίσματος υπήρξε η παραίτηση του πατριάρχη Ιγνάτιου μετά από πιέσεις του πανίσχυρου καίσαρα Βάρδα και η αντικατάστασή του με το Φώτιο, ο οποίος είχε διέλθει όλα τα εκκλησιαστικά αξιώματα μέσα σε μια εβδομάδα και τοποθετήθηκε πραξικοπηματικά στον πατριαρχικό θρόνο (858).
Η γνωστή αντιπαπική κράση του Φώτιου, εκπληκτικής μόρφωσης λόγιου και συγγραφέα της αντιδυτικής μελέτης «Περί της υποστάσεως του Αγίου Πνεύματος», προμήνυε την κατάρρευση στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης. Το 863 ο Νικόλαος Α’ αναθεμάτισε το Φώτιο, που με τη σειρά του αντιαναθεμάτισε τον ποντίφικα ολοκληρώνοντας μια δυσάρεστη διαδικασία.

Ο ιδρυτής της Μακεδονικής δυναστείας, Βασίλειος Α’, φρόντισε να αποκαταστήσει τις εκκλησιαστικές σχέσεις Δύσης-Ανατολής καθαιρώντας το Φώτιο και επαναφέροντας τον Ιγνάτιο. Οι φιλικές και πάλι σχέσεις των δύο Εκκλησιών, έμελλαν να διατηρηθούν και μετά το θάνατο του Ιγνάτιου (877) και την επαναφορά του Φώτιου στον πατριαρχικό θρόνο.
γ) 1054 μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Το Γ’ –και οριστικό– Σχίσμα των Εκκλησιών έλαβε χώρα επί βασιλείας Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου και ενώ πατριάρχευε ο Μιχαήλ Α’ Κηρουλάριος. Η Δυτική Εκκλησία είχε πλέον επισημοποιήσει και θεωρητικά και πρακτικά το Filioque την εποχή του δυναμικού ποντίφικα Λέοντα Θ’. Όταν στα μέσα Ιουλίου του 1054 οι παπικοί αποκρισάριοι, υπό τον καρδινάλιο Ουμβέρτο (ο Λέων Θ’ είχε πεθάνει), φέρνουν στην Κωνσταντινούπολη την παπική βούλα με εξευτελιστικούς όρους και την εναποθέτουν στην Αγία Τράπεζα στην Αγία Σοφία, ο Κηρουλάριος μόλις κατόρθωσε να σώσει τους υπερόπτες λεγάτους της Αγίας Έδρας από την οργή του κωνσταντινουπολίτικου πλήθους. Το χάσμα ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση έγινε αγεφύρωτο και οι δρόμοι τους χώρισαν εντελώς. Τώρα το παπικό κράτος είναι παντοδύναμο και επηρεάζει αποφασιστικά τους ηγεμόνες της Δύσης, που και αυτοί μαζί με τους ποντίφικες είναι εχθρικοί προς το Βυζάντιο. Το γνωστότερο αποτέλεσμα αυτής της ολοένα μεγαλύτερης έχθρας θα είναι οι καταστροφικές για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία σταυροφορίες, που έδωσαν το αποφασιστικό χτύπημα στις επιδεινωμένες σχέσεις της ανατολικής με τη δυτική χριστιανοσύνη. Στα υστεροβυζαντινά χρόνια έγιναν αξιόλογες προσπάθειες για την άρση του Σχίσματος (σύνοδοι της Λιόν το 1274 και της Φεράρας-Φλωρεντίας το 1438/39). Στα νεότερα χρόνια η πιο σοβαρή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή άρχισε το 1965 (χωρίς όμως εντυπωσιακή συνέχεια), όταν στις 7 Δεκεμβρίου της χρονιάς εκείνης ο πάπας Παύλος ΣΤ’ και ο τότε οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας Α’ προέβησαν σε αμοιβαία άρση των αναθεμάτων του 1054.
Άλλο μεγάλο σχίσμα στην Εκκλησία υπήρξε εκείνο του 1517, όταν από τη Δυτική Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία προήλθε ο προτεσταντισμός. Αιτία και του σχίσματος αυτού υπήρξε ο πάπας και η τακτική του.

1 comment:

  1. Η σωστή Ελληνική μετάφραση της ονομασίας των Κουάκερων είναι ΚΟΙΝΩΝΙΑ όχι εταιρεία. Παρακαλώ διορθώστε το. Ευχαριστώ.

    Θεμιστ. Παπαϊωάννου
    quaker.gr

    Υ.Γ.: Όσο για τα περί "αίρεσης" κλπ ίσως εποανέλθω άλλη φορά.

    ReplyDelete